Εδώ είναι ωραία, μίστερ

0
1945

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι 1995-10-ca.jpg“Θυμάσαι τα Ξύλινα Σπαθιά;” τη ρώτησε
“Το συγκρότημα;”

Κάθονταν στην άκρη του γκρεμού, με τα πόδια τους να κρέμονται, διακόσια πενήντα μέτρα ψηλά. Η θάλασσα φαινόταν ελκυστική, όπως κι η πτώση.

“Ναι, είχαν ένα τραγούδι που έλεγε: Σαν ταινία η ζωή σου να…”
“Περνά.”
“Κυλά.”
“Περνά, νομίζω.”
“Το ίδιο είναι. Περνά, κυλά…”
“Και λοιπόν;” έκανε η Σίγμα, κάπως ανυπόμονα. “Τι θες να πεις;”

Ο Γάμμα βολεύτηκε λίγο καλύτερα στον βράχο πριν απαντήσει.

“Και λοιπόν, ο μαλάκας ο Παυλίδης…” Ο Γάμμα γέλασε. “Ξέχασε να μας πει”, γέλασε κι άλλο, νευρικό γέλιο, “σαν ποια ταινία”, γέλια, “να κυλά.”

Κόλλησε η Σίγμα, ξεκίνησε να γελάει κι εκείνη. Είχαν καπνίσει κάτι ψύλλους.

“Τότε νομίζαμε ότι θα είναι σαν ταινία του Κισλόφσκι”, είπε η Σίγμα όταν ηρέμησε.
“Ναι, ναι, μουσικές του Πράισνερ, συμπτώσεις μαγικές κι ομορφιά κρυμμένη στα πιο απίθανα μέρη.”
“Και πώς είναι;” είπε η Σίγμα.

Ο Γάμμα χαλάστηκε και μόνο που το σκέφτηκε.
“Δεν ξέρω. Πιο πολύ σαν ταινία του Κεν Λόουτς. Φτώχεια, διαλυμένες ελπίδες, ο Ντάνιελ Μπλέικ να πεθαίνει στην ουρά του ΟΑΕΔ, της άλλης να της παίρνουν το παιδί, του άλλου να του παίρνουν το φορτηγάκι. Και να παλεύουμε μ’ έναν γίγαντα, που είναι ο καπιταλισμός, ηλίθιε Παυλίδη.”
“Τι σου φταίει ο Παυλίδης τώρα;” είπε η Σίγμα, όχι πολύ σοβαρά.
“Δεν μου φταίει, έτσι το λέω, έτσι. Να ξεκινήσουμε;”

Η Σίγμα μισόκλεισε τα μάτια.
“Χρειάζεται λες;”
“Ναι, για καλό και για κακό.”

Ο Γάμμα γύρισε προς τα πίσω. Έπιασε το σακίδιο του. Έβγαλε ένα μπουκαλάκι με υπνοσεντόν. Της έδωσε μια χούφτα. Πήγε κι εκείνος άλλα τόσα. Τα κατάπιαν με κρασί. Η Σίγμα έριξε μια ματιά στο κινητό της.

“Εμένα πάντως πιο πολύ με ταινία καταστροφής μου μοιάζει”, είπε στον Γάμμα.
“Τι ταινία;”
“Καταστροφής. Κοίτα.”

Του έδειξε το timeline των ενημερώσεων. Η μισή Αυστραλία είχε καεί, η μισή Ασία είχε πλημμυρίσει, τυφώνες, σεισμοί και λιωμένοι παγετώνες, σαν το παγωτό του Παυλίδη.

“Είναι το Ατλαντίς”, είπε ο Γάμμα, λίγο πιο ήσυχα. Τα παυσίπονα είχαν αρχίσει να πιάνουν.
“Το τραγούδι;”
“Η Ατλαντίδα, η καταποντισμένη ήπειρος, ο καταποντισμένος πλανήτης, χα.”
Ένα μικρό γελάκι.

“Πάμε; Πριν μας πάρει ο ύπνος;” έκανε η Σίγμα.
“Πάμε.”
“Θυμάσαι πού είπαμε ότι θα βρεθούμε;”
“Στα Ντεπώ; Στο λιμάνι.”
“Έλα τώρα.”
“Όχι, περίμενε. Στην Καμάρα. Ξεσσαλονίκη.”
“Πότε;”
“Σε δεκαοκτώ χρόνια. Εαρινή ισημερία του 2038.”
“Πάμε λοιπόν;”
“Ναι. Σ’ αγαπώ.”
“Κι εγώ. Πάντα.”

Η Σίγμα έσκυψε και φιλήθηκαν. Έμειναν για λίγο αγκαλιασμένοι. Ο Γάμμα έκανε λίγο πίσω και την κοίταξε.
“Αναρωτιέμαι πώς θα είσαι.”
“Θα δούμε. Πάμε, γιατί είμαι έτοιμη να κοιμηθώ.”

Έσφιξαν τα χέρια. Ο Γάμμα στα αριστερά. Η Σίγμα στα δεξιά. Κοίταξαν κάτω, τη θάλασσα. Και πήδηξαν.

Καθώς έπεφταν, χωρίς ν’ αφήσουν το χέρι, η Σίγμα του φώναξε: “Τουλάχιστον γλιτώσαμε το About Schmidt.”

Ο Γάμμα δεν πρόλαβε να απαντήσει, αλλά θυμήθηκε την ταινία. Ο Τζακ Νίκολσον που κοιτάει το ρολόι για να συνταξιοδοτηθεί, από μια βαρετή δουλειά όπου πάντα κοιτούσε το ρολόι. Η γυναίκα του πεθαίνει και δεν έχει κανέναν. Πηγαίνει στον γάμο της κόρης του και αντιλαμβάνεται ότι είναι ξένος. Γυρνάει σπίτι μόνος, χωρίς τίποτα, μια άδεια ζωή με σύνταξη.

Ο Γάμμα κι η Σίγμα έπεσαν στα βράχια. Σκοτώθηκαν ακαριαία.

~~{}~~

Δεκαοκτώ χρόνια μετά η Σίγμα περιμένει στην Καμάρα. Πήγε με τα πόδια απ’ το σταθμό, αφού τα λεωφορεία απεργούν και το μετρό δεν έχει τελειώσει ακόμα. Δεν την νοιάζει. Είναι ωραία να είσαι δεκαοκτώ χρονών πάλι. Τίποτα δεν σε πονάει. Όσο κι αν περπατήσεις.

Περιμένει. Κάποια στιγμή βλέπει να την πλησιάζει μια κοπέλα.
“Σαν ταινία”, λέει η Γάμμα.
“Είσαι ωραία”, λέει η Σίγμα.

Αγκαλιάζονται και φιλιούνται. Κάποιοι τις κοιτούν. Η Γάμμα με τη Σίγμα φεύγουν αγκαλιασμένες.

“Πώς πέρασες;” τη ρωτάει η Σίγμα.
“Πλάκα είχε. Καιρό είχε να μου τύχει να ‘μαι γυναίκα.”
“Και τώρα τι θα κάνουμε;”
“Ό,τι θέλουμε.”

Περπατάνε για λίγο στη Θεσσαλονίκη του 2038. Δεν έχουν αλλάξει πολλά. Σχεδόν τίποτα. Μόνο που όλοι οι άντρες φοράνε καπέλο κι είναι φρεσκοξυρισμένοι, σαν τον Χάμφρι Μπόγκαρτ.

“Φαντάζεσαι να ζούσαμε μόνο μια ζωή;” λέει η Σίγμα.
“Και να τη χαραμίζαμε για να πληρώνουμε λογαριασμούς;”
“Δεν αντέχω ούτε να το σκεφτώ.”

“Μπορεί να μην ονειρεύονται”, λέει η Σίγμα δείχνοντας κάποιον που μοιράζει διαφημιστικά φυλλάδια.
“Όχι, είναι ο φόβος της πείνας. Το είπε ο Μαρξ.”
“Ο φόβος του θανάτου.”
“Οπότε, για να μην πεθάνεις της πείνας, ζεις όλη σου τη ζωή σαν πεθαμένος.”

Η Σίγμα σταματάει απότομα.
“Κοίτα!” Δείχνει μια βιτρίνα. “Ζει!”

Στη βιτρίνα έχει την αφίσα μιας εμφάνισης του Παυλίδη και των b-movies.

“Θα πάμε”, λέει η Γάμμα.
“Εννοείται. Και στα παρασκήνια. Θέλω να τον ρωτήσω κάτι.”

~~~~~~{}~~~~~~

Ο Παυλίδης κάθεται στο καμαρίνι του. Δεν πίνει, ούτε καπνίζει. Με το ζόρι έβγαλε τη συναυλία πάλι. Η καρδιά του δεν αντέχει άλλο. Ο γιατρός του ‘πε να κάνει κάτι άλλο. Κηπουρική, πλέξιμο, σκάκι, κάτι χωρίς ένταση.

Στη συναυλία κοιτούσε τα κεφάλια του κοινού. Όλοι ασπρομάλληδες, ακόμα κι οι γυναίκες. Είναι στη μόδα το φυσικό λουκ. Του ζητούσαν να παίξει τα παλιά τραγούδια, απ’ τα Ξύλινα Σπαθιά. Δεν τους έκανε τη χάρη. Έχει να παίξει την Αδρεναλίνη από τότε που ήταν πενήντα.

Κοιτιέται στον καθρέφτη και τραγουδάει σιγά:
“Θες να με κάνεις να πιστέψω
πως τελειώσαν όλα κι ήρθε ο καιρός
να την ξεχάσω τη ζωή
και να ξυπνάω κάθε μέρα νεκρός.”

Χτυπάει η πόρτα. Ο Παυλίδης σκέφτεται ότι θα είναι κάποιος συνομήλικος, να του πει ότι τον είχε δει σε μια συναυλία το 1993.

“Περάστε”, λέει άκεφα.

Μπαίνουν δυο κορίτσια. Φοράνε τα διάφανα πουκάμισα που είναι της μόδας. Χωρίς σουτιέν. Η καρδιά του Παυλίδη χάνει δυο χτύπους.

“Μάλλον ήρθατε σε λάθος συναυλία”, τους λέει.
“Κύριε Παυλίδη, ξέρουμε όλα τα τραγούδια σας απ’ έξω”, λέει η μελαχρινή.
“Αλήθεια;”
“Ε, απ’ την περίοδο με τα Ξύλινα Σπαθιά.”
“Ως συνήθως.”

Τα κορίτσια στέκονται μπροστά του. Ο Παυλίδης προσπαθεί να μην κοιτάει τις ρώγες τους.

“Κύριε Παυλίδη, όταν γράφατε τον στίχο σαν ταινία η ζωή σου να κυλά…”
“Περνά”, λέει η μελαχρινή.
“Κυλά”, λέει ο Παυλίδης.
“Να κυλά”, λέει η ξανθιά. “Ποια ταινία είχατε στο νου σας; Τη διπλή ζωή της Βερόνικας;”
“Μην τον επηρεάζεις”, λέει η μελαχρινή.

“Πάει καιρός”, λέει ο Παυλίδης. “Πολύς καιρός.”
“Προσπαθήστε να θυμηθείτε.”

Κλείνει τα μάτια και το μουρμουρίζει. Θα ‘μαι πάντα εγώ μες στο όπλο σου σφαίρα… Ξέρω ένα παιδί που μου λέει πως σε ξέρει…

Θυμάται και χαμογελάει.
“Δεν ήταν Κισλόφσκι”, λέει στο κορίτσι.
“Φασμπίντερ;”
“Ούτε.” Γελάει. Είχε καιρό να γελάσει. “Ήταν η… Εμμανουέλα.”

Τα κορίτσια λένε μαζί: “Το ερωτικό b-movie;”
“Αυτό”, κάνει ο Παυλίδης. “Το είδα όταν ήμουν έντεκα χρονών. Το ‘παιζε σ’ ένα θερινό, στη Βέροια. Με τα φιλαράκια είχαμε σκαρφαλώσει σε μια ταράτσα. απέναντι απ’ το σινεμά. Πρώτη έβλεπα βυζί. Πέρα απ’ της μάνας μου υποθέτω. Με είχε μαγέψει. Τόσες γυμνές γυναίκες. Η Ινδοκίνα.”

Τα κορίτσια το σκέφτονται για λίγο. Μετά φαίνεται να συμφωνούν. Τι πιο ευχάριστο απ’ το να κυλάει η ζωή σου σαν μια ταινία με την Σίλβια Κριστέλ; Κανένα βάσανο, καμία απορία, μόνο ηδονή.

Τον ευχαριστούν και φεύγουν. Ο Παυλίδης κοιτάει την κλειστή πόρτα. Μετά τα μάτια του λαμπυρίζουν. Πιάνει το χαρτί και σημειώνει μερικούς στίχους για κλειστές πόρτες, ανθισμένες ρώγες και τα χρόνια που περνάνε. Παίρνει και την κιθάρα. Το παίζει. Του αρέσει.

Ας λέει ό,τι θέλει ο γιατρός. Θα μείνει πάνω στη σκηνή μέχρι να ψοφήσει.
“Δε γαμιέται”, λέει στον καθρέφτη. “Σαν ταινία η ζωή σου να τελειώσει.”

~~~~~~~~

Η Δέλτα με τη Σίγμα περπατούν στο δρόμο πιασμένες αγκαζέ.

“Μερικές φορές τους ζηλεύω”, λέει η Σίγμα.
“Που γράφουν τραγούδια και τέτοια;”
“Ναι, και τέτοια. Πώς το καταφέρνουν;”
“Μάλλον επειδή ξέρουν ότι θα πεθάνουν.”

Η Δέλτα τη φιλάει και της τραγουδάει:
Χιπ χοπ χάνομαι μεσ’ τα δίχτυα πιάνομαι
απόψε πέθανα με βρήκανε στην αμμουδιά
δίπλα στα κύματα.
Εδώ είν’ ωραία Mister.