Ο Τζον Μπάρλικορν πρέπει να πεθάνει

0
2409

«Όταν κάποιος πεθαίνει, συλλογίζεσαι το παρελθόν.»
Στήβεν Κινγκ, Καρδιές στην Ατλαντίδα

«Είμαι σίγουρη πώς κάτι, ένα γεγονός ή ένας άνθρωπος, σημάδεψε τη ζωή μου κάποτε, και τώρα, ό,τι κι αν κάνω, δεν μπορώ, δε θα μπορέσω ποτέ να ξεφύγω.»
Στρατής Τσίρκας, Ο χλωρός παράδεισος

Το Σύνδρομο του Korsakoff είναι μια νευρολογική διαταραχή που προκαλείται από την έλλειψη της θειαμίνης (βιταμίνη Β1) στον εγκέφαλο. Η έναρξή του συνδέεται με τη χρόνια κατάχρηση αλκοόλ. Συμπτώματα: Ακουστικές και οπτικές παραισθήσεις, αμνησία, απάθεια κ.α.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

~~1~~

Ο Στέφανος δεν ήταν ο τύπος του πίνω-ένα-ποτήρι-και-φεύγω. Για να είμαστε ειλικρινείς έπινε του θανατά.

Στα μπαρ όπου μπεκρούλιαζε έλεγε ότι είναι συγγραφέας, για να έχει μια δικαιολογία. Είναι, βλέπεις, πιο αποδεκτό για έναν συγγραφέα να είναι αλκοολικός, παρά για έναν δάσκαλο.

Γι’ αυτό ξεκινούσε και τους παραμύθιαζε, τον μπάρμαν και τους θαμώνες, για όλα εκείνα τα βιβλία που πρόκειται να γράψει.

«Και πότε θα ξεκινήσεις;» τον ρωτούσε ο μπάρμαν.
«Πότε θα ξεκινήσω τι; Βάλε άλλο ένα Μπάρλικορν.»
«Πότε θα ξεκινήσεις το βιβλίο σου;»
«Πότε; Χα! Μόλις βρω τον τίτλο.»
«Τον τίτλο;»
«Ο τίτλος είναι το μισό βιβλίο, φίλε μου. Στην υγειά σου.»

Έφευγε απ’ το τελευταίο μπαρ τελευταίος. Κοιμόταν λίγες ώρες και σηκωνόταν για να πάει στο σχολείο. Το μεσημέρι, όταν ξεκινούσε να ξεμεθάει και τον έπιανε πονοκέφαλος, έλεγε στα παιδιά να γράψουν μια έκθεση.

«Τι θέμα, κύριε;»
«Ελεύθερο. Γράψτε ό,τι σας έρθει στο κεφάλι. Παίξτε, μην το παίρνετε σοβαρά. Τίποτα δεν είναι σοβαρό. Όλοι θα πεθάνουμε μια μέρα. Μπορεί να ‘ναι και νύχτα.»

Και μερικές φορές κοιμόταν στην έδρα, ροχαλίζοντας, ενώ σάλια έτρεχαν στα γένια του. Τα παιδιά τον αγαπούσαν, αλλά οι συνάδελφοι κι οι γονείς τον αντιπαθούσαν.

Γιατί ο Στέφανος δεν κρυβόταν. Όλοι ήξεραν ότι έπινε περισσότερο απ’ όσο μπορούσαν ν’ αντέξουν δυο ενήλικοι ελέφαντες σε οίστρο. Αλλά δεν μπορούσαν να κάνουν κάτι εναντίον του, γιατί ήταν μπεκρής τύπου Χέμινγουεϊ.

~

Αν είσαι πότης ξέρεις ότι υπάρχουν τέσσερα είδη ανθρώπων.
Υπάρχουν αυτοί σαν την Μαίρη Πόπινς, που δεν πίνουν ποτέ πάνω από ένα λικεράκι.
Υπάρχουν εκείνοι σαν τον Nutty Professor. Αυτοί πίνουν για να ξεσαλώσουν.
Υπάρχουν οι τύπου δόκτωρ Τζέκιλ-κύριος Χάιντ, που γίνονται επιθετικοί όταν πίνουν.

Υπάρχουν κι οι τύπου Χέμινγουεϊ. Εκείνοι, όπως ο συγγραφέας, πίνουν πολύ, αλλά δεν αλλάζουν συμπεριφορά. Μόνο μεθάνε. Δεν ξεσαλώνουν, δεν τσακώνονται, δεν κάνουν τίποτα διαφορετικό. Μόνο μεθάνε. Θα μπορούσαν και να γράφουν, αν τους ερχόταν ο σωστός τίτλος.

~~

Κάποια στιγμή έκανε το λάθος που όλοι περίμεναν να συμβεί.Το προηγούμενο βράδυ είχε μείνει έξω αργά, μιλώντας για τίτλους βιβλίων με τον μπάρμαν. Μετά γύρισε σπίτι κι αντί να κοιμηθεί ήπιε άλλο μισό μπουκάλι Μπάρλικορν.

Πήγε στο σχολείο και ρωτούσε τα παιδιά ποιος είναι ο αγαπημένος τους υπερήρωας. Κοιμήθηκε λίγο στην έδρα, κι όταν ξύπνησε το κεφάλι του βαρούσε. Είπε στα παιδιά ότι χρειαζόταν το φάρμακο του. Έβγαλε ένα μπουκάλι Μπάρλικορν απ’ την τσάντα του, γέμισε το ποτήρι του, και το ήπιε.

«Μην πείτε στους γονείς σας γι’ αυτό.»

Και -φυσικά- κάποιο απ’ τα παιδιά το είπε. Εκείνοι το είπαν στους άλλους γονείς, έκαναν συνέλευση κι ενημέρωσαν τον διευθυντή.

Σε λίγες μέρες το θέμα είχε φτάσει στην πρωτοβάθμια. Ο διευθυντής δεν χρειαζόταν να κάνει και πολλά. Μόνο να του ανακοινώσει τα τετελεσμένα.

«Σε κατηγορούν ότι είσαι ακατάλληλος για διδασκαλία.»
«Ποιοι; Οι γονείς ή τα παιδιά;»
«Ο Σύλλογος Γονέων και Κηδεμόνων.»
«Ποτέ δεν συμπάθησα τους συλλόγους. Εσύ τι λες;»
«Έχεις πρόβλημα με το ποτό.»
«Ευχαριστώ πολύ για τα νέα. Αλλά τι σχέση έχει αυτό με τη διδασκαλία μου;»
«Σε είδαν να πίνεις μες στην τάξη.»
«Λιγάκι μόνο.»

Ο διευθυντής στράβωσε τα μούτρα του κι έπιασε την απόφαση της πρωτοβάθμιας. Δεν είχε καμία διάθεση να το κουβεντιάσει. Και τον φοβόταν. Ποτέ δεν ξέρεις τι μπορεί να κάνει ένας μπεκρής.

«Τι λέει η πανταχούσα;» του είπε ο Στέφανος. «Ηλεκτρική καρέκλα και λοβοτομή;»
«Διαθεσιμότητα μέχρι το καλοκαίρι. Κι από Σεπτέμβρη βλέπουμε.»
«Πφφφ. Ούτε ένα μαστίγωμα; Πού πάει ο κόσμος μας;»

Του διευθυντή δεν του άρεσαν τ’ αστεία.

«Εγώ θα σου πρότεινα αυτούς τους τρεις μήνες να πας σε μια κλινική αποτοξίνωσης.»
«Θα το κάνω σήμερα κιόλας», είπε ο Στέφανος.

~~2~~

«Μοιάζεις με τη Σάρλοτ Ράμπλινγκ», της είχε πει, όταν βρήκε το θάρρος να της μιλήσει.
«Με ποια;» έκανε η Νίκη.

Είχαν βρεθεί σ’ ένα μπιτς πάρτι. Ο Γιάννης έπαιζε το «Να μ’ αγαπάς». Στη φωτιά καίγονταν τα καδρόνια που ‘χαν κλέψει. Ένα μπουκάλι ούζο γυρνούσε προς τ’ αριστερά, ένα τσιγαριλίκι πήγαινε αντίθετα.

«Δαιμονισμένος άγγελος. Δεν το έχεις δει;»
«Τι είμαι;» του είπε η Νίκη. «Δαίμονας ή άγγελος;»
«Είσαι εξωπραγματική.»

Η Νίκη χαμογέλασε. Η καρδιά του Στέφανου έχασε ένα χτύπημα.
Έτσι ξεκίνησε.

~~3~~

Πήγε στην κάβα κι αγόρασε μια κούτα Τζον Μπάρλικορν. Έπινε απ’ το πρωί μέχρι το βράδυ. Όταν ξυπνούσε έτρωγε κάτι απέξω και συνέχιζε.

Δεν το είχε σκοπό να πεθάνει απ’ το ποτό. Αλλά δεν είχε και τίποτα καλύτερο να κάνει.

Το συκώτι του είχε πρηστεί και το ‘νιωθε να πάλλεται κάτω απ’ το δέρμα. Το στομάχι του πονούσε και κατούρησε αίμα κάνα δυο φορές. Αλλά συνέχισε χωρίς να δίνει σημασία.

Ένα απόγευμα μύρισε για πρώτη φορά τα πορτοκάλια. Ήταν πολύ έντονη η αίσθηση, τόσο που κοίταξε το ποτήρι του, μήπως και προσπαθούσαν να τον δηλητηριάσουν με βότκα-πορτοκάλι.

Μετά ένιωσε φαγούρα πίσω απ’ τα μάτια, σαν να του είχαν βάλει τρίχες σκύλου εκεί. Τότε άκουσε για πρώτη φορά τη φωνή:
Πάει καιρός που έχω φύγει απ’ τη Θήβα.

Πετάχτηκε πάνω και κοίταξε γύρω, να δει ποιος μιλούσε. Έτσι όπως σηκώθηκε ζαλίστηκε κι έπεσε, κοπανώντας το κεφάλι στην άκρη του τραπεζιού. Έμεινε εκεί.

Όταν συνήλθε προσπάθησε να θυμηθεί πού ήταν. Το ταβάνι κι ένα μπλε φωτιστικό. Οι τοίχοι γύρω βαμμένοι εκρού. Μια μεγάλη τηλεόραση. Κι απέναντι το πορτρέτο μιας γυναίκας.

«Μόνα Λίζα», σκέφτηκε. «Τα μάτια της σ’ ακολουθούν όπου κι αν πας.»

Έκλεισε τα μάτια.
Άνοιξε τα μάτια.

Δεν υπήρχε πίνακας. Εκεί όπου είχε δει το πρόσωπο της γυναίκας ήταν το παράθυρο του ανατολικού τοίχου, που δεν είχε μπαλκόνι. Πήγε και το άνοιξε. Κοίταξε κάτω, περιμένοντας να δει τι; Μια γυναίκα νεκρή στο πεζόδρομο;

«Μια ιπτάμενη Μόνα Λίζα», είπε κι έπιασε το τηλέφωνο.

Δεν πήρε τον ψυχίατρο ή κάποιο φίλο. Άλλωστε δεν είχε φίλους. Ζήτησε να του πάνε δυο μερίδες κοτόπουλο με πατάτες.

Είδε πως είχε μήνυμα στο inbox, κάτι που δεν συνέβαινε συχνά. Ήταν απ’ το Ξυλόκαστρο. Ο Ψηλός είχε πεθάνει αιφνίδια. Ανακοπή. Θα τον κήδευαν σε δυο μέρες. Αν ήθελε να πάει…

Δεν ταράχτηκε. Έκατσε στο τραπέζι κι έβαλε ένα Μπάρλικορν. Μέχρι να του πάνε το φαγητό είχε πιει τρία ποτήρια.

Κι ήταν αργά το βράδυ, ενάμιση μπουκάλι αργότερα, όταν μύρισε πάλι πορτοκάλια, όταν ένιωσε τη φαγούρα πίσω απ’ τα μάτια, όταν άκουσε τη φωνή:
Πάει καιρός που έχω φύγει απ’ τη Θήβα.

Αυτή τη φορά το περίμενε. Ξεβίδωσε το μπουκάλι κι έριξε λίγο στο πάτωμα, σπονδή. Γύρισε στο παράθυρο.

Η γυναίκα ήταν εκεί και τον κοιτούσε. Του θύμισε κάτι, όχι τη Μόνα Λίζα, κάτι πιο οικείο. Αλλά δεν την ήξερε. Τι δουλειά είχε μια άγνωστη να πετάει έξω απ’ το παράθυρο του;

Σηκώθηκε προσεχτικά και πήγε κοντά. Όταν έφτασε ακριβώς μπροστά της κατάλαβε ότι δεν κοιτούσε εκείνον. Η γυναίκα κοιτιόταν στον καθρέφτη της. Ο Στέφανος την έβλεπε απ’ τη μέσα μεριά. Μετά εκείνη χαμογέλασε.

«Νίκη!» είπε ο Στέφανος κι άνοιξε το παράθυρο.

Δεν υπήρχε τίποτα έξω, μόνο η φωτεινή νύχτα των λεντ. Έκλεισε το παράθυρο. Αλλά δεν ήταν πια μαγικός καθρέφτης. Μόνο ένα συνηθισμένο και βαρετό παράθυρο. Το ανοιγόκλεισε μερικές φορές ακόμα, χωρίς αποτέλεσμα.

Έπειτα γύρισε στον καναπέ του και συνέχισε να πίνει. Πορτοκάλια δεν μύρισε.

~~4~~

Ήταν ξαπλωμένοι στο κρεβάτι. Μόλις είχαν κάνει σεξ για πρώτη φορά. Η Νίκη είχε αποκοιμηθεί χαμογελώντας -πάνω στο χέρι του. Ο Στέφανος την κοιτούσε. Το χέρι του είχε μουδιάσει, αλλά δεν το κουνούσε, για να μην την ξυπνήσει.

«Βρήκα τον παράδεισο», σκέφτηκε -χωρίς να τολμάει να κλείσει τα μάτια.

Γιατί αν τα έκλεινε, μπορεί να ξυπνούσε, και να ήταν όλα μόνο ένα όνειρο.

~~5~~

Το επόμενο πρωί πήγε το αυτοκίνητο στο συνεργείο. Είπε στον Στράτο να το φτιάξει για να κάνει ένα μεγάλο ταξίδι.

«Πόσο μεγάλο;»
«Μέχρι την Πελοπόννησο.»

Το κοίταξε. Δεν ήθελε πολλά, σε δυο ώρες θα ‘ταν έτοιμο. Ο Στράτος πήρε τα κλειδιά, αλλά πριν να βάλει μπρος για να το κατεβάσει στο συνεργείο του ήρθε να ρωτήσει κάτι, ίσως από ευγένεια, έτσι για να πει κάτι.

«Γιατί θα πας στην Πελοπόννησο;»
«Για πορτοκάλια.»

Ο Στέφανος προσπάθησε να μην πιει πριν ξεκινήσει. Δεν τα κατάφερε πολύ καλά. Αλλά έκανε μπάνιο, ξυρίστηκε, μέχρι και για κούρεμα πήγε.

«Πώς τα θέλετε;» του είπε η κομμώτρια.
«Μόνο την ψαλίδα κόψε, μην τα πειράξεις στο μήκος.»

Η κομμώτρια κοίταξε το κεφάλι του. Ψαλίδα δεν είχε, αλλά ούτε και μακριά μαλλιά. Του τα ‘κοψε λιγάκι και τα χτένισε.

Γύρισε στο σπίτι ανανεωμένος. Έφτιαξε μια μικρή βαλίτσα. Η μισή είχε Τζον Μπάρλικορν. Πριν ξεκινήσει κατέβασε σε torrent κι έγραψε μερικά cd για το ταξίδι.

Πήρε δύο ντεπόν για τον πονοκέφαλο κι έβαλε μπρος τη μηχανή.

«Πάμε εκεί που φυτρώνουν τα πορτοκάλια», είπε κι ανέβασε την ένταση στον Παυλίδη που τραγουδούσε:
Να να να να να να, να να να να νο…
Το ξέρω πως δεν μ’ αγαπάς, το ξέρεις;
Ξεχνάω ότι και συ ξεχνάς, το ξέρεις;

~

Έκανε μια στάση στη Λαμία. Πήρε μισό καφέ και τον γέμισε με Μπάρλικορν. Ανατρίχιασε. Ήθελε ν’ αράξει σ’ ένα ξενοδοχείο και να μεθύσει. Αλλά αντιστάθηκε και συνέχισε.

Η κηδεία του Ψηλού ήταν την επόμενη μέρα. Αλλά ήθελε να φτάσει όσο το δυνατόν πιο γρήγορα. Είχε να πάει στο Ξυλόκαστρο πόσο; Είκοσι τρία χρόνια. Και τώρα έτρεχε να φτάσει αυθημερόν.

Άλλαζε cd και τραγουδούσε. Τρύπες, Ξύλινα Σπαθιά, Offspring, Nick Cave. Ήταν σαν ταξίδι στο παρελθόν. Και τι περίμενε να βρει εκεί;

Από τότε που πέρασε στη σχολή και πήγε Αθήνα δεν είχε μιλήσει με κανέναν απ’ τους παλιούς φίλους. Είχε σβήσει απ’ τη μνήμη όλη την πόλη κι όλη την εφηβεία του.

Κάποια στιγμή, πριν μερικά χρόνια, τον είχε βρει και του είχε κάνει αίτημα φιλίας στο facebook ο Γιάννης. Αλλά το είχε αγνοήσει.

Σταμάτησε στην Κινέτα. Έφαγε κάτι σουβλάκια της κακιάς ώρας και ήπιε ένα ποτήρι Μπάρλικορν. Το χρειαζόταν, αυτή τη μικρή δόση, για να μην τον πιάσει ντελίριο.

Ενώ βιαζόταν δεν πήγε απ’ την εθνική. Προτίμησε να πάει από κάτω, δίπλα στη θάλασσα. Πέρασε μέσα απ’ το Κιάτο, είχαν κάνει το πρώτο και τελευταίο τους live εκεί. Συνέχισε μέχρι που είδε τον Πευκιά, το παραθαλάσσιο δάσος που σηματοδοτεί την αρχή του Ξυλόκαστρου.

Εκεί σταμάτησε και ήπιε άλλο ένα. Μετά οδήγησε μέχρι την πλατεία. Πάρκαρε στο Ατλαντίς και πήγε να κλείσει δωμάτιο.

«Πρώτη φορά στο Ξυλόκαστρο;» του είπε η κοπέλα στην υποδοχή.
«Τελευταία.»

Άφησε τη βαλίτσα, ήπιε ένα και μπήκε για ντους. Όταν βγήκε έσβησε τους ατμούς απ’ τον καθρέφτη, κοιτάχτηκε και τραγούδησε με τη φωνή του Αγγελάκα: «Όταν θα ‘ρθεις, να με ξεθάψεις απ’ τις στάχτες.»

Ήπιε ένα ακόμα και βγήκε. Πρώτη στάση: Στο στούντιο των 451 Φαρενάιτ.

~~6~~

Εκείνος είχε προτείνει το όνομα. Ήταν μεγάλος φαν της επιστημονικής φαντασίας. Ρέι Μπράντμπουρι, Ασίμοφ, Λεγκέν και Ντικ. Άρεσε και στους άλλους, γιατί θα φαινόταν ωραίο στο εξώφυλλο του δίσκου: F451

Ο Στέφανος έπαιζε μπάσο. Ο Γιάννης κιθάρα και τραγούδι. Ο Ψηλός ντραμς. Ήταν πολύ καλός στο δίκασο.

Το στούντιο των F451 το είχαν χτίσει με τα χέρια τους. Μόνοι τους είχαν καρφώσει μόνωση στους τοίχους, αυγοθήκες για διάχυση του ήχου.

Μαζεύονταν εκεί απ’ το πρωί, συζητούσαν, έγραφαν στίχους, έκαναν πρόβες, έκαναν όνειρα.

Τα όνειρα ήταν το μεγαλύτερο κομμάτι των συναντήσεων τους. Πώς θα πούνε τον πρώτο τους δίσκο, σε ποιους θα παίζανε support, με τι βαν θα έκαναν περιοδεία κι άλλα τέτοια.

«Να είσαι στον Λυκαβηττό και να σε χειροκροτούν», ξεκινούσε να λέει ο Γιάννης, στρίβοντας ένα τσιγάρο.
«Λυκαβηττός κι αρχίδια. Γουέμπλει.»
«Εγώ προτιμώ Καλιφόρνια.»
«Ή Σηάτλ.»

Έπιναν, κάπνιζαν, έπαιζαν, ονειρεύονταν. Κάποια στιγμή πήγαιναν και τα κορίτσια. Η Λίτσα τα ‘χε με τον Ψηλό. Η Νίκη με τον Στέφανο. Κι όλοι τον καλοτύχιζαν γι’ αυτό. Ήταν το πιο ωραίο ροκ κορίτσι στο Ξυλόκαστρο.

Και ταίριαζαν. Κανείς απ’ τους δύο δεν ήταν παρθένος όταν έγιναν ζευγάρι. Αλλά κλείδωσαν τόσο καλά μεταξύ τους που ένιωσαν ότι δεν υπήρχε άλλη φορά, ούτε θα υπήρχε επόμενη. Είχαν τα πάντα: Τη μουσική, τα βιβλία (εκείνη προτιμούσε τον Κινγκ και τον Ρόμπινς), το σεξ, τα νιάτα τους.

Σε κάποιο παράλληλο σύμπαν ίσως να υπάρχει μια Νίκη κι ένας Στέφανος που έχουν παντρευτεί απ’ τα εικοσιπέντε, έχουν τρία παιδιά, και ζουν ευτυχισμένοι στα σαράντα τους. Αλλά σ’ εκείνο το παράλληλο σύμπαν δεν είχε συμβεί η «ξεχασμένη νύχτα».

~~7~~

Ο Στέφανος πέρασε τις σιδηροδρομικές γραμμές. Εκεί, σ’ ένα ανώγειο διαμέρισμα, ήταν το στούντιο των F451. Κάποτε. Πλέον υπήρχε ένα λογιστικό γραφείο. Στάθηκε απέξω να κοιτάζει, ενώ θυμόταν τις μουσικές τους, τα ξενύχτια, τα όνειρα.

Ένας χοντρός και καραφλός πήγε στο παράθυρο και κοίταξε τον ξένο με καχυποψία. Έπειτα φάνηκε να φωτίζεται. Άνοιξε την μπαλκονόπορτα και βγήκε στο μικρό μπαλκόνι.

Για λίγο κοιτάζονταν, για να βεβαιωθούν. Μετά ο δάσκαλος είπε ήρεμα: «Fuck you, i won’t do what you tell me».
Κι ο λογιστής απάντησε: «Motherfucker».

Του έκανε νόημα να πάει απ’ το πλάι, απ’ την πόρτα. Ο Στέφανος του έδωσε το χέρι. Ο Γιάννης τον αγκάλιασε. Τα δύο εναπομείναντα μέλη των F451.

«Πού είσαι, ρε αρχίδι;»
«Εγώ εδώ. Ο Ψηλός πού είναι;»
«Πάει ο Ψηλός. Θα παίζει δίκασο στην κάσα.»

Γελάσανε και δακρύσανε. Κάτι ανάμεικτο, γλυκόπικρο, ακαθόριστο. Ο Γιάννης μπήκε μέσα, φώναξε ότι φεύγει και βγήκε με την τσάντα του.

«Μια χαρά σε βλέπω», είπε στον Στέφανο. Αλλά του έλεγε ψέματα.
«Αρχίδια χαρά. Κι εσύ; Το στούντιο έγινε λογιστικό;»
«Τρία παιδιά, φίλε μου. Τρία παιδιά και δυο γυναίκες. Μια τέως και μια νυν. Πολύ χρήμα. Εσύ;»
«Μηδέν στο πηλίκο.»
«Ούτε παιδί ούτε σκυλί;»
«Μόνο τα παιδιά της τάξης», είπε ο Στέφανος και για μια στιγμή ένιωσε ότι του έλειπε η διδασκαλία.

Πέρασαν τις γραμμές και κατέβηκαν στην παραλία να φάνε κάτι. Ο Γιάννης τον ρώτησε τι θα πιουν.

«Τίποτα… Νερό.»
«Δεν πίνεις;»
«Προσπαθώ να το περιορίσω.»

~~8~~

Πονούσε. Αλλά δεν ήξερε γιατί. Γι’ αυτό ντρεπόταν. Άνοιξε τα μάτια της, περιμένοντας να δει τους τοίχους του νοσοκομείου, της φυλακής, της κόλασης. Είδε το πρόσωπο του Κρις Κορνέλ.

Ήταν στο δωμάτιο της, απέναντι η αφίσα των Soundgarden. Αλλά δεν θυμόταν πώς είχε βρεθεί εκεί.

Σήκωσε το σεντόνι. Φορούσε μόνο ένα φανελάκι, τίποτα άλλο.

«Τι μέρα είναι; Τι έκανα;»

Πάτησε τα πόδια κάτω και της ήρθε εμετός. Πήγε παραπατώντας στην τουαλέτα. Με την άκρη του ματιού είδε τη μάνα της να καπνίζει στην κουζίνα. Δεν της μίλησε. Έπεσε στα γόνατα και ξέρασε στη λεκάνη. Κοίταξε τον εμετό της, λες και θα μπορούσε να καταλάβει απ’ το περιεχόμενο τι είχε χάσει. Της ήρθε πάλι αναγούλα. Ξέρασε κι άλλο. Η μάνα της στάθηκε πίσω της, κρατώντας τα μαλλιά να μην πέφτουν στη μέση. Τη ρώτησε αν είναι καλά.

«Δεν ξέρω. Τι μέρα είναι; Πώς ήρθα σπίτι;»

Της είπε όσα ήξερε. Άκουσε αυτοκίνητο να σταματάει μπρος στο σπίτι, ξημερώματα, και βγήκε στην πόρτα. Είδε την Νίκη ν’ ανεβαίνει σχεδόν στα τέσσερα. Τη ρώτησε αν είναι μεθυσμένη ή χτυπημένη. Η Νίκη γέλασε και ξέρασε παντού.

«Να τα ρούχα σου.» Της έδειξε έναν σωρό στην μπανιέρα. «Ήθελα να τα δεις.»

Η Νίκη τα εξέτασε. Το levis της, το μπλουζάκι Nirvana, όλα μες στους εμετούς.

«Το σουτιέν μου;»
«Δεν φορούσες τίποτα από κάτω.»
«Γαμώτο μου!»
«Πάω να σου φτιάξω ένα χαμομήλι», είπε η μάνα.

Η Νίκη σήκωσε το τηλέφωνο για να πάρει τον Στέφανο, να μάθει τι είχαν κάνει το προηγούμενο βράδυ. Κάτι τη σταμάτησε. Της έρχονταν στο νου θραύσματα μνήμης, σαν να έβλεπε στιγμιότυπα απ’ τη ζωή κάποιου άλλου. Πήρε τη Λίτσα.

«Δε θυμάσαι;» της είπε εκείνη.
«Τι να θυμάμαι;»
«Σκατά!»

Είχαν πάει στο Memphis οι δυο τους. Εκεί πετύχανε τον Άρτζι. Δεν πάταγε και πολύ το πόδι του στο Ξυλόκαστρο από τότε που οι Deadstalker είχαν γίνει γνωστοί.

Της ήρθαν φλασιές. Ο Άρτζι να κερνάει ποτά και να της λέει ότι μοιάζει με τη Λιβ Τάιλερ.

«Και τι κάναμε;»
«Ήπιαμε πολύ. Εσύ περισσότερο.»
«Και;»
«Έφυγες με τον Άρτζι να πάτε στην Κόρινθο, στο RClub.»
«Μόνη μου; Και μ’ άφησες;»
«Δεν μ’ άκουγες. Μου ‘πες να πάω να γαμηθώ.»
«Και μ’ άφησες; Καλά σου είπα.»

Της έκλεισε το τηλέφωνο. Θραύσματα μνήμης μόνο. Σταμάτησαν στο σπίτι ενός φίλου του Άρτζι. Ήπιαν κι άλλα, όχι μόνο ποτά. Σ’ ένα δωμάτιο μ’ ένα στρώμα κάτω. Δεν θυμόταν. Μόνο, το τελευταίο, να φιλάει τον Άρτζι. Και να ‘ναι και κάποιος άλλος εκεί.

Η Νίκη ξεκίνησε να κλαίει. Όχι γι’ αυτό που είχε κάνει, αλλά γιατί δεν θυμόταν τι είχε κάνει. Θα το μάθαινε δυο μέρες μετά. Μαζί μ’ όλη την πόλη. Και τον Στέφανο.

~~9~~

Όταν γύρισε στο ξενοδοχείο άνοιξε τη βαλίτσα. Πήρε το ποτήρι για την οδοντόβουρτσα και το γέμισε Μπάρλικορν. Το ήπιε μονορούφι κι ανατρίχιασε.

Όλη τη μέρα έπινε από λίγο. Αλλά τώρα μπορούσε να πιει όσο ήθελε. Η κηδεία ήταν στις έντεκα. Ίσως γι’ αυτό να έτρεχε. Για να προλάβει να κάνει ένα καλό μεθύσι. Γέμισε κι άλλο ποτήρι.

Ήταν στο δεύτερο μπουκάλι όταν χτύπησε η πόρτα.

«Περάστε», είπε από το κρεβάτι όπου καθόταν.

Μπήκε μέσα ο Ψηλός. Αλλά δεν ήταν σαραντάρης. Έμοιαζε έτσι όπως τον θυμόταν. Μπλουζάκι Deus Ex Machina, μαλλί καρφί ως τη μέση, αδύνατος σαν τραγωδία και το οιονεί γενάκι του, πέντε τρίχες σκόρπιες.

«Πώς πάει;» είπε ο Ψηλός.
«Έλα, κάτσε». Χτύπησε το κρεβάτι δίπλα του.

Εκείνος προτίμησε να κάτσει στο έπιπλο, μπροστά απ’ τον καθρέφτη.

«Δεν έχω άλλο ποτήρι», του είπε ο Στέφανος. «Αν δεν σιχαίνεσαι.»
«Δεν πίνω τέτοιες μαλακίες, το ξέρεις. Κάνα ψύλλο έχεις να στρίψουμε;»
«Μπα, έχω να πιω μαύρο από… Πολύ καιρό, δε θυμάμαι.»
«Γενικά δεν θυμάσαι, ε;»
«Η λησμονιά σε υγρή μορφή», είπε και σήκωσε το ποτήρι του.

Το άδειασε. Δεν ανατρίχιασε. Αυτό το πάθαινε μόνο με το πρώτο. Μετά ήταν μόνο ανάγκη, η συνήθεια της απώλειας.

«Γιατί γύρισες;» του είπε ο Ψηλός.
«Πρέπει να κλείσω τον λογαριασμό. Χρεώνομαι τζάμπα τα επιτόκια.»
«Κανείς δεν σου χρέωσε τίποτα.»
«Όλοι χρωστάμε.»

Ο Ψηλός γέλασε.
«Εγώ όχι πια.»

Γύρισε και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Το είδωλο του ήταν αλλιώτικο. Ένας σαραντάρης με κλειστά μάτια, χλωμός σαν φάντασμα, μακιγιαρισμένος, βερνικωμένος και κουστουμαρισμένος, πτώμα με τα όλα του.

«Κοίτα πώς με κάνανε», είπε δείχνοντας τον καθρέφτη.
«Ποιοι;»
«Αυτοί που κάνανε κι εσένα. Δες τα μούτρα σου.»

Ο Στέφανος κοιτάχτηκε. Έμοιαζε πιο πολύ με τον νεκρό, παρά με τον εικοσάρη. Γέμισε πάλι το ποτήρι του. Το άδειασε σαν να ‘ταν χυμός. Ένιωσε ν’ ανακατεύεται. Ο Ψηλός ξεθώριασε λίγο.

«Κάνε μου μια χάρη», του είπε. «Όταν θα με σκεπάζουν, ξέρεις… Βάλε το κινητό σου να παίξει δυνατά.»
«Τι θες; Nirvana;»
«Όχι! Όχι άλλο ψυχοπλάκωμα. Βάλε Τρύπες.»
«Ναι, τσακίρ κέφι. Ποιο;»
«Αυτό που προβάραμε.»
Και τραγούδησε: «Ω, είν’ ωραία στον Παράδεισο.»
«Ναι, κατάλαβα.»
«Θα το κάνεις;»
«Να πεθάνω αν δεν το κάνω.»

Ο Ψηλός τον κοίταξε στα μάτια.
«Γι’ αυτό ήρθες; Για να κλείσεις τους λογαριασμούς σου και να πεθάνεις;»
«Δεν ξέρω, δεν το σκέφτηκα πολύ.»
«Τέσπα. Πρέπει να φύγω… Έχω και μια ψυχή να παραδώσω.»

Βγήκε τραγουδώντας καθένας-βρίσκει-αυτό-που-πάντοτε-ποθούσε. Όταν έκλεισε την πόρτα σταμάτησε κι η μουσική.

Ο Στέφανος συνέχισε να πίνει μέχρι που έπεσε αναίσθητος. Το επόμενο πρωί ξύπνησε στις εντεκάμισι.

~~10~~

Οι φωτογραφίες κυκλοφόρησαν από χέρι σε χέρι, δυο μέρες μετά την «ξεχασμένη νύχτα». Ο φίλος του Άρτζι τις έδωσε για εκτύπωση σ’ ένα μαγαζί στο Ξυλόκαστρο.

Ο φωτογράφος που τις πήρε, ένας πιτσιρικάς που μάθαινε τη δουλειά του μπαμπά, εκστασιάστηκε. Εμφάνισε μια δεκάδα παραπάνω από κάθε μία. Και τις κυκλοφόρησε.

Ήταν δεκαεννιά φωτογραφίες. Σ’ αυτές φαινόταν η Νίκη γυμνή, εμφανώς μεθυσμένη, αλλά όχι αναίσθητη, να κάνει σεξ σε κάθε στάση με τον Άρτζι και τον φίλο του. Έγιναν το θέμα της εβδομάδας για το Ξυλόκαστρο. Τις είδαν όλοι και γελούσαν σκανδαλισμένοι.

Τελευταία τις είδε η Νίκη. Την πήρε τηλέφωνο η Λίτσα.

«Νίκη Νίκη Νίκη», είπε χωρίς να υπάρχει κάτι πανηγυρικό στη φωνή της, μόνο τρόμος και θρήνος.

Εκείνη είχε δει τις φωτογραφίες. Οι φίλες της γελούσαν, έλεγαν πόσο καλά τα καταφέρνει στις παρτούζες η Νίκη. Η Λίτσα τις έβρισε.

Όταν συναντήθηκαν της πήγε δυο φωτογραφίες που είχε κρατήσει. Η Νίκη ένιωσε να πεθαίνει σαν είδε τον εαυτό της, κάποιον εαυτό που δεν θυμόταν, να πηδιέται με δυο άντρες..

«Δεν είμαι εγώ», είπε. «Δεν μπορεί να ‘μαι εγώ.»

Αλλά ήξερε ότι ήταν εκείνη. Κι ήξερε πως όλοι θα την έβλεπαν. Το Ξυλόκαστρο είναι μια μικρή πόλη, όπως το Καστλ Ροκ του Στίβεν Κινγκ. Τίποτα δεν μένει κρυφό στις μικρές πόλεις και τα τέρατα αλωνίζουν ανενόχλητα.

Από κείνη τη μέρα η Νίκη ήταν γνωστή ως η «Παρτουζιάρα». Ο Στέφανος δεν τις είδε ποτέ. Αλλά έμαθε τι ήταν.

~~11~~

Ξύπνησε.

Χρειάστηκαν αρκετά λεπτά για να καταλάβει πού βρισκόταν. Ανασηκώθηκε και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Μόνο τότε θυμήθηκε τον νεκρό φίλο του.

Η εκκλησία ήταν δέκα λεπτά μακριά. Δεν βρήκε κανέναν εκεί. Η γυναίκα που καθάριζε του είπε ότι είχαν πάει στο νεκροταφείο.

Όταν έφτασε στο νεκροταφείο τον έθαβαν. Οι φτυαριές ακούγονταν κόντρα τέμπο με το κλάμα της χήρας.

Πήγε και στάθηκε δίπλα στον Γιάννη.
«Πού ήσουν;» του είπε αυτός σιγά.
«Μου ζήτησε κάτι.»
«Ποιος;»
«Ο Ψηλός. Μου ζήτησε να παίξω ένα κομμάτι.»
«Τι λες;»
«Θα δεις. Τελευταία επιθυμία.»

Ο Στέφανος έκανε ένα βήμα πίσω. Δυνάμωσε την ένταση.
Ω, είναι ωραία στον παράδεισο
βρήκα κι εγώ μια φυλακή
για την καρδιά μου
που λεύτερη δεν άντεχε,
ψυχορραγούσε.

Όλοι στράφηκαν έκπληκτοι. Η Λίτσα κατάλαβε. Μόνο τότε σταμάτησε να κλαίει.

Ενώ το κινητό έπαιζε ο Στέφανος είδε την Νίκη. Τον είχε δει κι εκείνη. Πώς θα μπορούσε να γίνει αλλιώς;

Σαν τέλειωσε το τραγούδι την πλησίασε.
«Γεια σου, Νίκη.»
Είχε είκοσι τρία χρόνια να της μιλήσει, αλλά δεν του ήρθε τίποτα καλύτερο να πει.

Εκείνη χαμογέλασε.
«Όταν πεθαίνει κάποιος θυμόμαστε το παρελθόν», του είπε.

Έμεινε να την κοιτάει απολιθωμένος. Δεν ήταν τα λόγια που τον καθήλωσαν, λόγια πολλοί λένε. Ήταν το πρόσωπο της, το στήσιμο της, το σώμα, τα ρούχα, ο αέρας της.

Θεέ μου! Είναι πιο όμορφη από ποτέ!

~~12~~

Πήγε στο στέκι να βρει την παρέα. Όλοι τον κοίταζαν περίεργα. Έτσι το ‘νιωσε.

Πριν να κάτσει πέτυχε τον Τζίμη, έναν μαλάκα που δεν συμπαθούσε καθόλου. Πριν μερικούς μήνες παραλίγο να πιαστούν στα χέρια.

«Τι έγινε, Στέφανε;» του είπε εκείνος καθώς περνούσε δίπλα του. «Πώς τα πάει η γκόμενα σου; Αντέχει;»
«Τράβα βάρα μια μαλακία να ξεθολώσεις», του απάντησε ο Στέφανος και στάθηκε πάνω απ’ το τραπέζι τους.

Ο Ψηλός κι ο Γιάννης ήταν ήδη εκεί. Φαίνονταν σφιγμένοι. Κάτι παιζόταν, το κατάλαβε. Δεν τον κοιτούσαν στα μάτια.

«Τι μαλάκας!» είπε δυνατά για να ακουστεί κι έδειξε πίσω τον Τζίμη.

Οι φίλοι δεν μίλησαν. Καρφωμένα τα μάτια στο καλαμάκι, ανακάτευαν τον φραπέ τους, ψυχαναγκαστικά.

«Τι παίζει;» τους ρώτησε.
«Είσαι καλά;»
«Γιατί να μην είμαι;»
«Δεν έμαθες τίποτα, ε;»
Ο Ψηλός το είπε αυτό κι έσφιξε το στόμα.

«Τι έγινε, ρε μαλάκες; Αυτοκτόνησε κι ο Κορνέλ;»
Ο Κομπέιν είχε αυτοκτονήσει πριν λίγο καιρό. Ο Κορνέλ θα αυτοκτονούσε μετά από είκοσι χρόνια.
«Χειρότερο.»
«Δηλαδή;»
«Κάτσε, ρε φίλε, κάτσε να σου πούμε», έκανε ο Ψηλός.

Ο Στέφανος έκατσε. Και σίγουρα δεν περίμενε ν’ ακούσει αυτό που άκουσε.

Δεν πήγε να της μιλήσει, δεν την πήρε τηλέφωνο, δεν τη ρώτησε γιατί το έκανε, τι είχε συμβεί. Περπατούσε προς το σπίτι και μονολογούσε. Νόμιζε ότι όλοι τον κοιτούσαν.

Η Νίκη τον πήρε τηλέφωνο το μεσημέρι. Το σήκωσε η μάνα του.

«Δεν είμαι εδώ. Για κανέναν και για καμία», φώναξε ο Στέφανος, ώστε να τον ακούσει κι εκείνη στο τηλέφωνο.

Όλο το βράδυ κοιτούσε τον τοίχο. Κατάφερε να κοιμηθεί λίγο πριν ξημερώσει.

Όταν ξύπνησε είπε στους δικούς του ότι θα πήγαινε στο χωριό για να διαβάσει. Είχε τρεις μήνες ως τις πανελλήνιες, προλάβαινε, αν έφευγε μακριά απ’ την παρέα (και τη Νίκη).

Ο πατέρας του χάρηκε με την απόφαση του, να προσπαθήσει πιο εντατικά. Η μάνα του κατάλαβε. Τον ρώτησε όταν έφτιαχνε τη βαλίτσα του. Της τα είπε όλα. Εκείνη δεν συμφώνησε.

«Πήγαινε να της μιλήσεις. Φύγε για να διαβάσεις, καλό είναι, αλλά πήγαινε να της μιλήσεις πρώτα.»
«Δεν μπορώ ούτε να την κοιτάξω.»
«Όλοι κάνουμε λάθη. Κι εσύ θα κάνεις. Κι ο πατέρας σου έκανε πολλά. Κι εγώ. Αυτό που μας κρατάει μαζί είναι πιο σημαντικό απ’ τα λάθη μας.»
«Ναι; Και τι είναι αυτό; Η συνήθεια;»
«Όχι», είπε η μάνα του αυθόρμητα.

Αλλά δεν ήξερε. Μπορεί να είναι η συνήθεια, μπορεί να είναι ο φόβος της μοναξιάς, μπορεί να είναι ο εθισμός στην παρουσία του άλλου, μπορεί να είναι η ανάγκη, μπορεί να είναι η αγάπη, μπορεί να είναι κάποιες εκλάμψεις έρωτα που φωτίζουν τις πιο σκοτεινές περιόδους.

Δεν υπάρχει λογική εξήγηση, κάτι τέτοιο είναι η συμβίωση και η συζυγική ζωή και η αγάπη και το τέλος που έρχεται μέσα στα βαθιά γεράματα, όταν πλέον ο πόθος είναι σκονισμένος σαν μπιμπελό παρατημένο από καιρό στο σαλόνι.

Το επόμενο πρωινό ο Στέφανος έφυγε για το χωριό τους, τη Θάλαττα. Εκεί διάβασε για τρεις μήνες. Γύρισε, έδωσε εξετάσεις και πέρασε. Το καλοκαίρι δούλεψε στα Κύθηρα. Μετά έπιασε ένα σπίτι στους Αμπελόκηπους. Με την Νίκη δεν ξαναμίλησε.

~~13~~

Περπάτησαν για λίγο μαζί. Μετά ο Στέφανος επέστρεψε στην Ατλαντίδα και καταποντίστηκε στο ουίσκι.

Την είχε μισήσει.

Περίμενε να βρει ένα ερείπιο. Μια γυναίκα διαλυμένη ψυχικά και σωματικά και κοινωνικά και τα πάντα. Μια γυναίκα που θα τον χτυπούσε με τις γροθιές της στο στήθος και θα του φώναζε: «Δεν θα σε συγχωρήσω ποτέ! Ποτέ!»

Νόμιζε ότι θα είχε περάσει τη ζωή της σαν απόκληρη. Μόνη και κατατρεγμένη, να σκέφτεται για είκοσι χρόνια τον Στέφανο. Και βρήκε μια λαμπερή γυναίκα. Και παντρεμένη. Και, το χειρότερο απ’ όλα, ευτυχισμένη.

«Πόνεσα», του είπε, «αλλά έσφιξα τα δόντια. Τώρα εκείνες τις ημέρες τις θυμάμαι σαν μια επώδυνη εγχείρηση. Πέρασε. Με βοήθησαν κι οι φίλοι.»

Μετά γνώρισε τον Γιώργο. Έγιναν ζευγάρι, παντρεύτηκαν, είχαν δυο παιδιά. Το μεγαλύτερο έδινε πανελλήνιες.

«Δεν είμαι πάντα ευτυχισμένη, ποιος είναι; Αλλά υπάρχουν πολλές φορές που νιώθω ευγνωμοσύνη.» Έκανε μια μικρή παύση, κοίταξε τη θάλασσα και είπε: «Παρ’ όλη τη γαλήνη, η θάλασσα δυνατά μύριζε θάλασσα.»

Δεν τη ρώτησε ποιανού λόγια ήταν.

Μετά άτμισε το τσιγάρο της και του είπε:
«Κι εσύ;»

Αυτό ήταν μαχαιριά, ήταν αντικανονικό μαρκάρισμα, ήταν χτύπημα κάτω απ’ τη ζώνη.

Κι εσύ;

Θα μπορούσε να τον χαστουκίσει, να τον χτυπήσει, έστω ν’ αδιαφορήσει, να κάνει ότι δεν τον είδε.

Κι εσύ;

Του έκανε το χειρότερο. Γιατί δεν ήταν εκδίκηση, δεν προσπαθούσε να τον πληγώσει. Τον ρωτούσε ειλικρινά, με συμπάθεια στη φωνή της.

«Εγώ…»
(είμαι αλκοολικός, μόνος, χωρίς οικογένεια, χωρίς δουλειά, χωρίς λεφτά, χωρίς έναν καλό τίτλο για βιβλίο, χωρίς φίλους, χωρίς ψυχή, χωρίς έρωτα, χωρίς μια μέρα μια γαμημένη μέρα που να νιώθω ευγνωμοσύνη, χωρίς χωρίς χωρίς χωρίς, χωρίς εσένα)
«Κι εγώ μια χαρά είμαι», της είπε κι ένιωσε ότι χρειαζόταν πιο πολύ από ποτέ ένα μπουκάλι Μπάρλικορν.

«Δάσκαλος δεν είσαι;»
«Ναι, δάσκαλος.»
(Ήμουν)
«Παντρεύτηκες;»
«Ναι, βεβαίως.»
(Και χώρισα)
«Παιδιά;»
«Τρία.»
(Μείον τρία)
«Να σου ζήσουν.»

Δεν άντεξε άλλο. Γύρισε το κεφάλι στο πλάι και είπε μέσα στα δόντια του:
«Γαμήσου.»
«Τι;» έκανε η Νίκη που είχε ακούσει, αλλά δεν ήθελε να παραδεχτεί τι είχε ακούσει.
«Τίποτα… Όλα καλά.»

Η Νίκη έκανε ένα βήμα πίσω.
«Λοιπόν… Χάρηκα που τα είπαμε, Στέφανε.»
«Ναι, κι εγώ… Μια φιλική κουβέντα πάντα κάνει καλό.»

Η Νίκη δεν του έδωσε το χέρι. Τον χαιρέτησε από μακριά, σαν να ήταν μέσα στο τρένο. Τη χαιρέτησε κι εκείνος.
Τα άλλα τρένα να περνούν.

Έπειτα, καθώς την είδε να απομακρύνεται, πιο όμορφη και πιο ποθητή απ’ όσο ήταν στα δεκαεννιά, τη μίσησε.

~~14~~

Ήταν ξαπλωμένοι στο κρεβάτι. Μόλις είχαν κάνει σεξ για πρώτη φορά. Η Νίκη είχε αποκοιμηθεί χαμογελώντας -πάνω στο χέρι του. Ο Στέφανος την κοιτούσε. Το χέρι του είχε μουδιάσει, αλλά δεν το κουνούσε, για να μην την ξυπνήσει.

«Βρήκα τον παράδεισο», σκέφτηκε -χωρίς να τολμάει να κλείσει τα μάτια.

Γιατί αν τα έκλεινε, μπορεί να ξυπνούσε, και να ήταν όλα μόνο ένα όνειρο.

~~15~~

Ήπιε ενάμιση μπουκάλι, περιμένοντας να χτυπήσει η πόρτα και να μπει ο Ψηλός. Κανείς δεν πήγε. Ούτε οι νεκροί.

Ακουγόταν μουσική. Διάφανα Κρίνα.
Πάει καιρός που έχω φύγει απ’ τη Θήβα
και περιφέρομαι σακάτης και τυφλός.

Βγήκε στο μπαλκόνι του ξενοδοχείου. Τίποτα. Μόνο η θάλασσα, να μυρίζει δυνατά. Μόλις μπήκε μέσα και ξανάκλεισε την πόρτα η μουσική άρχισε πάλι.
Άραγε υπήρξαμε ποτέ; Στα όνειρα μας!

«Κόρσακοφ», είπε.

Του είχε μιλήσει ο γιατρός του νοσοκομείου γι’ αυτό, όταν τον είχαν πάει με διάτρηση στομάχου. Διαταραχή… Τι καλύτερο; Ν’ ακούς μουσική μες στο κεφάλι σου.

Έπεσε πίσω στο κρεβάτι. Την επομένη έπρεπε να ξεκινήσει για να γυρίσει σπίτι.

«Αρχίδια. Ο Κόρσακοφ δεν θα γυρίσει σπίτι.»

Είχε βρει τον τίτλο.

ΤΕΛΟΣ

justify;»>~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Η φωτογραφία είναι από το Δαιμονισμένος Άγγελος.

To «John Barleycorn» είναι αγγλικό φολκ τραγούδι, που αναφέρεται αλληγορικά στην κατασκευή του ουίσκι.

Επίσης είναι τίτλος μιας αυτοβιογραφικής νουβέλας του Τζακ Λόντον, που αναφέρεται στην απόλαυση του ποτού και το πρόβλημα του αλκοολισμού.

Το παραδοσιακό τραγούδι διασκεύασαν οι Traffic με τίτλο «John barleycorn must die».