ΧΑΜΕΝΗ ΘΕΑ

0
701

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι akali2-1024x576.jpgΤο διήγημα έγραψε η Κάλι Κεχαγιά, στο πλαίσιο του Εργαστηρίου Μυθοπλασίας.

~~~~~~~~~~~~~~~ ΧΑΜΕΝΗ ΘΕΑ

Κύλισε τον καθρέφτη της συρόμενης πόρτας της ντουλάπας προς τα δεξιά. Μπροστά του πρόβαλαν σε σειρές τα ρούχα εργασίας. Επάνω τα παντελόνια, κάτω τα πουκάμισα, στο πλάι οι μπλούζες. Δεν είχε να πονοκεφαλιάσει ανάμεσα σε συνδυασμούς και χρώματα. Όλα κυμαίνονταν μεταξύ του γκρι και μαύρου. Από τα καλά της δουλειάς, σκέφτηκε. Μέσα στο δωμάτιο, ήταν από εκείνες τις λίγες φορές που έμπαινε το φως της μέρας απ’ το παράθυρο σαν προβολέας και αποκάλυπτε τη σκόνη στα σκούρα έπιπλα, στο κομοδίνο, στα στοιβαγμένα βιβλία. Όταν θα επιστρέψω δεν θα έχει φως και η σκόνη θα έχει και πάλι εξαφανιστεί, αν δεν τη βλέπεις δεν υπάρχει.

Ήταν μέσα Απρίλη. Ήταν η εποχή που συνήθως τα σπίτια μέσα έχουν λιγότερη θερμοκρασία απ’ ότι έξω. Και σήμερα ήταν η πρώτη φορά για τον Κρίτωνα. Η πρώτη φορά που θα επισκέπτονταν το καινούριο σπίτι. Δεν ήξερε τις συνθήκες θέρμανσης. Αυτή η πρώτη φορά ήταν πάντα για κείνον η πιο ξεκούραστη, η πιο χαλαρή. Μετά όσο πλήθαιναν οι επισκέψεις και γινόταν κι αυτός μέρος του σπιτιού, μερικές φορές κατέληγε ένα με την ταπετσαρία, χαλκομανία στους τοίχους ή ένα τούβλο στα ντουβάρια, τα πράγματα σταματούσαν να είναι χαλαρά. Άφησε λοιπόν διστακτικά το μαύρο πουκάμισο που είχε τραβήξει στην αρχή και πήρε μια μαλακή, ζεστή μπλούζα. Δεν είχε καμία διάθεση να πουντιάσει και να επιστρέψει συναχωμένος.

Έριξε μια ακόμη ματιά στον χάρτη στη διεύθυνση του πελάτη που θα πήγαινε. Η περιοχή τού ήταν άγνωστη, δεν είχε ξαναβρεθεί προς τα κει. Δεν ήταν καλός στον προσανατολισμό. Θυμήθηκε, χρόνια πριν, πως την πόλη την είχε ανακαλύψει στην ουσία ανάλογα με το πού έμενε κάθε φορά η εκάστοτε ερωμένη του. Με τη συγκεκριμένη δουλειά αυτό βέβαια βελτιώθηκε. Δήλωσε στο GPS την τοποθεσία, βρήκε τη βέλτιστη διαδρομή, μια ώρα και δεκαεπτά λεπτά, δεν το έλεγες και κοντά, ευτυχώς όλα αυτά πληρώνονταν, έβαλε μέσα στο σακίδιο το καινούριο του τετράδιο, τα καινούρια κλειδιά και έκλεισε την πόρτα.

Στο σαλόνι τα παντζούρια ήταν ακόμη κλειστά. Η Όλγα κοιμόταν στον καναπέ. Και η Ευτέρπη δίπλα στην πολυθρόνα. Δεν ήταν ανάγκη να τις ξυπνήσει.

****

Πήρε τον τελευταίο ανήφορο για τον οικισμό. Διάβασε την πινακίδα δεξιά ¨Η ΧΑΜΕΝΗ ΘΕΑ¨. Χαμογέλασε και σκέφτηκε η χαμένη θέα ή η χαμένη θεά, για να δούμε. Είχε αραιά σπίτια με περίτεχνες περιφράξεις και μεγάλες καθαρές αυλές. Δέντρα, γκαζόν και δεμένα σκυλιά να αλυχτάνε και απ’ τις δυο πλευρές του δρόμου. Το βράδυ σίγουρα τα αφήνουν ελεύθερα. Ήταν από τους συνοικισμούς που όλα φαίνονται τέλεια τακτοποιημένα αλλά σπάνια βλέπεις ανθρώπους να τριγυρνάνε.

Μια αυτοσχέδια ξύλινη ταμπέλα με κόκκινο βέλος τον οδήγησε στη βίλα Μπούζη. Εκεί η θέα δεν ήταν σίγουρα χαμένη. Στο βάθος διακρίνονταν δυο λίμνες, που η μια μπέρδευε τα όρια της με την άλλη και πίσω δέσποζε αχνά το βουνό με συννεφιασμένη την κορυφή. Κοντοστάθηκε. Μπήκε στη διαδικασία να σκεφτεί τι προσανατολισμό είχε το σπίτι, ποιες να είναι οι λίμνες και το βουνό μπροστά του. Τα παράτησε. Τα δύο βέλγικα Μαλινουά που χτυπούσαν με μανία τα σαγόνια τους και προσπαθούσαν να πηδήξουν από το δύο μέτρων ψηλό συρματόπλεγμα που τα κρατούσε προς το παρόν στον περιορισμένο τους χώρο, τον έκαναν να ψάχνει γρήγορα τα κλειδιά που θα τον έβαζαν στο καινούριο αυτό σπίτι. Τα μάτια του έπεσαν στην τσίγκινη επιγραφή ¨εισέρχεστε με δική σας ευθύνη¨, ούτε ¨προσοχή σκύλος¨, ούτε ¨ο σκύλος δαγκώνει¨, πολιτισμένα πράγματα. Και εισήλθε. Οικία Αριστείδη Μπούζη και Ηλιάνας Χοβατζά.

****

Ξάπλωσε στον καναπέ στο σαλόνι και περιεργάστηκε τον χώρο. Αρμονία. Λιτές γραμμές, αραιή επίπλωση, γωνιακό τζάκι και μια μεγάλη βιβλιοθήκη απ’ άκρη σ’ άκρη στον τοίχο ασφυκτιούσε. Φωτογραφίες παντού. Κρεμασμένες σε κορνίζες, στολισμένες στα τραπεζάκια κι άλλες απλά κολλημένες στους τοίχους, πίσω από την εξώπορτα, στο ψυγείο. Το ζευγάρι στα νιάτα του, με το μωρό αγκαλιά, στη θάλασσα, στα χιόνια, από εκδρομές, κοντινές με αστείους μορφασμούς, όμορφα πρόσωπα και χαμόγελα.

Όλη η ανατολική πρόσοψη είχε τζαμαρία, έβγαινε στον κήπο κι έβλεπε στο βουνό και τις λίμνες. Άνοιξε τις μπαλκονόπορτες, τα βρωμόσκυλα είχαν σταματήσει. Εδώ ρεμβάζουν ο Αριστείδης και η Ηλιάνα. Στη θέα της πισίνας, αγωνιστικών προδιαγραφών, πέρασε κατευθείαν έξω. Σήκωσε το βλέμμα στον βατήρα. Άρχισε να περπατά σύριζα στο νερό που είχε το χρώμα τ’ ουρανού. Ανά διαστήματα διάβαζε το βάθος, ένα μέτρο, δύο, τρεισήμισι, με μοναδική υπόκρουση τον μονότονο ήχο του φίλτρου και το απαλό τρέμουλο της υδάτινης επιφάνειας.

Ανέβηκε στον επάνω όροφο για εξερεύνηση στα δωμάτια. Μια πόρτα αριστερά, στην αρχή του διαδρόμου, τη βρήκε κλειδωμένη. Διαπίστωσε χωριστές κρεβατοκάμαρες με εσωτερικό κουδούνι. Παλιομοδίτικο και άκρως σεξουαλικό για τον ίδιο. Στην κάθε μια υπήρχε μεγάλο γραφείο με εκτυπωτή κι ένα στολίδι της Apple. Προχώρησε στον διάδρομο. Έψαχνε το παιδικό. Ήξερε πως υπάρχει παιδί, κορίτσι δώδεκα χρονών, η Αγάθη, το είχε διαβάσει, λίγο πριν το είχε δει μικρό στις φωτογραφίες. Το κρεβάτι του ήταν καλυμμένο με ροζ κουβερλί και φορτωμένο κουκλάκια. Στην πολυθρόνα όμως καθόταν μια κούκλα με τα άκαμπτα πόδια της τεντωμένα μπροστά. Ανατρίχιασε. Ήταν κούκλα σε μέγεθος κοριτσιού απ’ αυτές που βάζουν τα μαγαζιά στις βιτρίνες. Πλησίασε. Κάθισε στα γόνατα, απέναντί της. Τον κοιτούσε με τα μπιρμπιλωτά της μάτια ανοιχτά και φορούσε ένα φόρεμα, πολύ πιθανόν της Αγάθης. Για μια στιγμή άπλωσε το χέρι και της κατέβασε τα καπάκια των ματιών. Για ένα δευτερόλεπτο. Μετά αυτά ξανάνοιξαν και τον κοιτούσαν.

****

Ημέρα 1η 08.00 π.μ.
Από το τετράδιο του Κρίτωνα

Ένα τραπέζι πρωινού είναι στρωμένο. Μαρμελάδες, ψητό ψωμί, μπέικον, αβγά και πορτοκάλια. Όπως στις διαφημίσεις για το βιτάμ. Ποιος το ετοίμασε; Μόνο η κούκλα- Αγάθη κάθεται προς το παρών. Βλέπω την πλάτη και τα μαύρα γυαλιστερά της μαλλιά. Τώρα θα εμφανιστεί και η ευτυχισμένη οικογένεια.

«Αγάπη μου, θέλεις να σου αλείψω μαρμελάδα;»
«Αγάπη μου, δεν το παίζεις σωστά το παιχνίδι…»
«Τι εννοείς;»
«Εννοώ να κόψεις τις αηδίες πρωινιάτικα Αρίστο, θα κάνω εμετό».
«Πώς μου μιλάς έτσι μπροστά στο παιδί;»
«Ποιο παιδί;»
«Θα μπορούσε να ήταν το παιδί όμως…»
«Θα μπορούσε αλλά δεν είναι γαμώτο!»
«Ναι, γιατί έχει ξυπνήσει εδώ και μια ώρα, αλλά μάλλον ντρέπεται να κατέβει κάτω με τον μπάστακα που μας κουβάλησες…»
«Αρίστο με εκπλήσσεις! Έτσι μπράβο αγόρι μου, τώρα μιλάς σωστά και άσε τις προσφορές για μαρμελάδες».
«Σε πέντε λεπτά θα περάσει το σχολικό και θα το χάσει, κι εγώ θα τρέχω πάλι».
«Μην γίνεσαι οσιομάρτυρας πάλι. Άμα θέλει να το χάσει, ας το χάσει. Συμφωνήσαμε μαζί γι’ αυτό, θα δουλέψει, είμαι σίγουρη, έχω πάρει συστάσεις, πρέπει να εμπιστευτείς τη διαδικασία, πες απλά ότι δεν είναι κανείς εδώ».
«Πώς; Είναι τρελό, εσύ και οι εναλλακτικές σου θεραπείες…»

«Όταν πονάς και πηγαίνεις στον γιατρό ντρέπεσαι να του δείξεις πού; Όχι βέβαια, γιατί θέλεις να γίνεις καλά, γιατί αλλιώς δεν γίνεται. Έτσι κι εδώ. Όμως τώρα είναι πιο δύσκολο να βρεις το σημείο, είναι βαθιά Αρίστο και ίσως δεν είναι ένα. Έρχεται λοιπόν κάποιος άλλος να κάνει τη δουλειά, το ψάξιμο…»
«Συγγνώμη που δεν συμμερίζομαι τον ενθουσιασμό σου…»
«Τέρμα οι συνεδρίες και τα ανελέητα μπλα μπλα στον ψυχολόγο. Χαλάρωσε. Δεν θα πάρει περισσότερο χρόνο, όμως όσο πιο νωρίς βγάλουμε τον πραγματικό μας εαυτό τόσο το καλύτερο…»

Ουρλιαχτά σκυλιών, φρενάρισμα, μια κόρνα που βαράει τρεις φορές. Ποδοβολητά στις σκάλες, ένα κορίτσι, η Αγάθη με κατεβασμένο πρόσωπο, τη σχολική τσάντα στον ώμο και τα λυτά, μαύρα μαλλιά της να χοροπηδάνε στην πλάτη, βροντάει την πόρτα. Ο ήχος μια μηχανής που ξαναπαίρνει μπρος. Το πρόλαβε. Τα ουρλιαχτά σβήνουν σιγά- σιγά όπως μια μακρινή ηχώ, διαλύονται όπως η σκόνη πίσω απ’ την εξάτμιση του σχολικού που φεύγει.

****

Ημέρα 4η 18.00 μ.μ.

Η Ηλιάνα κάθεται στο σαλόνι και βλέπει παλιές φωτογραφίες από καλοκαιρινές διακοπές. Η Αγάθη παραπέρα παίζει στο λάπτοπ.

Από το τετράδιο του Κρίτωνα

«Κοίταξε αυτήν εδώ τη φωτογραφία Αγάθη μου».

«Αγάθη σου μιλάω, βγάλε επιτέλους τ’ ακουστικά!»
«Τι ‘ναι ρε μαμά;»
«Κοίταξε αυτή τη φωτογραφία».
«Τη βλέπω».
«Κοίτα πόσο χαρούμενη είσαι!»
«Δεν είμαι».
«Μα τι λες τώρα; Κοίτα, έχεις σηκωμένα τα χεράκια σαν αεροπλανάκι, τα μάτια σου λάμπουν και κοίτα το χαμόγελό σου πόσο φωτεινό είναι. Πρέπει να είσαι εφτά χρονών αν θυμάμαι, το καλοκαίρι στη Μήλο. Πόσο τέλεια περάσαμε!»

«Άκου μαμά, εμένα πουθενά δεν μου αρέσει, ο μόνος λόγος που μου άρεσε στη Μήλο είναι γιατί άρεσε στους δυο σας και δεν μαλώνατε».
«Είσαι χαρούμενη στη φωτογραφία, γιατί λες ψέματα;»
«Δεν είμαι. Τη θυμάμαι εκείνη τη μέρα μαμά. Εσύ μου είπες ν’ ανοίξω έτσι τα χέρια. Μου είπες να χαμογελάσω και χαμογέλασα. Ποτέ δεν ήμουν χαρούμενη σε καμία φωτογραφία. Πάντα μου λέγατε να χαμογελάω και το έκανα. Όχι μαμά».

Ξαναβάζει τ’ ακουστικά της και βυθίζεται στο λάπτοπ. Η Ηλιάνα μπαίνει μπροστά και της κλείνει την οθόνη με δύναμη.

«Αρκετά με τον υπολογιστή!»
«Δεν μου λες μαμά, θα σε ρωτήσω κάτι. Τι θα σκεφτόσουν αν με έβλεπες να κάθομαι μπροστά σε έναν κλειστό υπολογιστή και να κοιτάω ακίνητη τη μαύρη οθόνη;»
«Ότι σου έχει στρίψει».
«Βλέπεις λοιπόν; Καλύτερα δεν είναι που είναι ανοιχτή η οθόνη;»

Πίσω από την οθόνη είναι το πρόσωπό της. Ο Κρίτων δεν το βλέπει όμως είναι σίγουρος πως είναι η Αγάθη. Την κούκλα την είδε πριν έξω στον κήπο με τον Αρίστο και τα σκυλιά.

****

Προσπαθεί να λυγίσει τα δάχτυλα των ποδιών του όμως παραμένουν άκαμπτα μέσα στα παπούτσια. Αυτό θέλει προσπάθεια. Τα βγάζει στο χαλάκι και μπαίνει μέσα. Ησυχία. Η πατούσα ακόμη πατάει όλη μαζί, θέλει λίγο χρόνο. Ένα χαρτάκι κολλημένο στο ντουλάπι, ¨φαγάκι στον φούρνο¨ και μια καρδούλα ζωγραφισμένη πάνω από το γα. Η Όλγα κοιμάται ευτυχώς, δεν έχει δύναμη για κουβέντες ο Κρίτων. Το Ευτερπάκι όμως είναι ξύπνιο και έχει όρεξη για χάδια. Τώρα περπατάει δίπλα του βήμα- βήμα και μπλέκεται στα πόδια του. Είναι ζεστή και μαλακιά, κανείς δεν μπορεί να της αντισταθεί.

Βυθίζεται στο κρεβάτι και φαντασιώνεται την πισίνα της Ηλιάνας και του Αρίστου. Πάνω από μια εβδομάδα πηγαινοέρχεται κι ακόμη κανείς δεν έχει βρέξει ούτε το δαχτυλάκι του εκεί. Η Όλγα διαγράφει ένα ημικύκλιο με το κυρτωμένο της σώμα, σταματά στην πλευρά του, το πρόσωπό της σύριζα στο δικό του και ανοίγει τα μάτια. Ο Κρίτων πάντα εκνευρίζεται και τρομάζει όταν το κάνει.

«Ήρθες επιτέλους…»
«Δεν κοιμάσαι; Σε ξύπνησα; Κοιμήσου…»
«Σε ποιο τρελόσπιτο πηγαίνεις πάλι;»
«Δεν είναι ώρα, σε κάποιο, το ξέρεις ότι δεν μπορώ να σου πω…»
«Καλά, αλλά πρέπει να είναι πολύ τρελό».
«Γιατί;»
«Χθες το βράδυ έλεγες κάτι ακατάληπτα στον ύπνο σου…»

«Έλα μωρό μου και νυστάζω κι εγώ», την πιάνει από τους ώμους σαν κούκλα, δεν αντιστέκεται, και την γυρνάει πλευρά. Τώρα βλέπει την πλάτη της και φαντασιώνεται την Ηλιάνα και τον Αρίστο να απολαμβάνουν τα διπλά, ξεχωριστά τους κρεβάτια. Μένει ακίνητος, ξαπλωμένος ανάσκελα, αναστενάζει και διακρίνει την ανάσα του∙ ανεβαίνει, ανεβαίνει, ανοίγει σαν μανιτάρι, σκάει στο ταβάνι σαν ατομική βόμβα και διαχέεται στο δωμάτιο. Με το αριστερό του χέρι ψάχνει δίπλα στο κομοδίνο, στα τυφλά. ¨Το καρφί¨ της Δάφνης Κοδρά. Ανοίγει το βιβλίο, σελ. 178, έχει ξεπεράσει τη μέση, αυτή η ώρα είναι δική του και είναι σαν να απλώνεται σε υπέρδιπλα κρεβάτια.

…ήταν μεσημεράκι και η Βάκη δεν περπατούσε ακριβώς, βήμα το βήμα όλο και επιτάχυνε. Πήγαινε να συναντήσει τον Ένρι, στον 5ο όροφο εκείνης της παλιάς πολυκατοικίας, όλο και επιτάχυνε, στο τέλος σχεδόν έτρεχε, και δεν το πίστευε. Χαρά, ντροπή κι ανυπομονησία, καθώς ένιωθε τη μήτρα της να μουδιάζει ήδη, περιμένοντας να ζήσει ξανά και ξανά ό,τι είχε γίνει την προηγούμενη φορά, να μην χορταίνει και η πολυκατοικία να μην έχει ασανσέρ και ν’ ανεβαίνει τα σκαλιά χοροπηδώντας και λαχανιάζοντας μέχρι να φτάσει στο τέρμα. Μεσημεράκι, κατακαλόκαιρο. Την πόρτα την βρήκε μισάνοιχτη. Χαρά, ντροπή κι ανυπομονησία. Όταν πέρασε μέσα, η έντονη αντίθεση, από τη σκιά του κλιμακοστασίου στο διάχυτο φως του δωματίου απ’ την μπαλκονόπορτα, της θόλωσε τα μάτια. Ο Ένρι περίμενε στην πολυθρόνα και τον είδε σαν μια σκιά, όμως ήταν αυτός και της είπε μόνο καθώς την πλησίαζε, « Αφήνω ανοιχτά για να κάνει ρεύμα με τον διάδρομο, καλά δεν κάνω; δεν περίμενα και κανέναν άλλο…». Και πάλι δεν το πίστευε που εκείνη δεν είπε τίποτα και σκεφτόταν μόνο ¨καλά κάνεις, κάνε ό,τι θέλεις¨ και μετά όταν αμέσως αγκαλιάστηκαν κι άρχισαν να φιλιούνται, αυτή η ανυπομονησία να πιάσει παντού, να ψάξει το σώμα, να φιλήσει παντού, να φιληθεί, ν’ ακούει τον εαυτό της πιο μετά να παρακαλάει και να παραμιλάει ¨πόσο ωραία το κάνεις…¨

Αφήνει ¨Το καρφί¨ στο κομοδίνο, τα μάτια του κλείνουν ενώ περνούν από μπροστά του μουδιασμένες ή όχι μήτρες γυναικών, της Βάκης, της Δάφνης που σίγουρα ξέρει καλύτερα, της Όλγας, της Ηλιάνας, μία γατήσια της Ευτέρπης, η παιδική της Αγάθης… και της κούκλας Αγάθης; Αναρωτιέται αν έχουν άραγε και οι κούκλες μήτρες…

****

Ημέρα 12η 15.00

Η Ηλιάνα έχει συνηθίσει τελείως τη μαύρη φιγούρα του Κρίτωνα. Δεν τον βλέπει είτε είναι πίσω, μπροστά της ή στο πλάι. Λες κι έχει γίνει προέκταση του εαυτού της, ο καπνός από το τσιγάρο που φυσάει ή ο ιδρώτας στο λαιμό της. Τώρα πια μπορεί να ξεντύνεται ή να μπανιαρίζεται παρουσία του. Μπορεί ν’ αφήνει την πόρτα του δωματίου της ανοιχτή. Σε αντίθεση με τον Αρίστο και την Αγάθη που τις κρατούν ακόμα ερμητικά κλειστές.

Από το τετράδιο του Κρίτωνα

«Σου είπα, έχω προχωρήσει στο τελευταίο κεφάλαιο, μην με πιέζεις».

«Ο κόσμος διψάει για έρωτα ε;»

«Καλά, καλά, μέχρι το βράδυ θα κοιτάξω να σου το στείλω».

Πετάει το τηλέφωνο στο κρεβάτι. Κάθεται στο γραφείο. Κοιτάει τον ουρανό απέναντι απ’ το ανοιχτό παράθυρο. Ανοίγει τον υπολογιστή και πληκτρολογεί.

… κάθε φορά που το πυροτέχνημά μου έσκαγε στον σκοτεινό ουρανό της μήτρας της, ακολουθούσε για μένα η θλίψη μιας γιορτής που τελείωσε. Σιωπή και απομόνωση. Το σώμα μου μουδιασμένο και κενό. Το σώμα της απλά λεηλατημένο από μένα και ποτέ ολότελα κατακτημένο. Για μένα ήταν μια γιορτή κουφή και παράλυτη, πίσω από κλειστές πόρτες. Όλα στη σίγαση, το δικό της κορμί παραληρούσε, το δικό μου έπαιζε παντομίμα, καθώς προσπαθούσα να μιμηθώ τα βήματα του ξέφρενου χορού της κοιτάζοντας κλεφτά μέσα από την κλειδαρότρυπα…

Χτυπάει τα πλήκτρα με δύναμη κι ο Κρίτων πίσω της γράφει. Διαβάζει και γράφει. Κάτι είναι γνώριμο και οικείο. Όταν εκείνη σηκώνεται και φεύγει από το δωμάτιο η οθόνη τού έχει ζαλίσει τα μάτια, ή έτσι νομίζει. Προχωράει απέναντι προς τ’ ανοιχτό παράθυρο, κοιτάει κάτω, κοιτάει πάνω. Ποιο είναι το γαλάζιο τ’ ουρανού και ποιο της πισίνας, δυσκολεύεται να ξεχωρίσει. Στη σεζλόνγκ η Αγάθη κάνει ηλιοθεραπεία ή μήπως είναι η κούκλα Αγάθη. Είναι μακριά και η οπτική του γωνία είναι τέτοια που δεν μπορεί να ξεχωρίσει.

****

Κανονικά δεν πρέπει να τον νοιάζει. Δεν θα έπρεπε να τον ενδιαφέρει. Έχει κάποιες μέρες όμως που έχει τελειώσει ¨Το καρφί¨, το δεύτερο βιβλίο της Δάφνης Κοδρά και τώρα το έχει πάρει πάλι στα χέρια του και το ξεφυλλίζει ξανά. Γυρνάει στην τελευταία σελίδα στα στοιχεία του συγγραφέα, το έχει διαβάσει πολλές φορές, είναι μία σειρά εξάλλου, την έχει μάθει απ’ έξω. ¨Δάφνη Κοδρά είναι το ψευδώνυμο της συγγραφέα που το πραγματικό της όνομα αντικατοπτρίζεται σε κάθε μια από τις 337 σελίδες αυτού του βιβλίου…¨ Ωραία εξυπνάδα. Και ύστερα ξαναπιάνει το τετράδιο εργασίας και πηγαίνει στη δωδέκατη μέρα και ξαναδιαβάζει το απόσπασμα που έγραψε απ’ τον υπολογιστή της Ηλιάνας, είναι συγγραφέας, πρέπει να είναι αυτή, κι αν είναι αυτή; τι με νοιάζει, δεν πρέπει να με νοιάζει…

****

Απέναντί του το στόμα της Όλγας ανοιγοκλείνει με παράξενους σχηματισμούς, βλέπει τη σταφυλή της να πάλλεται και κάτω αριστερά ένα ασημένιο σφράγισμα στον φρονιμίτη, τα χέρια της κουνιούνται πάνω κάτω, σηκώνεται απ’ την καρέκλα, την σπρώχνει μπροστά, τραβάει το τραπεζομάντηλο και όλα σκορπίζουν. Τα κεφτεδάκια , η σαλάτα με το λάδι και τις ντομάτες, το πιάτο μπροστά στα πόδια του να χωρίζεται σε τρία ακτινωτά κομμάτια και ο ήχος να έρχεται ετεροχρονισμένα.

«Κρίτων σου μιλάω!»
Αυτός κοιτάζει σαστισμένος κάτω τα σπασμένα πιάτα.
«Μα τι έκανες…»
«Σπάω τα πιάτα! Χαίρομαι που το βλέπεις!»
«Τι έχεις πάθει;»
«Σε κοιτάω στα μάτια! Σ’ έχω ρωτήσει τέσσερις φορές το ίδιο πράγμα κι εσύ στέκεσαι πάλι μ’ αυτό το ηλίθιο βλέμμα!»
Σηκώνεται κι αυτός, προλαβαίνει να της αγγίξει το χέρι καθώς του λέει ξεψυχισμένα «Κρίτων άσε με…»

Η Όλγα φεύγει κι ο Κρίτων δεν θα μάθει τι τον ρώτησε τέσσερις φορές. Αρχίζει να μαζεύει τα σπασμένα με αργές κινήσεις και θυμάται τον πωλητή πριν πέντε χρόνια που τους έκανε επίδειξη για να αποφασίσουν. Ήταν η πιο ακριβή πορσελάνη, πραγματικά τους έπεισε, είχε πετάξει με αριστοτεχνικό τρόπο ένα πιάτο στα πόδια τους και δεν είχε σπάσει. Τρόμαξαν, μετά έσκασαν στα γέλια και αγόρασαν τη σειρά. Απάτη. Η Ευτέρπη θέλει να του συμπαρασταθεί, αλλά είναι πάντα κοιλιόδουλη, αρπάζει ένα κεφτεδάκι από κάτω και φεύγει κι αυτή.

****

Ημέρα 21η 19.30 μ.μ.

Η Ηλιάνα κάνει γιόγκα στο σαλόνι. Έχει τα μαλλιά αλογοουρά, φοράει ένα γυαλιστερό, μωβ κορμάκι. Αυτοσυγκεντρώνεται και παίρνει βαθιά ανάσα από τη μύτη. Ισορροπεί στο δεξί πόδι, παίρνει τη στάση δέντρο, σηκώνει τα δυο χέρια ψηλά, πάνω από το κεφάλι, με ενωμένες παλάμες και μετράει αντίστροφα αναπνοές. 10, 9, 8, 7… Ο Αρίστος λείπει. Η Αγάθη είναι στο δωμάτιό της. Η κούκλα Αγάθη στέκεται απέναντί της και τη θαυμάζει. Η πόρτα ανοίγει απότομα, μπαίνει ο Αρίστος, μιλάει δυνατά, οι κινήσεις του είναι βίαιες, φέρνουν μια ένταση, και η Ηλιάνα χάνει την ισορροπία της απογοητευμένη και πέφτει.

Από το τετράδιο του Κρίτωνα

«Αγάπη μου! έρωτα της ζωής μου!»
«Μη φωνάζεις…»
«Έρωτα της ζωής μου λέω!»
«Τι έπαθες; Μη φωνάζεις λέω».
«Θέλω να σε ρωτήσω κάτι, αλλά θα μου πεις ειλικρινά, αγάπη μου».
«Ναι… τα μάτια σου είναι κόκκινα».
«Όταν έφυγα χθες τ’ απόγευμα από το σπίτι, σκέφτηκες κάτι κακό για μένα; αγάπη μου».
«Τι;»
«Σκεφτόσουν, λέω, άσχημα πράγματα για μένα;»
«Δεν καταλαβαίνω πού το πας, από κείνη την ώρα πίνεις ε;»
«Στο δρόμο έπαθα λάστιχο και πήγα να το αλλάξω και κάτω είχε σπασμένα μπουκάλια κι έκανα δύο κωλοκοψίματα στα χέρια που αιμορραγούσα πόση ώρα! δες!» και της τα φέρνει μες τα μούτρα.
«Πας καλά;»
«Όλοι στην παρέα αυτό είπανε…»
«Ό,τι σε καταράστηκα;»
«Ναι ρε!»
«Δεν πρόκειται να το συνεχίσω άλλο αυτό… ποια παρέα Αρίστο ακριβώς; ποια παρέα; Λείπεις σχεδόν μια μέρα, τι ησυχία επικρατούσε, τι ηρεμία, και μπαίνεις μέσα για δύο δευτερόλεπτα και φέρνεις τον πανικό!»
«Μια φορά να το παραδεχτείς, μια φορά, πες το…»
«Ό,τι σε καταράστηκα; Αδικήσε με το αστυνομικό μυθιστόρημα, γι’ αυτό έχεις κολλήσει, έπρεπε να γράφεις επιστημονική φαντασία εσύ…»
«Βρε άντε στο διάολο!»
«Θέλεις να φωνάξουμε πιο δυνατά; Θέλεις ν’ ανοίξω και τα παράθυρα Αρίστο;»

Η Ηλιάνα τρέμει, το κάτω χείλι της ιδιαίτερα, τρέχει, τραβάει με φούρια στην άκρη τις κουρτίνες κι ανοίγει όλα τα παράθυρα στο σαλόνι και τις μπαλκονόπορτες. Έξω έχει αρχίσει να σουρουπώνει. Έρχονται δροσερά κύματα ανοιξιάτικου αέρα, απροσδιόριστοι ήχοι από τη φύση που ποτέ δεν ησυχάζει απόλυτα, ένα μακρινό κρώξιμο από βατράχι, γουργουρητά πουλιών και λίγο από το πορτοκαλί και το μωβ του ουρανού ανάμεσα από κατακερματισμένα σύννεφα.

Ο Αρίστος πάει στην κουζίνα και σιχτιρίζει, ανοιγοκλείνει τα ντουλάπια με θόρυβο, χωρίς να ψάχνει κάτι, ανεβαίνει στον πάνω όροφο, βρίσκει στο φαρμακείο γάζες και αντισηπτικό, πέφτουν κάτω βαζάκια με χάπια και σιρόπια, σιχτιρίζει και δένει τα τραύματα όπως να ‘ναι. Ο Κρίτων τον ακολουθεί. Δεν προλαβαίνει ακόμη μια φορά να δει το πρόσωπο της Αγάθης, καθώς βγαίνει γρήγορα απ’ το δωμάτιό της και κατεβαίνει τις σκάλες για το σαλόνι. Κλείνει ένα- ένα τα παράθυρα και σιάχνει τις κουρτίνες . Η Ηλιάνα ξαπλώνει στον καναπέ «Έπρεπε να κατέβεις πιο νωρίς», της λέει με κλειστά μάτια, «πρέπει να συνηθίζεις γλυκιά μου στην ηλιθιότητα των αντρών». Η Αγάθη δεν της μιλά, αρπάζει την κούκλα και τρέχει πίσω στο δωμάτιο. Ο Αρίστος αποσύρεται στην κρεβατοκάμαρά του. Γαλήνη.

Ο Κρίτων κλείνει το τετράδιο, ήρθε η πολυπόθητη στιγμή να φύγει, έχουν συμπληρωθεί οι ώρες του για σήμερα. Κι εκεί στην αρχή του διαδρόμου αριστερά, πρώτη φορά η κλειστή πόρτα τον περιμένει μισάνοιχτη. Πιάνει το πόμολο και ενστικτωδώς πάει να την κλείσει. Προσπαθεί να λυγίσει τα δάχτυλά του μέσα στα παπούτσια, αδύνατο, δεν τα αισθάνεται. Είναι υποχρέωσή του να την ανοίξει, πρέπει να μπει. Αριστερά υπάρχει πάντα ένας διακόπτης στον τοίχο. Ανάβει το φως και ησυχάζει. Είναι ένα δωμάτιο απλώς, ακόμα ένα δωμάτιο, και προχωρά.

Ένα δωμάτιο με πολλές φωτογραφίες στους τοίχους, όμως όχι, δεν είναι ένα απλό δωμάτιο, είναι ένας σκοτεινός θάλαμος για την εμφάνιση ασπρόμαυρου φιλμ, όπως μόνο σε ταινίες έχει δει, που πάντα τον γοήτευε, με τις λεκάνες εκτύπωσης, τις ειδικές λάμπες, τα ογκομετρικά δοχεία για τα χημικά, τις λαβίδες και πόσα άλλα εξαρτήματα που δεν έχει ιδέα. Σχεδόν χαίρεται με την αθώα ανακάλυψή του, προφανώς χόμπι του Αρίστου. Καθώς όμως αρχίζει και παρατηρεί τις φωτογραφίες διαπιστώνει πως όλες έχουν ένα πρόσωπο, μόνο ένα πρόσωπο, γνώριμο και άγνωστο μαζί, αυτό που νομίζει ότι δεν έχει καταφέρει τόσον καιρό να δει, της Αγάθης. Παντού η Αγάθη, πανέμορφη παιδούλα, μαύρα, κυματιστά μαλλιά, δέρμα πάλλευκο, μάτια εκφραστικά, χείλη μισάνοιχτα, μάτια θλιμμένα, μάτια θλιμμένα… και κάπου – κάπου δύο φορές η Αγάθη, να τον κοιτούν μέσα στα μάτια η Αγάθη και η κούκλα της που είναι ίδιες, να τον κοιτούν μέσα στα μάτια δύο όμοια ζευγάρια μάτια. Κάτι αιχμηρό σαν να του ξύνει την καρδιά σ’ αυτές τις αθώες φωτογραφίες με τα φουστανάκια, την πεσμένη τιράντα και το μαγιό, κάτι αιχμηρό τον διώχνει.

Όπως των διώχνουν και τα δαιμονισμένα Μαλινουά, τόσον καιρό τον βλέπουνε να μπαινοβγαίνει, ακόμη δεν τον αναγνωρίζουνε δικό τους, κάθε φορά που φεύγει και τώρα ακόμη πιο πολύ, είναι σίγουρος πως αν θέλουν μπορούν να πηδήξουνε τον φράχτη.

****

Ημέρα 30η…38η…42η …50η

Η Ηλιάνα κάνει γιόγκα, πληκτρολογεί, πληκτρολογεί, πληκτρολογεί…

Ο Αρίστος λείπει συχνά, πληκτρολογεί λίγο, φωτογραφίζει την Αγάθη ή την κούκλα Αγάθη, εύκολα μπορεί να μπερδευτεί κάποιος, κλείνεται στον σκοτεινό θάλαμο.

Ανοιγοκλείνουν πόρτες και ντουλάπια δυνατά.

Κάποιες φορές κουδουνίζουν τα εσωτερικά κουδούνια στη μια ή την άλλη κρεβατοκάμαρα του ζεύγους.

Τα σκυλιά ενίοτε ουρλιάζουν.

Η Αγάθη κυρίως εξαφανίζεται.

Η κούκλα Αγάθη περιφέρεται στους χώρους, όπως κι ο Κρίτων.

****

Η πράξη τελειώνει. Κατά το ήμισυ. Η Όλγα κατάφερε να πάρει έναν δυνατό οργασμό και τώρα νιώθει το γυμνό της σώμα να σκορπίζει στο μουσκεμένο κρεβάτι όπως ένας πύργος από τραπουλόχαρτα, φύλλο- φύλλο. Ο Κρίτων λέει «Έχει αποπνικτική ατμόσφαιρα, δεν μπορώ να αναπνεύσω», σηκώνεται κι ανοίγει το παράθυρο, αφήνοντας τα παντζούρια κλειστά. Η κρεβατοκάμαρά τους είναι κυρίως σκοτεινή, σπάνια μπαίνει το φως του ήλιου, βλέπει στην παράνομη αυλή του γείτονα, έτσι σχεδόν μόνιμα κρατούν τα παντζούρια κλειστά. Επιστρέφει, ξαπλώνει δίπλα της και πιάνει το βιβλίο. Η Όλγα ξεσπάει σε λυγμούς, όλο το σώμα της τραντάζεται, περισσότερο η κοιλιά της, και δονείται μαζί όλο το κρεβάτι, όπως πριν λίγο που έκαναν έρωτα. Ο Κρίτων αφήνει το βιβλίο, ήταν σε κρίσιμο σημείο και τη ρωτάει απαλά, «Τι έπαθες;»

Εκείνη ανακάθεται, τώρα ξεσπάει πιο πολύ, το όμορφό της πρόσωπο παραμορφωμένο μέσα στα αναφιλητά, τα μπερδεμένα μαλλιά και τις μύξες.

«Δεν ξέρω… δηλαδή τώρα τι, δε θέλεις να συνεχίσουμε, δε θέλεις να τελειώσεις κι εσύ;»
«Δεν πειράζει, δε θέλω τώρα, άλλη φορά, αλήθεια μη στεναχωριέσαι…»
«Κάτι συμβαίνει Κρίτων, το νιώθω, κάτι αλλάζει…»
«Τίποτα δεν αλλάζει».
«Γιατί δεν παρατάς αυτόν τον πελάτη; Πρώτη φορά μένεις τόσον καιρό σε σπίτι, άμα δε βγαίνει τίποτα άσ’ τους … άσ’ τους!»
«Αυτό δε γίνεται, είναι αντιδεοντολογικό, δε γίνεται, δεν καταλαβαίνεις».

Η Όλγα κουλουριάζεται και του γυρνάει την πλάτη στο κρεβάτι. Ο Κρίτων ανοίγει πάλι το βιβλίο, τώρα μπορεί.

****

Ημέρα 53η 11.30 π.μ.

Η Ηλιάνα στο δωμάτιό της πληκτρολογεί, ο εκδότης της την πιέζει, είναι κοντά στο τελείωμα του βιβλίου της, το τρίτο. Η Αγάθη είναι στο σχολείο. Η κούκλα Αγάθη βρίσκεται στην κρεβατοκάμαρα της Ηλιάνας, όρθια κοντά στο παράθυρο, απέναντι απ’ τον υπολογιστή. Ο Αρίστος λείπει από την προηγούμενη, το απόγευμα. Η Ηλιάνα όποτε χάνει τον ειρμό σηκώνει τα μάτια και βλέπει την κούκλα Αγάθη να την κοιτά. Τις τελευταίες στιγμές αυτό γίνεται συνέχεια και τις τσιτώνει τα νεύρα. Σηκώνεται με φούρια, παίρνει την κούκλα με τα δυο χέρια και τη μεταφέρει δίπλα, στο άδειο δωμάτιο του Αρίστου. Και η ώρα περνά.

Όταν η εξώπορτα ανοίγει απότομα, μπαίνει ο Αρίστος και ανεβαίνοντας τις σκάλες μιλάει βροντόφωνα.

Από το τετράδιο του Κρίτωνα

«Αγάπη μου! έρωτα της ζωής μου!»
«Μη φωνάζεις…»
«Έρωτα της ζωής μου λέω!»
«Μη φωνάζεις λέω».
«Τι καλό θα φάμε σήμερα αγάπη μου;»
«Τα μάτια σου είναι κόκκινα…»
«Τα μάτια μου τα κόκκινα θα φάμε;»
«Αρίστο μη με ζαλίζεις, γράφω το τελευταίο μου κεφάλαιο, φάε ό,τι θες και πέρνα λίγο χρόνο με το παιδί! Όχι μόνο να τραβάς φωτογραφίες!»
«Ποιο παιδί γαμώτο; Δεν είναι στο σχολείο;»
«Τώρα ναι, εσύ που είσαι από χθες; Άσε.. μη μου λες, ξέρω! Έχεις κολλήσει στο τρίτο κεφάλαιο, έχεις ξεμείνει από υλικό και το ψάχνεις στα μπαρ…»
«Ενώ εσύ βέβαια δεν ξεμένεις ποτέ από υλικό ε; Θέλεις να σου δώσω κι εγώ λίγο; Έλα, θα γίνω το εκτελεστικό όργανο…»

Η Ηλιάνα βαράει την πόρτα της, κλείνεται στο δωμάτιό της και συνεχίζει το κεφάλαιο. Ο Κρίτων καταγράφει. Ο Αρίστος πάει δίπλα και ξαπλώνει στο κρεβάτι του, αγγίζει το κουμπί της ενδοεπικοινωνίας και κολλάει το δάχτυλό του εκεί. Ο ήχος ακούγεται μέσα στο δωμάτιο της Ηλιάνας, τον αγνοεί. Κάποια στιγμή κλείνει τον υπολογιστή, φοράει ένα διάφανο νεγκλιζέ και μπαίνει στο δωμάτιο του Αρίστου. Πριν κλείσει η πόρτα συνειδητοποιεί ο Κρίτων τη χρησιμότητα της ενδοεπικοινωνίας, πριν κλείσει η πόρτα αποκωδικοποιεί τον ήχο του κουδουνιού, αυτό το ντριν, ντριν που ακόμη βαράει στ’ αφτιά του, προλαβαίνει φευγαλέα να τους δει να πέφτουν στο κρεβάτι, όπως φευγαλέα παίρνει το μάτι του και τη φιγούρα της Αγάθης στο προσκέφαλο του κρεβατιού, να στέκεται εκεί όρθια και να τους κοιτά κι αυτή, θα ορκιζότανε με φρίκη πως είναι η πραγματική, όμως το άκουσε πριν λίγο πως είναι στο σχολείο, είναι σίγουρος…

****

Είναι κάποιες μέρες που επιστρέφοντας ο Κρίτων σπίτι, όχι πάντα, βλέπει έναν μαυροφορεμένο άντρα να στέκεται πίσω από τις πόρτες, στο σαλόνι ή στην κρεβατοκάμαρα, δε μιλάει καθόλου, κρατάει ένα τετράδιο και γράφει. Η Όλγα συμπεριφέρεται σαν να μην υπάρχει, επομένως φοβάται να της το πει, τελευταία όλο τον κατηγορεί και του φωνάζει για πράγματα που θα έπρεπε ν’ ακούει αλλά δεν ακούει, για πράγματα που θα έπρεπε να κάνει αλλά δεν κάνει, για πράγματα που βλέπει αλλά δεν υπάρχουν. Επομένως είναι πολύ πιθανόν να τον φαντάζεται, τον κοιτάζει λοξά, προσπαθεί να αποφύγει το απαθές, πεθαμένο βλέμμα του, προσπαθεί να κρυφτεί πίσω από το βιβλίο του, όμως η περιφερειακή του όραση τον πιάνει, είναι εκεί. Περισσότερο εμπιστεύεται την Ευτέρπη, που όμως όποτε εμφανίζεται ο μαυροφορεμένος εκείνη πάει και κρύβεται πίσω απ’ τη βιβλιοθήκη, κι αυτό τον μπερδεύει ακόμη πιο πολύ…

****

Ημέρα 57η

Ο Κρίτων βγάζει τα κλειδιά. Ετοιμάζεται να περάσει για 57η φορά το κλειδί ασφαλείας στη θωρακισμένη εξώπορτα αυτού του σπιτιού. Αναπάντεχο. Η πόρτα ανοίγει από μέσα. Ο Κρίτων στέκεται. Μυρμηγκιές από ηλεκτροφόρα καλώδια παίρνουν μπρος από τις πατούσες και τα ακροδάχτυλά των χεριών και σκάνε στο κεφάλι του. Πολλαπλές εκρήξεις. Μπροστά του διάχυτο φως από την καθαρότητα της στιγμής. Ο Κρίτων πρώτη φορά στέκεται εκεί μπροστά στο παράδοξο, στα δύο θαύματα της φύσης, στην υστερία της λογικής και του παραλογισμού. Στέκεται μπροστά στις δύο Αγάθες, πρώτη φορά μαζί, υπάρχουν απέναντί του και τον κοιτούν στα μάτια αυτά τα δύο όμοια ζευγάρια μάτια. Φοράνε το ίδιο βιολετί φόρεμα. Στα πόδια σανδάλια Χωρίς να το σκεφτεί, απλώνει το χέρι και ρωτάει «Θα έρθεις μαζί μου;» και του δίνει το χέρι η πραγματική ή τουλάχιστον έτσι νομίζει, αυτός είναι σίγουρος. Αφήνουν στον Αρίστο και την Ηλιάνα την κούκλα, ίσως το αντιληφθούν σε μερικές ώρες ή μέρες, ίσως να μην το καταλάβουν ποτέ.

****

Η Όλγα και η Ευτέρπη περιμένουν τον Κρίτωνα, δεν ξέρουν ότι δεν θα επιστρέψει. Η Όλγα έχει λίγο καιρό που έχει προσλάβει έναν άντρα, στο πλαίσιο μιας εναλλακτικής θεραπείας, για να βοηθήσει στη βελτίωση της σχέσης τους, έρχεται στο σπίτι τους για κάποιες ώρες, δε μιλάει, μόνο παρακολουθεί, φοράει μαύρα ρούχα, έχει ένα τετράδιο και καταγράφει. Η Όλγα θα δυσκολευτεί να τον ξεπεράσει. Ευτυχώς οι γάτες είναι αχάριστα ζώα και η Ευτέρπη γρήγορα θα τον ξεχάσει.

****

Φεύγοντας, τα Μαλινουά πρώτη φορά δεν τους γαβγίζουν, τους αναγνωρίζουν επιτέλους σαν δικό τους είδος, τους ανοίγουν δρόμο και κουνάνε τις ουρές τους. Η Ηλιάνα και ο Αρίστος θα συνεχίσουν να γαβγίζουν μέσα στο σπίτι με ανοιχτά ή κλειστά παράθυρα. Πού πάνε; Το καλοκαίρι έχει μπει για τα καλά. Η άσφαλτος αστράφτει μπροστά τους. Ο Κρίτων έχει κατεβασμένα τα παράθυρα του αυτοκινήτου, ο αέρας ανακατεύει τα μαλλιά της Αγάθης που μοσχοβολούν. Είναι η αρχή μιας πομπής, όλα τρέχουν μαζί τους, τα σύννεφα, τα δέντρα, οι περιφράξεις. Έχουν πάρει τον κατήφορο, αφήνουν πίσω τους την τελευταία στροφή πριν τον οικισμό, η ταμπέλα τώρα είναι στ’ αριστερά τους, απ’ την ανάποδη γι’ αυτούς, και δεν μπορούν να τη διαβάσουν.
ΤΕΛΟΣ