Χουλιγκανισμός και ανεμελιά

0
535

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι lazio-fans-620_1624720a.jpg

«Όλα όσα ξέρω για την ηθική και την αίσθηση καθήκοντος, τα έχω μάθει από το ποδόσφαιρο» – Αλμπέρ Καμύ

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Όχι ρε γαμώ το, με προλάβανε, είμαι κυκλωμένος και μόνος. Με χτυπάνε, τους χτυπάω και εγώ, αλλά είναι πολλοί. Μπαίνω στην είσοδο μιας οικοδομής για να προφυλαχτώ, όσο γίνεται. Ακούω τσιρίδες από το διπλανό μαγαζάκι.

«Τι κάνετε ρε; Αφήστε τον ήσυχο. Φύγετε, θα τον σκοτώσετε. Έχω φωνάξει την αστυνομία».

Οι μπουνιές συνεχίζονται, είμαι στο έδαφος. Πρέπει να σηκωθώ. Ξαναβρίσκομαι στο πάτωμα, με κλωτσάνε στο κεφάλι. Κάποιος σκύβει από πάνω μου. Πονάω στον λαιμό. Κάπου τον ξέρω, κάτι μου λέει.

~~~~~

Κάποιοι άνθρωποι πιστεύουν ότι το ποδόσφαιρο είναι ζήτημα ζωής και θανάτου. Όμως το ποδόσφαιρο είναι κάτι πολύ σημαντικότερο από αυτό -και στην Αργεντινή, στο Μπουένος Άιρες μπορεί να το νιώσει κανείς καλύτερα από οπουδήποτε αλλού. Γύρω από το στάδιο Monumental και το La Bombonera, στις φτωχογειτονιές ή στις ακριβότερες συνοικίες. Στους ίδιους τους δρόμους του.

Ζούσαμε για την Boca Juniors, ζούσαμε με την Boca Juniors και την ακολουθούσαμε παντού. Αλλά δεν ήταν μόνο το ποδόσφαιρο, ούτε ότι είχαμε πολλή ενέργεια, ακόμα περισσότερα νεύρα και καμία προοπτική στη ζωή. Πάνω απ’ όλα ήταν το αίσθημα συντροφικότητας και ευθύνης που μας έκανε να αγαπήσουμε αυτόν τον τρόπο ζωής.

Οι οργανωμένοι οπαδοί, των περισσότερων ομάδων τουλάχιστον, θέλουμε να πιστεύουμε ότι παίζουμε ενεργό ρόλο στη γειτονιά και την κοινότητά μας και ορισμένοι όντως το πράττουν. Προσπαθούμε να βοηθήσουμε τα παιδιά και τις οικογένειες που δεν έχουν τα μέσα, όπως μπορούμε, προσπαθούμε να έχουμε κάποιο κοινωνικό έργο, όταν μπορούμε και παίζουμε ξύλο με τους αντίπαλους οπαδούς με κάθε ευκαιρία. Ακούγεται λίγο περίεργο και αντιφατικό αυτό και σίγουρα δεν αντέχει σε σοβαρή ανάλυση ή κριτική, αλλά είναι αυτό που είναι.

Γνωρίζαμε ότι τα καθάρματα της River Plate θα έκαναν πάρτι για τα εγκαίνια του καινούριου τους club στην διπλανή συνοικία. Θα είχανε ζωντανή μουσική, μπίρες και ψησταριές για μπάρμπεκιου, στην κεντρική πλατεία. Μας την έσπαγε αφάνταστα και οι πιτσιρικάδες μας ήθελαν να πάμε να τους την πέσουμε, αλλά ας είμαστε λογικοί, δεν έκαναν κάτι κακό, ούτε προκάλεσαν κανένα. Αντίθετα θα έδιναν δωρεάν ποτά και φαγητό σε όποιον πήγαινε. Θα ήταν τελείως εκτός του κώδικα τιμής, να πηγαίναμε, χωρίς αφορμή, για φασαρία. Όσο κι αν το θέλαμε.

Ήμασταν μαζεμένοι στα γραφεία του δικού μας club αρκετός κόσμος, σε μια άτυπη περιφρούρηση. Κάθε φορά που οι δίπλα κάνανε κάποιου είδους μάζωξη, εμείς μπαίναμε σε επιφυλακή, γιατί ήταν πολύ πιθανό να θελήσουν να περάσουν για να ρίξουν δυο-τρεις μολότοφ και να κάνουν ανακαίνιση στο club και το ανάποδο. Αυτοί ήταν οι κανόνες σύμφωνα με τους οποίους παίζαμε. Και μας έδωσαν την αφορμή.

Ήρθανε δυο παιδάκια, το πολύ δεκατεσσάρων χρονών και παραπονέθηκαν ότι ενώ έκαναν σκέιτ στο πάρκο, κοντά στο πάρτι των άλλων, ήρθαν και τους κύκλωσαν καμιά δεκαριά μαντράχαλοι ντυμένοι στα χρώματα της River Plate και τους άρχισαν , γιατί το ένα παιδάκι φορούσε μπλούζα Boca Juniors. Τους έριξαν κάνα δυο χαστούκια τους ψείρισαν την μπλούζα και τους έδιωξαν. Οι νεότεροι από εμάς εξαγριώθηκαν και ετοιμάστηκαν για πόλεμο με άγρια χαρά, άλλο που δεν ήθελαν. Ιδρώσαμε μέχρι να τους ηρεμήσουμε κάπως. Στείλαμε δύο μη σταμπαρισμένα μηχανάκια, με άγνωστα άτομα, για να κόψουν την κατάσταση. Να δούνε τι γίνεται και να μας πούνε τι ισχύει και τι δεν ισχύει.

Έλεγαν αλήθεια τα μικρά. Οι δίπλα, έχοντας πλακωθεί στις μπίρες και μέσα στο γενικευμένο κλίμα δύναμης που ένιωσαν, είχαν βγει στα γύρω στενά και τραμπούκιζαν τον κόσμο. Αν κανένας είχε την αφέλεια ή την άγνοια κινδύνου να δηλώσει οπαδός της Boca Juniors ή την ατυχία να έχει τίποτα διακριτικά της ομάδας, χτυπιόταν επί τόπου. Δεν είχε σημασία αν ήταν άμαχος πληθυσμός, δηλαδή παιδάκι, μεγάλος σε ηλικία, άσχετος ή κοπέλα. Χτυπιόταν παρ’ αυτά.

Καταστρώσαμε το σχέδιο μάχης. Τέσσερα δικάβαλα μηχανάκια, διαφορετικά από αυτά που είχαμε στείλει, θα προπορεύονταν και θα περιπολούσαν στην περιοχή. Θα ήταν οι λεγόμενοι ρουφιάνοι μας και θα ήταν σε ανοιχτή επικοινωνία με εμάς που θα ήμασταν το κυρίως σώμα της ορδής, περίπου είκοσι άτομα, χωρίς διακριτικά. Θα πηγαίναμε ανά πεντάδες, με αυτοκίνητα, τα οποία θα σταθμεύαμε στο δασάκι, για να μην δώσουμε στόχο, σίγουρα θα είχαν κι αυτοί τους δικούς τους ρουφιάνους.

Η επιχείρηση θα είχε χαρακτήρα επιδρομής, δεν θα επιτιθόμασταν στο χώρο της γιορτής τους, αντίθετα με πολύ γρήγορες κινήσεις, θα προσπαθούσαμε να πιάσουμε όσο περισσότερους από τους μάγκες που τριγυρίζανε στους δρόμους και πειράζανε τον άσχετο κόσμο. Θα τους δέρναμε, θα τους βγάζαμε τις μπλούζες και θα επιστρέφαμε, συγκροτημένα, πίσω με τα πόδια. Τα αυτοκίνητα θα τα παίρναμε την επόμενη μέρα. Αυτός ήταν ο λόγος που πήραμε ελάχιστα πολεμοφόδια μαζί μας, μερικούς πυρσούς και λίγα πτυσσόμενα ρόπαλα.

Το ξεκίνημα ήταν ιδανικό, οι πληροφορίες μας ήταν ακριβείς και πολύ γρήγορα πιάσαμε τους πρώτους. Χτυπήθηκαν άγρια και πήγαμε στους επόμενους. Τα ίδια και εκεί, περάσαμε από πάνω τους. Τα νέα όμως έφτασαν στο συγκεντρωμένο πλήθος και ένα μεγάλο μέρος του κινήθηκε για να μας συναντήσει.

Βρεθήκαμε αντιμέτωποι σε ένα στενό δρομάκι. Αυτοί είχαν πέτρες, εμείς δεν είχαμε, αυτοί είχαν ξύλα, εμείς δεν είχαμε, αυτοί ήταν παραπάνω από εκατό, εμείς βαριά εικοσιπέντε. Περιμέναμε να ξεφορτώσουν, να μας πετάξουν ό,τι είχαν δηλαδή και να τα πάρουμε από κάτω και να τα χρησιμοποιήσουμε με τη σειρά μας. Έτσι έγινε και όταν έφτασαν κοντά μας πιαστήκαμε στα χέρια. Ήταν πολλοί περισσότεροι από εμάς, ο σκοπός μας ήταν να κρατήσουμε για λίγη ώρα και να υποχωρήσουμε, συντεταγμένα και χωρίς απώλειες απωθώντας τους κάθε φορά που θα μας πλησίαζαν αρκετά. Και στην αρχή τα καταφέραμε αρκετά καλά.

Πάνω στην αγανάκτησή μας και στην θέληση να τους την πέσουμε, δεν σκεφτήκαμε ορισμένα πράγματα, που τελικά απέβησαν μοιραία. Δεν πήραμε στα σοβαρά το μέγεθος του πλήθους που είχε μαζευτεί και που σ’ αυτές τις περιπτώσεις, ακόμα κι αν η πλειοψηφία τους είναι άμαχοι, αν δούνε ότι είναι περισσότεροι, παίρνουν θάρρος και χώνονται πιο άγρια στις συμπλοκές.

Επίσης δεν υπολογίσαμε ότι αφού επρόκειτο για πάρτι καινούριου club, θα είχε μάχιμο κόσμο από όλη την πόλη και το κυριότερο, ούτε που μας πέρασε από το μυαλό, ότι οι βλαχομαγκιές στους γύρω δρόμους, δεν ήταν παρά μόνο το δόλωμα, για να έρθουμε να τους βρούμε. Δόλωμα το οποίο κατάπιαμε πανεύκολα και πέσαμε στην παγίδα τους.

Θα έπρεπε να μας φανεί λίγο περίεργο το γεγονός, ότι ενώ ήταν πιο πολλοί από εμάς, δεν μας επιτέθηκαν κατευθείαν, αλλά καθυστερούσαν, σαν να ήθελαν να μας κρατήσουν στο ίδιο σημείο. Όταν άρχισαν οι σώμα με σώμα συμπλοκές, εμείς συνεπαρμένοι καθώς ήμασταν, από την έξαψη της μάχης, δεν δώσαμε σημασία, μάλιστα σκεφτήκαμε ότι είναι φλώροι και ότι τους έχουμε. Κατά τύχη ένας δικός μας ανέβηκε στο καπό ενός αυτοκινήτου και είδε στο βάθος, πολλούς οπαδούς της River Plate να έρχονται από το παράλληλο στενάκι για να μας περικυκλώσουν. Αμέσως μας ειδοποίησε και αρχίσαμε να υποχωρούμε.

Έμεινα πίσω, για να καλύπτω τους υπόλοιπους, είχα δύο πυρσούς. Άναψα τον ένα και μπόρεσα να τους κρατήσω, για λίγο, μακριά. Υποχώρησα και εγώ. Έσβησα τον πυρσό στο μάγουλο ενός αντίπαλου, για να έχει κάτι να με θυμάται για πάντα. Είδα τους δικούς μου να ξεφεύγουν λίγο προτού κλείσει ο κλοιός. Άναψα και τον τελευταίο πυρσό και έτρεξα ξοπίσω τους, όμως δεν θα προλάβαινα, το έβλεπα. Είχα βρεθεί σε αρκετά παρόμοια σκηνικά και το ήξερα. Δεν πρόλαβα και βρέθηκα περικυκλωμένος.

Δεν υπήρχε χρόνος για απελπισία, ξάπλωσα αναίσθητους δύο που μου έφραζαν το δρόμο και μπήκα στην είσοδο της πολυκατοικίας. Ένα τούβλο σφύριξε πάνω από το κεφάλι μου και έσπασε την τζαμαρία δίπλα στην πόρτα. Αυτό ήταν διπλά καλό, αφ’ ενός γιατί δεν κινδύνευα να με περάσουν μέσα από το τζάμι, όπου θα μπορούσα να πεθάνω και αφ’ εταίρου γιατί, με λίγη τύχη θα προλάβαινα να μπω στην είσοδο και θα είχα κάποιες πιθανότητες να γλυτώσω, αν κάποιος άνοιγε την πόρτα του για να με σώσει. Οι πέτρες έπεφταν πλέον βροχή και ο κλοιός στένευε απειλητικά.

Έσκυψα να περάσω από το τζάμι και ένα χέρι με τράβηξε πίσω. Δεν μπορούσα να μετρήσω πόσες μπουνιές με χτυπούσαν, απλά δεχόμουν χτυπήματα. Έπεσα κάτω. Με κλώτσησαν στο στομάχι και έφτυσα αίμα. Σηκώθηκα. Σκεφτόμουν ότι δεν πρέπει να πέσω. Έπρεπε να αντέξω, τουλάχιστον μέχρι να φοβηθούν από τις απειλές της κυρίας από το ψιλικατζίδικο, ότι θα έρθουν οι μπάτσοι και να φύγουν. Ξανάπεσα και πόδια με κλωτσούσανε στο κεφάλι, στα πλευρά, παντού. Προσπάθησα να προστατευθώ με τα χέρια μου, που ήδη πρέπει να είχαν σπάσει. Ένιωσα να χάνομαι και κάποιον να σκύβει πάνω μου. Να με δαγκώνει στο λαιμό και να λέει ότι θα με φάει ζωντανό. Άνοιξα τα μάτια μου όσο μπορούσα και μέσα από τα αίματα αναγνώρισα έναν συμμαθητή μου από το γυμνάσιο.

Αν ζήσω θα τον σκοτώσω, ήταν η τελευταία μου σκέψη. Μετά σκοτάδι και ζεστασιά.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Το διήγημα έγραψε ο Chris Otis, στο πλαίσιο του Συνεργείου Δημιουργικής Γραφής