Το μυστήριο του νεκρού γίγαντα

0
531

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι big-sleep.jpgΤο κείμενο έγραψε ο Zas, στο πλαίσιο του Συνεργείου Δημιουργικής Γραφής, παίζοντας με τις διαφορετικές οπτικές γωνίες.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Σχεδόν κοιμόταν όρθιος. Η μούρη του πήρε αυτή την γελοία γκριμάτσα, καθώς προσπαθούσε να συγκρατήσει το αναμμένο τσιγάρο στο στόμα του, ενώ χασμουριόταν.

Την πόρτα άνοιξε μια κλασική κυράτσα, βαμμένη σαν ζόμπι, με ύφος χιλίων καρδιναλίων. Την χαιρέτησε σηκώνοντας το καπέλο του, μαζί με το περουκίνι που βρισκόταν κολλημένο από κάτω, αποκαλύπτοντας την καλογυαλισμένη καράφλα του. Η κυράτσα του έκανε ένα ξινισμένο νόημα με το κεφάλι για να την ακολουθήσει και άρχισε να κατεβαίνει γρήγορα τις σκάλες προς το υπόγειο.

Ακούστηκε ένα κλικ, και άναψε το φως του υπογείου.
“Φεύγω, θα είμαι πάνω αν με χρειαστείς” είπε με μούτρα εμφανώς αηδιασμένα από την θέα και την μυρωδιά του πτώματος.

Μπροστά του βρισκόταν ένα νεκρός γίγαντας. Γύρω στα δύο μέτρα, 150 κιλά, μελαχρινός, με πολύ κοντό μαλλί και ένα πολύ λεπτό μουστάκι. Ξαπλωμένος ανάσκελα με τα χέρια και τα πόδια ανοιγμένα, είχε πλέον μια πρασινωπή όψη. Κανένα εμφανές σημείο τραυματισμού.

Χασμουρήθηκε πάλι και αφού πρώτα κοίταξε αριστερά δεξιά, σκούντηξε ελαφρά με το πόδι του το πτώμα.

Κάθισε για λίγο στον πάγκο και πέρασε δύο στιγμές κοιτώντας το σώμα του νεκρού. Άναψε ένα ακόμα τσιγάρο, ήπιε μια γερή γουλιά καφέ από το θερμός του, έξυσε το πιγούνι του, σκούπισε το μέτωπο του και μετά έβγαλε το κινητό του από την τσέπη. Το τηλέφωνο χτύπησε επτά φόρες μέχρι που ακούστηκε μια υπερδιγερμένη φωνή από την άλλη άκρη της γραμμής.

“Ναι. Ποιος;”
“Έλα ρε μαλάκα εγώ είμαι. Κάνε μου τη χάρη και έλα από εδώ. Έχει ένα νεκρό τέρας αυτή η θεία στο υπόγειο και δεν ξέρω τι να το κάνω.”
“Έρχομαι!” τσίριξε και αμέσως έκλεισε το ακουστικό.

Μετά από περίπου είκοσι λεπτά, έφτασε ο τσιτωμένος συνάδελφος του κοιμήση στο υπόγειο. Κατέβηκε τις σκάλες με θόρυβο, χαζογελώντας με τσιριχτή φωνή, με κάτι ασυνάρτητο που του έλεγε η κυράτσα.

“Ήρθα καρφωτός από το τμήμα με την μηχανή. Με 250 έτρεχα μαλάκα. Πωπωω τι να αυτός ρε ?” είπε με το που είδε το πτώμα.

Ο κοιμήσης που βρισκόταν ακόμα στην ίδια θέση, κούνησε πάνω κάτω αργά το κεφάλι του, σαν να ήθελε να λιβανίσει τον χώρο με το τσιγάρο που είχε στο στόμα του.

“Γάμησε τα. Η θεία λέει, ότι την τράβηξε η μυρωδιά στο υπόγειο και τον βρήκε έτσι. Άντε να βρεις άκρη τώρα”
“ Σκυλοβρωμάει ρε, πως την παλεύεις τόση ώρα εδώ κάτω;”
“Φαντάσου ούτε η μπόχα δεν μπορεί να με ξυπνήσει. Τι κατάσταση είναι αυτή?” είπε ο κοιμήσης και χασμουρήθηκε πάλι.
“Έμαθες τίποτα ή με κουβάλησες τσάμπα ?”

“Ο τύπος έμενε στον πέμπτο και πρέπει να τα τίναξε πριν τέσσερις μέρες. Άραβας ή κάτι τέτοιο. Έχει κάποιους μήνες που μετακόμισε στην πολυκατοικία. Ήταν ταχυδρόμος και κάθε πρωί που πήγαινε στην δουλειά, τον έβλεπε η θεία από το παράθυρο. Και καλά, λέει, είναι η ώρα που απλώνει τα ρούχα. Από ότι κατάλαβα είναι μεγάλη κατίνα και δεν έχει άλλη δουλειά, οπότε όλη μέρα παρακολουθεί τους πάντες. Στάνταρ έχει στήσει αυτί τώρα από πάνω.”

“Ωραία, τίποτα άλλο;”
“Αυτός για να έχει πρασινίσει και να μην έχει και καμιά πληγή από τι μπορεί να πήγε; Ανακοπή; εγκεφαλικό;”
“Πιο πιθανό ασφυξία θα έλεγα.” είπε ο τσιτωμένος με γουρλωμένα τα μάτια και άρχισε να ξύνει την μύτη του έντονα και να κουνάει τα χείλη νευρικά.
“Πάμε να μιλήσουμε με την θεία μαζί. Δεν την αντέχω μόνος.”

~~

Άνοιξα την πόρτα και τους είδα μπροστά μου. Αυτό το καραφλοειδές που κοιμάται όρθιο με το τσιγάρο κολλημένο στο στόμα και το παλικάρι, το νταβραντισμένο, με το δερμάτινο μπουφάν, τα rayban γυαλιά και τα πρησμένα μούσκουλα. Για κάποιο λόγο έτριβε συνέχεια την μύτη του και πήγαινε πάνω κάτω σαν ελατήριο. Μάλλον είχε στρεσαριστεί το χρυσό μου.

“Παρακαλώ αστυνόμοι, πως μπορώ να σας βοηθήσω;”
“Μπορείτε να μας πείτε, τι ακριβώς ξέρετε για την υπόθεση, τώρα που είναι και ο συνάδελφος μπροστά;” είπε ο κοιμήσης με φλώρικο χαμόγελο.

“Φυσικά!” είπα και έκλεισα το μάτι στον παίδαρο αστυνομικό, τιμωρό του εγκλήματος, ατίθασο καβαλάρη της ασφάλτου.
“Κάποιο ατύχημα θεωρώ. Ο κύριος Μπασίρ, το θύμα δηλαδή, ήταν ο ταχυδρόμος, όπως σας έχω πει ήδη και όπως όλοι οι ταχυδρόμοι είχε ένα φοβερό αντίπαλο. Τα σκυλιά. Χρειάζομαι ένα τσιγάρο με όλη αυτή την αναστάτωση. Έχετε μήπως κύριε παίδαρε;”
“Ε, σας παρακαλώ κύρια μου. Όχι δεν καπνίζω.”

“Α ούτε εγώ καπνίζω τελικά” του είπα, μην με περάσει και για καμιά παρτάλω. Αν ήξερα ότι θα έρθει τέτοιο τεκνό, θα είχα φροντίσει να βάλω κατιτίς της προκοπής πάνω μου. Ή να βγάλω.

“Πού είχα μείνει. Α ναι. Ο κύριος Μπασίρ λοιπόν λογικά πήγε να βάλει την αλληλογραφία κάτω από την πόρτα του ηλικιωμένου κυρίου, που μένει στο ισόγειο, όπως συνηθίζει να κάνει, με την διαφορά ότι δεν ήξερε ότι ο κύριος είχε μόλις πάρει έναν σκύλο για συντροφιά. Αν θέλετε την γνώμη μου, τον πήρε για να τον βγάζει βόλτα τώρα με την καραντίνα, αλλά τέλος πάντων.

Ένα αρσενικό πίτμπουλ 20 κιλά. Κέρβερος. Με το που άκουσε το γάβγισμα του πίσω από την πόρτα, γλίστρησε, έπεσε από τις σκάλες στο υπόγειο, χτύπησε το κεφάλι του ή κάτι τέτοιο και έμεινε στον τόπο. Καλά δεν τα λέω, κύριε αστυνόμε μου; Ελπίζω να μην σας κλέψω την δουλειά.”

θα προτιμούσα να κλέψω εσένα τον ίδιο, σκληρέ και αδυσώπητε δυνάστη του γυναικείου φύλλου.

“Ενδιαφέρον θεωρία.” είπε ο κούκλος.
“Ναι, ενδιαφέρουσα θεωρία μόνο που ο κύριος Μπασίρ δεν είχε κανένα χτύπημα στο κεφάλι του”, είπε και το άλλο το βλαμμένο μέσα από τα δόντια του.
“Ε καλά, μπορεί να έμεινε στον τόπο από την τρομάρα του, και μετά να έπεσε.”

~~

Οι αστυνομικοί κατέβηκαν στο ισόγειο και παρατήρησαν ότι η πόρτα του ηλικιωμένου κυρίου βρισκόταν αντικριστά της πόρτας του υπογείου. Η θεωρία της κυράτσας θα μπορούσε να είναι πραγματική. Αφού κάθισαν και συζήτησαν για λίγη ώρα έξω από την πόρτα, άκουσαν το σκυλί να γαβγίζει μέσα από το διαμέρισμα, σαν λυσσασμένο.

“Κάτι άλλο παίζει ρε μαλάκα”, είπε ο τσιτωμένος.
Άνοιξε μια μικρή μεταλλική ταμπακιέρα, πήρε με τον νυχάκι του μια τζούρα άσπρης σκόνης και την σνίφαρε λαίμαργα, τινάζοντας το κεφάλι του προς τα πίσω.

Ο κοιμήσης τον κοίταξε βαριεστημένα και είπε: “Ας ψάξουμε τον χώρο.”

Όση ώρα πήρε του βαριεστημένου να επεξεργαστεί τον κεντρικό λέβητα φυσικού αερίου, ο τσιτωμένος είχε κάνει άνω κάτω όλο το υπόγειο.

“Τι σκατά ρε μαλάκα. Δεν βλέπω τίποτα περίεργο. Εσύ βρήκες τίποτα; Λέγε ρε. Άντε, τι κοιτάς τόση ώρα τον λέβητα;”
“Αυτό που είπες για την ασφυξία έχει μια βάση, αλλά δεν φαίνεται ο λέβητας να έχει σχέση τελικά. Αλλά δες τι φασαρία κάνει. Θα μπορούσε εύκολα να καλύψει τον θόρυβο ενός ανθρώπου που πνίγεται.”

Άφησε τον λέβητα στην άκρη και επεξεργάστηκε τον χώρο. Αναρωτιόταν πως κατέληξε σε ένα μικρό μουχλιασμένο υπόγειο, με έναν νεκρό πράσινο βρομερό γίγαντα, έναν κοκάκια συνάδερφο και μία σπαστική κυράτσα, που είχε στήσει αυτί λίγα μέτρα πιο πάνω.

Ήθελε να γίνει αστυνομικός από τότε που θυμόταν τον εαυτό του. Φανταζόταν την ζωή του, σαν τα φιλμ νουάρ που έβλεπε μικρός. Τώρα όμως ένιωθε πως ζούσε σε ένα κακό b-movie από τα 80s. Αν έβγαινε μια δολοφονική χλαπάτσα από το σιφόνι και τους έπνιγε μέχρι να πρασινίσουν, δεν θα παραξενευόταν.

Το μάτι του έπεσε στο μικρό παραθυράκι που βρισκόταν ακριβώς κάτω από το ταβάνι του υπογείου. Ένα αποτύπωμα παλάμης στο κατασκονισμένο τζαμάκι, έδειχνε πως κάποιος το είχε ανοίξει μόλις πριν λίγες μέρες.

Το παράθυρο έβλεπε στην μικρή πυλωτή, που είχε θέσεις για δύο αυτοκίνητα. Μόνο η μία θέση ήταν πιασμένη, από ένα παλιό σκονισμένο skoda που είχα να κινηθεί αιώνες. Ο κοιμήσης κοίταξε κάτω από το αμάξι και έφεξε στην εξάτμιση με τον φακό του.

Κάτι έχουμε εδώ, σκέφτηκε και για μια στιγμή ένιωσε σαν τον Dick Tracy. Πήγε από την πλευρά του οδηγού και κοίταξε το χερούλι. Υπήρχε κι εκεί ένα αποτύπωμα πάνω στην σκόνη.

“Ποιανού είναι αυτό το αμάξι;” ρώτησε την κυράτσα.
“Του ηλικιωμένου κυρίου, αλλά έχει να το μετακινήσει χρόνια. Του έχουν πάρει το δίπλωμα ξέρετε λόγω ηλικίας.”

Οι συνδέσεις έγιναν αυτόματα στο μυαλό του. Ο γέρος χρησιμοποίησε τον σκύλο του, για να αναγκάσει τον κύριο Μπασίρ, να κατέβει στο υπόγειο και μετά τον κλείδωσε μέσα. Έβαλε μπρος το αμάξι του και συνέδεσε την εξάτμιση του αμαξιού με το παραθυράκι του υπογείου. Ο ήχος του παλιού λέβητα κάλυπτε τις τελευταίες κραυγές βοήθειας, του γίγαντα που ξεψυχούσε.

Χτύπησαν το κουδούνι του γέρου.

~~

“Και ποιοι είστε εσείς, που θα μου βάλετε χειροπέδες; Ρεμάλια ! Αντί να πιάσετε τους πραγματικούς εγκληματίες, που μπαίνουν στην χώρα μας, κλέβουν, βιάζουν και φέρνουν αρρώστιες, πιάνετε εμένα; Εγώ που δούλεψα 50 χρόνια και πληρώνω τους φόρους μου ως τελευταίας δεκάρας!Ναι εγώ τον έφαγα τον χοντρό και δεν μετανιώνω. Καλό στην κοινωνία έκανα και σε όλους σας, αλλά αυτό είναι το ευχαριστώ. Εσείς πρέπει να μας φιλάτε από αυτούς και αντί αυτού, τους δίνετε και δουλειές στο δημόσιο τώρα. Να τους πάρετε σπίτια σας και να τους δώσετε να πηδήξουν και τις γυναίκες σας!”