Εδώ είναι ωραία, μίστερ

0
4654

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι 1995-10-ca.jpg“Θυμάσαι τα Ξύλινα Σπαθιά;” τη ρώτησε
“Το συγκρότημα;”

Κάθονταν στην άκρη του γκρεμού, με τα πόδια τους να κρέμονται, διακόσια πενήντα μέτρα ψηλά. Η θάλασσα φαινόταν ελκυστική, όπως κι η πτώση.

“Ναι… Είχαν ένα τραγούδι που έλεγε: Σαν ταινία η ζωή σου να…”
“Περνά.”
“Κυλά.”
“Περνά, έτσι έλεγε… Νομίζω.”
“Το ίδιο είναι. Περνά… κυλά…”
“Και λοιπόν;” έκανε η Σίγμα, κάπως ανυπόμονα. “Τι θες να πεις;”

Ο Γάμμα βολεύτηκε λίγο καλύτερα στον βράχο πριν απαντήσει.

“Και λοιπόν, ο μαλάκας ο Παυλίδης…” Ο Γάμμα γέλασε. “Ξέχασε να μας πει”, γέλασε κι άλλο, νευρικό γέλιο, “σαν ποια ταινία”, γέλια, “η ζωή μας να κυλά.”

Κόλλησε η Σίγμα, ξεκίνησε να γελάει κι εκείνη. Είχαν καπνίσει κάτι ψύλλους, την είχαν ακούσει.

“Εντάξει, τότε νομίζαμε ότι θα είναι σαν ταινία του Κισλόφσκι”, είπε η Σίγμα όταν ηρέμησε.
“Ναι, ναι, μουσικές του Πράισνερ, συμπτώσεις μαγικές κι ομορφιά κρυμμένη στα πιο απίθανα μέρη.”
“Και πώς είναι;” είπε η Σίγμα.

Ο Γάμμα χαλάστηκε και μόνο που το σκέφτηκε.
“Δεν ξέρω… Πιο πολύ σαν ταινία του Κεν Λόουτς: Φτώχεια, διαλυμένες ελπίδες, ο Ντάνιελ Μπλέικ να πεθαίνει στην ουρά της ανεργίας, της άλλης να της παίρνουν το παιδί, του άλλου να του κλέβουν το φορτηγάκι… Και να παλεύουν όλοι μ’ έναν γίγαντα… Που είναι ο καπιταλισμός, γαμημένε Παυλίδη.”
“Τι σου φταίει ο Παυλίδης τώρα;” είπε η Σίγμα, όχι πολύ σοβαρά.
“Δεν μου φταίει, έτσι το λέω, έτσι… Να ξεκινήσουμε;”

Η Σίγμα μισόκλεισε τα μάτια.
“Χρειάζεται λες;”
“Ναι, για καλό και για κακό.”

Ο Γάμμα γύρισε προς τα πίσω. Έπιασε το σακίδιο του. Έβγαλε ένα μπουκαλάκι με υπνοσεντόν. Της έδωσε μια χούφτα. Πήγε κι εκείνος άλλα τόσα. Τα κατάπιαν με κρασί. Η Σίγμα έριξε μια ματιά στο κινητό της.

“Εμένα πάντως πιο πολύ με ταινία καταστροφής μου μοιάζει”, είπε στον Γάμμα.
“Τι ταινία;”
“Καταστροφής… Κοίτα!”

Του έδειξε το timeline των ενημερώσεων. Η μισή Αυστραλία είχε καεί, η μισή Ασία είχε πλημμυρίσει, τυφώνες, σεισμοί και λιωμένοι παγετώνες, σαν το παγωτό του Παυλίδη.

“Είναι το Ατλαντίς”, είπε ο Γάμμα, λίγο πιο ήσυχα. Τα παυσίπονα είχαν αρχίσει να πιάνουν.
“Το τραγούδι;”
“Η Ατλαντίδα, η καταποντισμένη ήπειρος, ο καταποντισμένος πλανήτης, χα.” Ένα μικρό γελάκι.

“Πάμε; Πριν μας πάρει ο ύπνος;” έκανε η Σίγμα.
“Πάμε.”
“Θυμάσαι πού είπαμε ότι θα βρεθούμε;”
“Στα Ντεπώ; Στο λιμάνι…”
“Έλα τώρα.”
“Όχι, περίμενε… Στην Καμάρα. Ξεσσαλονίκη.”
“Πότε;”
“Σε δεκαοκτώ χρόνια… Άνοιξη. Εαρινή ισημερία του 2038.”
“Πάμε λοιπόν;”
“Ναι… Σ’ αγαπώ.”
“Κι εγώ… Για πάντα.”

Η Σίγμα έσκυψε και φιλήθηκαν. Έμειναν για λίγο αγκαλιασμένοι. Ο Γάμμα έκανε λίγο πίσω και την κοίταξε.
“Αναρωτιέμαι πώς θα είσαι.”
“Θα δούμε… Πάμε, γιατί είμαι έτοιμη να κοιμηθώ.”

Έσφιξαν τα χέρια. Ο Γάμμα στα αριστερά. Η Σίγμα στα δεξιά. Κοίταξαν κάτω, τη θάλασσα. Και πήδηξαν.

Καθώς έπεφταν, χωρίς ν’ αφήσουν το χέρι, η Σίγμα του φώναξε: “Τουλάχιστον γλιτώσαμε το About Schmidt.”

~

Ο Γάμμα δεν πρόλαβε να απαντήσει, αλλά θυμήθηκε την ταινία που περνά σαν τη ζωή σου… Ο Τζακ Νίκολσον που κοιτάει το ρολόι για να συνταξιοδοτηθεί, από μια βαρετή δουλειά όπου πάντα κοιτούσε το ρολόι. Η γυναίκα του πεθαίνει και δεν έχει κανέναν. Πηγαίνει στον γάμο της κόρης του και αντιλαμβάνεται ότι είναι ξένος. Γυρνάει σπίτι μόνος, χωρίς τίποτα, μια άδεια ζωή με σύνταξη.

~

Ο Γάμμα κι η Σίγμα έπεσαν στα βράχια. Σκοτώθηκαν ακαριαία.

~~{}~~

Δεκαοκτώ χρόνια μετά η Σίγμα περιμένει στην Καμάρα. Πήγε με τα πόδια απ’ το σταθμό, αφού τα λεωφορεία απεργούν – και το μετρό δεν έχει τελειώσει ακόμα. Δεν την νοιάζει. Είναι ωραίο να ‘σαι δεκαοκτώ χρονών και πάλι…
Τίποτα δεν σε πονάει. Όσο κι αν περπατήσεις.

Περιμένει στη Καμάρα. Κάνει έναν “Buffo” που πήρε απ’ το μαγαζάκι. Είναι μια πρόοδος· νομιμοποιήθηκε η κάνναβη.

Κάποια στιγμή βλέπει να την πλησιάζει μια κοπέλα.
“Σαν ταινία”, της λέει η Γάμμα.
“Είσαι ωραία”, απαντάει γελώντας η Σίγμα.

Αγκαλιάζονται και φιλιούνται. Κάποιοι τις κοιτούν. Η Γάμμα με τη Σίγμα φεύγουν αγκαλιασμένες, χωρίς να νοιάζονται για τα βλέμματα.

“Πώς πέρασες;” τη ρωτάει η Σίγμα.
“Πλάκα έχει… Πάει καιρός που ήμουν γυναίκα”, λέει η Γάμμα (που ήταν Ο Γάμμα πριν).
“Και τώρα τι θα κάνουμε;” λέει η Σίγμα.
“Ό,τι θέλουμε.”

Περπατάνε για λίγο στη Θεσσαλονίκη του 2038. Δεν έχουν αλλάξει πολλά απ’ την τελευταία φορά που ήταν στην πόλη, πριν είκοσι χρόνια. Σχεδόν τίποτα δεν άλλαξε. Ίσως μόνο που όλοι οι άντρες φοράνε καπέλο κι είναι φρεσκοξυρισμένοι, σαν τον Χάμφρι Μπόγκαρτ.

“Φαντάζεσαι να ζούσαμε μόνο μια ζωή;” λέει η Σίγμα.
“Και να τη χαραμίζαμε για να πληρώνουμε λογαριασμούς;” τρομάζει η Γάμμα. “Δεν αντέχω ούτε να το σκεφτώ.”

~

“Μπορεί να μην ονειρεύονται”, λέει η Σίγμα δείχνοντας κάποιον που μοιράζει διαφημιστικά φυλλάδια.
“Όχι, ονειρεύονται, όλα τα ζώα κι όλοι οι άνθρωποι ονειρεύονται. Όχι, είναι ο φόβος της πείνας, γι’ αυτό δεν ζουν… Το είπε κι ο Μαρξ.”
“Ο φόβος του θανάτου.”
“Οπότε, για να μην πεθάνεις της πείνας, ζεις όλη σου τη ζωή σαν πεθαμένος.”

Η Σίγμα σταματάει απότομα.
“Κοίτα!” Δείχνει μια βιτρίνα. “Ζει!”

Στη βιτρίνα έχει την αφίσα μιας εμφάνισης του Παυλίδη και των b-movies.

“Θα πάμε”, λέει η Γάμμα.
“Εννοείται! Και στα παρασκήνια… Θέλω να τον ρωτήσω κάτι.”

~~~~~~{}~~~~~~

Ο Παυλίδης κάθεται στο καμαρίνι του. Δεν πίνει, ούτε καπνίζει. Με το ζόρι έβγαλε τη συναυλία πάλι. Η καρδιά του δεν αντέχει άλλο. Ο γιατρός τού  ‘πε να κάνει κάτι άλλο· κηπουρική, πλέξιμο, σκάκι… κάτι.
Κάτι χωρίς ένταση.

Στη συναυλία κοιτούσε τα κεφάλια των ακροατών. Όλοι ασπρομάλληδες, ακόμα κι οι γυναίκες. Είναι στη μόδα το φυσικό λουκ. Του ζητούσαν να παίξει τα παλιά τραγούδια, απ’ τα Ξύλινα Σπαθιά. Δεν τους έκανε τη χάρη. Έχει να παίξει την Αδρεναλίνη από τότε που ήταν πενήντα. Δεν ήταν ότι τα έχει βαρεθεί… Έχει αλλάξει. Δεν είναι πια εκείνος ο Παυλίδης, της δεκαετίας του ενενήντα.

Κοιτιέται στον καθρέφτη και τραγουδάει σιγά:
“Θες να με κάνεις να πιστέψω
πως τελειώσαν όλα κι ήρθε ο καιρός
να την ξεχάσω τη ζωή
και να ξυπνάω κάθε μέρα νεκρός.”

Ακούγεται χτύπημα στην πόρτα. Ο Παυλίδης σκέφτεται ότι θα είναι κάποιος συνομήλικος θαυμαστής, να του πει ότι τον είχε δει σε μια συναυλία -το 1993.

“Περάστε”, λέει άκεφα.

Μπαίνουν δυο κορίτσια. Φοράνε τα διάφανα πουκάμισα που είναι της μόδας (χωρίς σουτιέν). Η καρδιά του Παυλίδη χάνει δυο χτύπους.

“Μάλλον ήρθατε σε λάθος συναυλία”, τους λέει.
“Κύριε Παυλίδη, ξέρουμε όλα τα τραγούδια σας απ’ έξω”, λέει η μελαχρινή.
“Αλήθεια;”
“Ε… Απ’ την περίοδο με τα Ξύλινα Σπαθιά σίγουρα.”
“Ως συνήθως.”

Τα κορίτσια στέκονται μπροστά του. Ο Παυλίδης προσπαθεί να μην κοιτάει τις ρώγες τους.

“Κύριε Παυλίδη, όταν γράφατε τον στίχο… σαν ταινία η ζωή σου να κυλά…”
“Περνά”, λέει η μελαχρινή.
“Κυλά”, λέει ο Παυλίδης.
“Να κυλά”, λέει η ξανθιά. “Ποια ταινία είχατε στο νου σας; Τη διπλή ζωή της Βερόνικας;”
“Μην τον επηρεάζεις”, λέει η μελαχρινή.

“Πάει καιρός”, λέει ο Παυλίδης. “Πολύς καιρός.”
“Προσπαθήστε να θυμηθείτε.”

Κλείνει τα μάτια και το μουρμουρίζει. Θα ‘μαι πάντα εγώ μες στο όπλο σου σφαίρα… Ξέρω ένα παιδί που μου λέει πως σε ξέρει…

Θυμάται και χαμογελάει.
“Δεν ήταν Κισλόφσκι”, λέει στο κορίτσι.
“Φασμπίντερ;”
“Ούτε.” Ο Παύλος γελάει… Είχε καιρό να γελάσει. “Ήταν η… Εμμανουέλα.”

Τα κορίτσια λένε μαζί: “Το ερωτικό b-movie;”

“Αυτό”, κάνει ο Παυλίδης. “Το είδα όταν ήμουν έντεκα χρονών. Το ‘παιζε σ’ έναν θερινό σινεμά, στη Βέροια. Με τα φιλαράκια είχαμε σκαρφαλώσει σε μια ταράτσα. απέναντι απ’ την οθόνη… Πρώτη φορά έβλεπα βυζί. Πέρα απ’ της μάνας μου υποθέτω. Με είχε μαγέψει… Τόσες γυμνές γυναίκες… Η Ινδοκίνα…”

Τα κορίτσια το σκέφτονται για λίγο. Μετά συμφωνούν. Τι πιο ευχάριστο απ’ το να κυλάει η ζωή σου σαν μια ταινία με την Σίλβια Κριστέλ; Κανένα βάσανο, καμία απορία, μόνο ηδονή. Τον ευχαριστούν και φεύγουν.

Ο Παυλίδης κοιτάει την κλειστή πόρτα…

Ένα τετράμετρο αργότερα, τα μάτια του λαμπυρίζουν. Πιάνει το χαρτί και σημειώνει μερικούς στίχους για κλειστές πόρτες, ανθισμένες ρώγες και τα χρόνια που περνάνε. Παίρνει και την κιθάρα. Το παίζει… Του αρέσει.

Ας λέει ό,τι θέλει ο γιατρός. Θα μείνει πάνω στη σκηνή μέχρι να ψοφήσει.

Ο Παυλίδης κοιτιέται στον καθρέφτη και χαμογελάει: “Δε γαμιέται… Σαν ταινία η ζωή σου να τελειώσει.”

~~~~~~~~

Την ίδια στιγμή η Γάμμα με τη Σίγμα περπατούν στο δρόμο πιασμένες αγκαζέ.

“Μερικές φορές τους ζηλεύω”, λέει η Σίγμα.
“Που γράφουν τραγούδια και τέτοια;”
“Ναι, και τέτοια. Πώς το καταφέρνουν;”
“Μάλλον επειδή ξέρουν ότι θα πεθάνουν.”

Η Γάμμα τη φιλάει και της τραγουδάει:
“Πόσες φορές θα στρίψει αυτή η σφαίρα
ώσπου ν’ αρχίσω πια να σ’ εμπιστεύομαι
ώσπου να πάψω να φοβάμαι…”

~~~~{}~~~{}~~~~{}~~~~~{}~~~~~{}~~~

O Θ. Αν. μου επισήμανε ότι υπάρχει ένα άλλο τραγούδι από τα Ξύλινα Σπαθιά που ταιριάζει τόσο μ’ αυτό το διήγημα, “Στο Βράχο”.

– ”Στέκομαι στην άκρη του γκρεμού
και κοιτάω όλους αυτούς που τους έσπρωξε ένα χέρι
κι αναγκάστηκαν να βγάλουνε φτερά
τώρα τους φωτίζει αυτό το υπέροχο αστέρι
τους κοιτάω να πλανιούνται μακρυά
πέρα από τα πέρατα πέρα από τα πέρα μέρη…”