Ο παππούς πήδηξε απ’ το πεύκο

0
411

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι woman-legs-red-shoes-air_115086-435.jpgΤα ακόλουθα διηγήματα έγραψαν η Μακρίνα Μιχαηλίδου και ο Δημήτρης Καλογερούδης, στο πλαίσιο του Εαρινού Συνεργείου Δημιουργικής Γραφής, παίζοντας με διαφορετικές οπτικές γωνίες του αφηγητή.

~~~~~~~~~

Η Μυρωδιά του Πεύκου

19:45 Η Λένια κατέβηκε από το αστικό. Έκοψε δρόμο από το μικρό δασάκι που βρισκόταν κοντά στο σπίτι της. Το δασάκι έχει πάντα κόσμο ∙ κόσμο που τρέχει, παιδιά που παίζουν, έφηβα ζευγαράκια. Σήμερα όμως δεν είχε τίποτα. Στην τελευταία ανηφόρα λίγο πριν στρίψει και κατέβει το μονοπάτι παρατήρησε μια τεράστια γόβα και γύρισε τότε ασυναίσθητα το κεφάλι της προς τους θάμνους. Στα πέντε μέτρα μακριά της αιωρούνταν δυο γυμνά πόδια. Το πεύκο σήκωνε με το φαρδύ κλαδί του ένα σώμα. Δεν ήθελε να δει κάτι άλλο. Έτρεξε χωρίς να κοιτάει πίσω και κάλεσε την αστυνομία.

20.57 Μαζεύτηκε όλη η γειτονιά. Η αστυνομία τύλιξε το πάρκο με κορδέλες και το προσέφερε σαν δώρο στα μάτια των θεατών. Λένε πως εκεί βρήκαν μια κρεμασμένη γυναίκα, με κόκκινα μαλλιά. Λίγο πιο μετά τα κόκκινα μαλλιά έγιναν περούκα. Λέγαν ακόμα πως ήταν πόρνη που έπινε πρέζα. Ίσως να μην άντεξε τη ζωή της και να αυτοκτόνησε. Ίσως πάλι και ο νταβατζής να την κρέμασε γιατί δεν βγήκε σωστά η δουλειά του. Κάτω από το δασάκι ήταν και η πιάτσα με τα ταξί. Εκεί ένας ταξιτζής μονοπωλούσε την συζήτηση επιμένοντας πως είναι ώρα στην πιάτσα και είδε τι μπήκε και τι βγήκε. Αυτό είναι αυτοκτονία. Οι φόνοι κάνουν φασαρία. Και ως γνωστόν οι ταξιτζήδες έχουν μεγάλα αυτιά και γνωρίζουν πολλά. Το μόνο που είδε ήταν κάτι παρέες αγοριών που κόβουν όλη την ώρα βόλτες εκεί και γυμνάζονται. Κάτι δεν θα άκουγαν, κάτι δεν θα ‘βλεπαν;

21.30 Βρίσκομαι τυλιγμένος σε μια σακούλα. Πτώμα είμαι ή τουλάχιστον έτσι λένε. Με βρήκε μια γυναίκα, μια μούντζα που θα έλεγε και ο Σπύρος, η Λένια. Ήταν η πέμπτη φορά ή η έκτη που έβγαινα για πιάτσα, δεν θυμάμαι καλά. Τι νόημα έχει άλλωστε; Ο Σπύρος μου είπε να πηγαίνω μαζί του, να προσέχω. Ξυρίστηκα όσο καλύτερα μπορούσα, μετά μακιγιαρίστηκα προσεκτικά και στερέωσα την κόκκινη περούκα στο κεφάλι μου. Φόρεσα τις γόβες μου ∙ ειδική παραγγελία. Πέρασα από το δασάκι. Ο Σπύρος δεν μου είπε να προσέχω το δασάκι. Ο Σπύρος δεν ήξερε τίποτα για το δασάκι.

23.35 “Λένια σε ευχαριστούμε, ένα όχημα θα σε συνοδεύσει ως το σπίτι σου” είπε ο αστυνομικός. Η Λένια μόλις που είχε συνέλθει από το αρχικό σοκ. Τα χέρια της τρέμανε ακόμα και το στομάχι της είχε γεμίσει από κόμπους. Δεν το είχε και συνήθεια άλλωστε να βρίσκει κρεμασμένες τραβεστί στα δέντρα. Δεν ήθελε να ξανά περάσει από το μικρό δασάκι, ούτε να πάει σπίτι της. Σκεφτόταν τον εαυτό της γυμνό και κρεμασμένο στο πεύκο. Στην ιδέα και μόνο τα βλέφαρά της τρεμόπαιξαν.

Ένα σκοινί σαν αυτά που κάνουν αναρρίχηση, μια τραβεστί στραγγαλισμένη και κρεμασμένη ενώ λίγο πιο πέρα είχε πεταμένες μπύρες, σκουπίδια και νεοναζιστικά συνθήματα σε χαρτάκια. Αυτά είχε στη διάθεσή του ο αστυνομικός που ερευνούσε την υπόθεση και αναρωτιόταν ακόμα αν ήταν έγκλημα ή αυτοκτονία. Ο ίδιος πίστευε ότι ήταν έγκλημα, περισσότερο από διαίσθηση και όχι από στοιχεία. Δεν του άρεζε η ιδέα της αυτοκτονίας. Δεν του άρεζε σαν ιδέα γενικότερα. Προτιμούσε το έγκλημα, τη βία, ακόμα και την αδικαιολόγητη αλλά όχι την αυτοκτονία.

Μετά τη Λένια ο αστυνομικός είχε καλέσει κι άλλους μάρτυρες, ρώτησε για την περιοχή και για επιθέσεις. Ζήτησε ακόμα να γίνει έρευνα στα αρχεία για επιθέσεις σε τραβεστί ή ομοφυλόφιλους. Κάπου εκεί το τηλέφωνο χτύπησε από τον ιατροδικαστή. Με χαρά ο αστυνόμος δέχτηκε τα νέα του φόνου. Φόνος και όχι αυτοκτονία σήμαινε πολλά, ακόμα και προαγωγή. Πληροφορήθηκε ότι το θύμα ήταν γύρω στα 30-35. Φαίνεται ότι πρώτα του έσπασαν το χέρι και μετά τον στραγγάλισαν. Το κρέμασμα ήρθε μετά θάνατον. Σημάδια πάλης υπήρχαν αλλά μάλλον το θύμα δεν αντιστάθηκε πολύ.

Πράγματι, δεν αντιστάθηκε πολύ. Τρόμαξε και πονούσε από το σπάσιμο του χεριού. Ήταν πέντε και ήταν ένας. Πρώτα του σφύριξαν, μετά του φώναξαν και ύστερα τον πέταξαν στο χώμα. Σε λίγες ώρες όλοι θα μάθαιναν ότι το δασάκι ήταν φωλιά κοράκων με σβάστικες. Στα παγκάκια επώαζαν ιδέες μίσους για μετανάστες, πρεζόνια, γκέι. Ακραία στοιχεία που δεν ανήκαν πουθενά. Άνθρωποι που καταριόντουσαν το διαφορετικό και ένιωθαν φόβο μήπως είναι και αυτοί λίγο διαφορετικοί, λίγο πρόσφυγες, λίγο εξαρτημένοι, λίγο γκέι.

Ο Τάσος που τώρα είναι σε ένα ψυγείο ήταν 36 μισό. Φορούσε γόβα νούμερο 45 και πριν τον απολύσουν ήταν λογιστής σε μια βιομηχανία χαρτιού. Έκανε πιάτσα τον τελευταίο καιρό, λίγο από ανάγκη λίγο από μοναξιά και λίγο γιατί το γούσταρε. Στο δασάκι μπήκε για να κόψει δρόμο. Του άρεζε η ηρεμία και η μυρωδιά του πεύκου.

06:30 Είσαι ο καλύτερος φίλος. Ακόμα και νεκρός. Το δωμάτιό σου είναι κλειδωμένο και θα μείνει έτσι όπως το άφησες. Είχες πετάξει κάτι ρούχα στο πάτωμα και ξέχασες τη μάσκαρά σου ανοιχτή. Βιαζόσουν μάλλον. Η μάσκαρα είναι ακόμα ανοιχτή και τα ρούχα στο πάτωμα. Σε λίγες ώρες είναι η κηδεία σου. Ο αστυνομικός είπε ότι πιασαν τα μαλακισμένα. Βόηθησαν και κάτι κάμερες. Θυμάσαι που μισούσες τις κάμερες; Ο καφές είναι έτοιμος, έχει και για σένα. Το στεφάνι που γράφει Σπύρος το είδες;

Ησύχασε τώρα ∙ όλα τέλειωσαν κανείς δεν θα σε κυνηγήσει ξανά.

~~~~
Μακρίνα Μιχαηλίδου

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Ο παππούς πήδηξε απ’ το παράθυρο

Όπως κάθε πρωί η Λούρθι κατέβηκε στην στάση του λεωφορείου που απέχει 30 μέτρα από την Έπαυλη του κυρίου Λίαμ Μάντισον. Εργαζόταν τα τελευταία 25 χρόνια ως οικιακή βοηθός στην οικία του. Πάτησε το κουδούνι της εξωτερικής πόρτας, περίμενε υπομονετικά χωρίς να λάβει απάντηση. Αναγκάστηκε να ανοίξει με το κλειδί της. Προχωρώντας προς την κυρία είσοδο της έπαυλης με την άκρη του ματιού της είδε ένα περίεργο αντικείμενο μέσα στην πισίνα. Πλησίασε διστακτικά.

«Κύριε Λίαμ!» φώναξε κι έτρεξε στην άκρη της πισίνας. Ο κύριος Μάντισον μπρούμυτα με το κεφάλι μέσα στο νερό.

Έτρεξε να φέρει την μακριά απόχη. Τράβηξε τον κύριο Μάντισον. Ήταν ολοφάνερα νεκρός. Ξέσπασε σε κλάματα κρατώντας το κεφάλι του στα πόδια της.

Μούσκεμα απ’ τα νερά και τα αίματα, κουβάλησε το σώμα μέσα και πήρε τηλέφωνο την αστυνομία και τα παιδιά του. Έκλεισε το τηλέφωνο, έκατσε κάτω και συνέχισε να κλαίει.

Πρώτη έφτασε η αστυνομία, τρείς ένστολοι με τον ντετέκτιβ Ο΄Κόννελ επικεφαλή. Έπειτα άρχισαν να καταφθάνουν τα μέλη της οικογένειας, η Λάρα Μάντισον, η κόρη του κυρίου Μάντισον, ο Λιρόι Μάντισον, ο γιός, μαζί με την γυναίκα του Λάννα Μαγκουάϊρ, και ο μικρός γιός του Λίαμ, ο Λόρενς. Τελευταίος, μετά από λίγα λεπτά, πέρασε την πόρτα ο γιός της Λάρα, ο Κίθ.

~~

Δεν μπορούσα να πιστέψω αυτά που μου είπε η Λάρα στο τηλέφωνο. Μπαίνοντας στο προαύλιο είδα τον ντετέκτιβ να μιλά με την μάνα μου. Μόλις με αντίκρισε έτρεξε κι έπεσε στην αγκαλιά μου.

«Πέθανε Κιθ, πέθανε!» είπε όσο πιο σπαρακτικά μπορούσε.

Πριν προλάβω να αρθρώσω κάποια λέξη ο ντετέκτιβ με ρώτησε την συγγένεια μου με το θύμα.

Θύμα; Τι λέει ο τύπος; απόρησα, αλλά δεν είπα τίποτα.

«Είναι ο παππούς μου, τι έγινε εδώ; Πού είναι τώρα ο παππούς;»

Μου έδειξε το μέρος όπου ήταν συγκεντρωμένοι οι υπόλοιποι. Μια σκηνή που δεν θα ξεχάσω ποτέ.

Η θεία Λάννα να κλαίει σκυφτή πάνω στο στέρνο του παππού μου, ενώ ο θείος Λιρόι να κρατάει το στόμα του με κατακόκκινα μάτια.

Πού να τους έβλεπες παππού να τους δώσεις το βραβείο υποκρισίας σκέφτηκα. Αυτή που σε έβριζε συνεχώς τώρα κλαίει με αναφιλητά.

Κάθε μέρα μαλώνανε στην εταιρία παραγωγής, δεν της άρεσε που ακόμα έκανε κουμάντο ο πορνόγερος, έτσι τον έλεγε.

Ο Λόρενς ήταν λίγο πιο απόμακρος κι έδειχνε νευριασμένος. Δεν τα πήγαιναν καλά με τον παππού, πάντα του έλεγε ότι σπαταλάει τα λεφτά του και τον χρόνο του στο τίποτα. Δεν έλεγε και ψέματα.

Η Λούρθι ήταν όρθια πάνω από τον παππού, σκεπτική και λυπημένη. Ο παππούς την εμπιστευόταν πολύ.

~~

«Λοιπόν , πρέπει να βάλουμε κάποια πράγματα σε σειρά» λέει ο ντετέκτιβ. Πιάνει το μπλοκάκι του και κάθεται στην πολυθρόνα απέναντι απ’ όλους.
«Είμαι εδώ ήδη 6 ώρες, και πιστέψτε είναι πολύ περισσότερες απ’ όσες ίσως χρειάζονται τελικά για να φτάσουμε στο εξής συμπέρασμα».

Τους κοιτάζει και μοιάζουν όλοι να κρέμονται από τα χείλη του, ξαφνιασμένοι από την πολύ απρόσμενα απότομη τοποθέτηση του. Όπως ακριβώς ήθελε.

«Ο κ. Μάντισον φαίνεται να πήδηξε από το παράθυρο που έχει στο δωμάτιο του. Με την πτώση από τον δεύτερο όροφο χτύπησε άτσαλα με το κεφάλι και την ωμοπλάτη στην τσιμεντένια περίμετρο της πισίνας, και έπεσε αιμόφυρτος στο νερό οπού λιπόθυμος εκεί πέθανε».

Ο ντετέκτιβ ξερόβηξε.

«Θα μπορούσε εύκολα να πει κανείς ότι αυτοκτόνησε, αλλά η βιασύνη και το ακατάστατο δωμάτιο του δεν δείχνουν αυτοχειρία».

Δείχνουν έκπληκτοι, για να δούμε αν θα παραμείνουν, σκέφτεται ο ντετέκτιβ.

«Μίλησα με τον καθένα σας ξεχωριστά, όλοι έχετε μια ιστορία που σας τοποθετεί μακριά από τον τόπο του εγκλήματος, θα σας συγχαρώ γι’ αυτό, αλλά…» κάνει μια παύση για να μαζέψει βλέμματα και αγωνία, ελπίζοντας σε ένα έξτρα συναίσθημα στο πρόσωπο τους. «Όλοι έχετε κλειδί για την έπαυλη. Δεν παραβιάσθηκε καμιά πόρτα και κανένα σύστημα ασφαλείας. Αυτό σας κάνει όλους ύποπτους δολοφονίας».

Επικρατεί πανικός, πετάγονται όλοι από τους καναπέδες και αρχίζουν να φωνάζουν προς τον ντετέκτιβ. Εκείνος κάθεται ήρεμος κι ανάβει αργά το τσιγάρο του.

Τώρα απλά περιμένουμε να βγούνε οι σωστές πληροφορίες στη φόρα, σκέφτεται και τους κοιτάει να μαλώνουν τώρα μεταξύ τους.

Η Λάννα φωνάζει στον Λόρενς ότι τρώει τα λεφτά του κ. Μάντισον και ότι του είχε κόψει την πίστωση μερικές μέρες πριν πεθάνει. Ενδιαφέρον.

Ο Λόρενς αντικρούει λέγοντας ότι ήταν Πρόεδρος στην εταιρία του μπαμπά και ήθελε να την διώξει, πριν βρεθεί νεκρός. Ακόμη πιο ενδιαφέρον.

Η Λάρα δείχνει επικριτικά την Λούρθι λέγοντας ότι κοιμόταν συχνά στο δωμάτιο με τον κ. Μάντισον και ότι ήταν η τελευταία που τον είδε. Κοντινές επαφές με το θύμα, μάλιστα.

Η Λούρθι λέει ότι αυτή τον αγαπούσε και ότι αν είχε κάποια θυμό για να διαπράξει έγκλημα τότε αυτή είναι η Λάρα. Καθώς ο κ. Μάντισον της είχε πει πως θα της γράψει το σπίτι και την εταιρία. Εκδίκηση για την απόρριψη. Πάρα πολλά για να επεξεργαστώ.

«Εντάξει, εντάξει, σταματήστε. Δεν θα αποδείξετε τίποτα με το να μαλώνετε μεταξύ σας» Σίγουρα να χάσετε έχετε.

~~

Το κλίμα ήταν βαρύ. Όλοι καθόντουσαν στο μεγάλο σαλόνι και κοιτούσαν το πάτωμα. Τη σιωπή αυτή ήρθε να ταράξει ένας ένστολος. Έπιασε τον ντετέκτιβ Ο΄Κόννελ και του ψιθύρισε στο αυτί.

«Έξοχα!» φώναξε ο ντετέκτιβ. «Μόλις με ενημέρωσαν ότι καταφέραμε να ανοίξουμε τον προσωπικό υπολογιστή του κ. Μάντισον, ώστε να μπορέσουμε τις καταγραφές από τις κάμερες εντός του σπιτιού.»

«Υπάρχουν κάμερες εντός;» ρώτησε ο Λιρόι.

«Ναι, νόμιζα το γνωρίζετε αυτό.»

«Ωραία, άρα δεν μας χρειάζεστε άλλο εδώ ντετέκτιβ» είπε η Λάρα.

«Κάθε άλλο, σας χρειάζομαι όλους εδώ μέχρι να δούμε το περιεχόμενο των βίντεο».

Έστησαν τον προτζέκτορα του κ. Μάντισον στο κέντρο του σαλονιού μπροστά από ένα λευκό πανί. Η προβολή ξεκίνησε. Ο ντετέκτιβ διέταξε να παραμείνουν δέκα αστυνομικοί εντός του σαλονιού.

~~

Στο βίντεο διακρίνονται πέντε τετράγωνα με πέντε εσωτερικούς χώρους του ισογείου της έπαυλης.

Στη 01.05 διακρίνεται η Λούρθι να περνάει από το χολ και να βγαίνει από την πόρτα του σπιτιού.

Στη 01:14 φαίνονται κάποιες κινήσεις στο χώρο του χολ. Η κεντρική πόρτα ανοίγει αργά και δύο μαυροντυμένες φιγούρες εισέρχονται στην έπαυλη με μάσκες πολιτικών, της Θάτσερ και του Τσώρτσιλ.

Ο Λιρόι και η Λάννα τρομαγμένοι κοιτιούνται κλεφτά με την άκρη των ματιών τους, όμως έγιναν αντιληπτοί από τους παρευρισκόμενους, καθώς οι φυσιολογίες των σωμάτων προδίδουν ότι είναι άνδρας και γυναίκα, και τα βλέμματα έπεσαν αμέσως πάνω τους, με πιο έκδηλο αυτό της Λάρα.

Ξαφνικά στο επόμενο λεπτό φαίνεται να ανοίγει το παράθυρο της κουζίνας και να εισέρχεται μια ανδρική φιγούρα με κουκούλα και fullface.

«Και τρίτος; Πρέπει να είναι συνεργοί.»

Η φιγούρα περπατάει σιγά σιγά από την κουζίνα προς τις σκάλες, αλλά σταματάει και κρύβεται μόλις αντιλαμβάνεται την ύπαρξη των άλλων δύο στο χώρο του χολ.

«Κρύβεται! Γιατί; Δεν είναι συνεργοί» αναφωνεί ο ντετέκτιβ.

Πριν κιόλας κοπάσει η θύελλα των αναπάντεχων γεγονότων, το τετράγωνο με την εικόνα από την βιβλιοθήκη εμφανίζει κάποια κινητικότητα στη 01:16. Μια σκιά φαίνεται πίσω από την γωνία της κεντρικής βιβλιοθήκης.

«Τι γίνεται εδώ; Κι άλλος;»

Στα επόμενα καρέ διακρίνεται μια γυναικεία σιλουέτα ντυμένη με εφαρμοστά μπορντό ρούχα και καλσόν στο πρόσωπο. Η εν δυνάμει δολοφόνος αντιλαμβάνεται την παρουσία του άνδρα στην κουζίνα, χωρίς εκείνος να την αντιληφθεί, αλλά δεν γνωρίζει την παρουσία των άλλων δυο στο χολ, καθώς η οπτική επαφή από την βιβλιοθήκη σταματάει στην κουζίνα.

Όλα τα μέλη της οικογένειας είναι τώρα αποσβολωμένα με αυτά που βλέπουν στον προτζέκτορα. Ο Κιθ μοιάζει να μην πιστεύει στα μάτια του.

«Ποιοι είναι όλοι αυτοί; Ποιοι είστε;» ρωτάει και κοιτάει τους πάντες με δακρυσμένα μάτια.

Τελειώνει εκεί η καταγραφή αυτού του αρχείου.

Όμως υπάρχει και ένα αρχείο με πολύ μικρή διάρκεια, δείχνει να είναι τραβηγμένο από την κάμερα του λάπτοπ του Μάντισον ακριβώς την ώρα που πήδηξε από το παράθυρο.

***

Άχρηστοι χαραμοφάηδες, σας έδωσα όλα όσα θα ήθελε ένας άνθρωπος και δεν μπορέσατε να καταφέρετε τίποτα στη ζωή σας. Αυτή είναι η τελευταία δεκάρα που παίρνετε από μένα. Όταν διέρρευσα ότι θα συντάξω νέα διαθήκη ήλπιζα ότι θα έρθετε να με βρίσετε, να με διαολοστείλετε, αλλά αυτό ξεπερνάει την πιο νοσηρή μου φαντασία. Στήσατε καρτέρι και οι τέσσερεις να με ξεφορτωθείτε πριν έρθει ο συμβολαιογράφος το πρωί, αλλά είστε τόσο κουτοί που δεν καταλάβατε ότι η διαθήκη έχει αλλάξει εδώ και 3 χρόνια. Τώρα θα πάτε φυλακή και θα είστε και απένταροι.

«Ποιος είναι στην πόρτα; Εσύ; Το περίμενα ότι θα έρθεις πριν απ’ τους άλλους. Αντίο και άντε μου στο διάολο Λ…»

Ο κύριος Λίαμ Μάντισον, έγινε Λίαμ Μάντισον.

~~~~~~~~~

Δημήτρης Καλογερούδης