Ένα μινόρε της αυγής

0
543

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι 43629513_1965232450221289_2794669369068617728_n.jpgΠιάνει το μολύβι του για να γράψει πάλι σε μια χαρτοπετσέτα. Κοιτάζει γύρω του να σκεφτεί, πώς θα βάλει τις σκέψεις του σε τάξη και θα τα βγάλει όλα στο τραγούδι. Απλώνει και τρώει μια ελιά απ’ το πιάτο δίπλα. Τρεις ελιές μετρημένες και λίγο ψωμί, το βραδινό του. Νιώθει τυχερός που το ‘χει κι αυτό.

Καθώς παίζει με το κουκούτσι της ελιάς στο στόμα του, κοιτάει τη φλόγα από τη λάμπα δίπλα του. Σκέφτεται να τη σβήσει. Δεν υπάρχει λόγος να καίει αν δεν γράφει. Σκύβει να χαμηλώσει τη φωτιά. Γυρνάει στη γωνία του δωματίου σκεφτικός και κοιτάει το κρεβάτι του. Άραγε πόσα βράδια έχει που κοιμάται μόνος του; Έχει σταματήσει να τα μετράει εδώ και καιρό.

Και τότε σκέφτεται εκείνη. Τη βλέπει πάλι στα νιάτα τους. Θυμάται πάλι την ίδια σκηνή.

~~

Ήταν μερικές μέρες αφού είχαν παντρευτεί. Τον είχε ξυπνήσει γλυκά εκείνο το πρωί πριν ακόμα χαράξει ο ήλιος. Είχαν κανονίσει να πάνε μαζί εκεί που θα έφτιαχναν το καινούριο τους χαμόσπιτο, να δουν την ανατολή και να ονειρευτούν με ανοιχτά τα μάτια.

Περπάτησαν κι ανέβηκαν το λόφο, έξω απ’ τη γειτονιά που έμεναν. Τα σπίτια κολλητά το ένα στο άλλο. Μπορούσες να δεις όλο το μαχαλά από εκείνο το σημείο. Έβγαιναν μερικοί άντρες μέσα στο σκοτάδι να ψάξουν και πάλι για καμιά δουλειά του ποδιού να κάνουν. Αν ήταν τυχεροί θα επέστρεφαν το βράδυ με λίγο γάλα και μερικές ελιές, αλλιώς ακόμα μια μέρα με το ξεροκόμματο.

Τον σκούντησε και γύρισε από την άλλη μεριά. Έκατσαν πάνω στα ξερόχορτα δίπλα δίπλα και κοίταζαν τον ήλιο που ανέβαινε αργά από την ανατολή. Τότε ξεκίνησε να του μιλάει για το σπίτι τους. Θα το έφτιαχναν εκεί ακριβώς. Θα είχαν την οικογένεια και τα παιδιά τους. Του έλεγε τα σχέδια του για το μικρό παιδικό δωματιάκι. Την κοίταζε στα μάτια καθώς του μιλούσε και αναρωτιόταν αν ήταν πιο λαμπερή η ανατολή, ή η σπιρτάδα των ματιών της. Μόνο της έκανε ένα νεύμα, όπως πάντα, ότι συμφωνούσε.

~~

Μπορεί ακόμα να νιώσει την αγάπη που της είχε, τα λόγια της ηχούν σαν τραγούδι στα αυτιά του.

Ξύπνα, μικρό μου, κι άκουσε,
κάποιο μινόρε της αυγής.

Καθώς γράφει τους πρώτους στίχους, ακούει έναν ήχο έξω από την πόρτα. Σηκώνεται και πηγαίνει μέχρι το παράθυρο να δει τι γίνεται. Δεν υπάρχει κανείς. Τέτοια ώρα είναι όλοι κλεισμένοι στα σπίτια τους, προσπαθώντας να ξεχάσουν τις έγνοιες τους και να κοιμηθούν. Ζώα δεν έχει, οπότε θα είναι ο αέρας. Παίρνει ένα κουρέλι και το βάζει στο κάτω μέρος της πόρτας να κόψει το κρύο που μπαίνει. Νιώθει ένα ρίγος. Φοράει πάλι το σακάκι του και κάθεται

Τρώει λίγο ψωμί και την άλλη ελιά. Αναρωτιέται τι κάνει και τι του έχει μείνει. Απλά ξυπνάει τα μεσημέρια, κάθεται σπίτι και τ’ απογεύματα πάει στο μαγαζί. Προσπαθεί να βρει ένα νόημα πλέον σε όλο αυτό. Φτώχεια μια ζωή, αλλά κάποτε είχε και κάποιον για να ζει, ένιωθε ευτυχισμένος. Πλέον όλα είναι μηχανικά. Δεν θέλει να τα σκέφτεται όμως αυτά. Αλλά κάθε που κάθεται μόνος, τον πιάνει τον παράπονο.

Θυμάται που ‘καναν όνειρα στο λόφο μαζί, τη θυμάται να βήχει.

~~

Εκείνη τον καθησύχαζε κάθε φορά. Οι μέρες περνούσαν κι ο μόνος γιατρός που μπορούσαν να βρουν ήταν χιλιόμετρα μακριά –κι ήθελε λεφτά. Τι θα μπορούσε όμως να της πει, ένα κρύωμα σαν όλα τα άλλα. Προσπαθούσε να την πείσει να κάτσει να ξεκουραστεί. Λίγα τα γιατροσόφια για τον βήχα -και απαιτούσαν μέλι που ήταν λιγοστό. Τους είχε δώσει μια κουταλιά η Ασημίνα από το δίπλα σπίτι. Αλλά δεν έδειχνε να καλυτερεύει η κατάσταση όσο περνούσαν οι μέρες.

Ήταν αγαπητή σε όλους η Ελένη. Τον ρωτούσαν κάθε μεσημέρι πώς ήταν. Τις τελευταίες μέρες, που δεν είχε τη δύναμη να σηκωθεί απ’ το κρεβάτι, όλο και κάποια γειτόνισσα πήγαινε να τη βοηθήσει, όταν εκείνος πήγαινε στο μαγαζί.

Ώσπου γύρισε ένα βράδυ αργά. Ήταν μόνη της στο κρεβάτι από ώρα. Το χρώμα του δέρματος της είχε πάρει μια λευκή απόχρωση, όπως έχει ένα σύννεφο στον καλοκαιρινό ουρανό. Τα μάτια της κόκκινα και καταπονημένα από την πίεση του βήχα. Κι αυτή ανήμπορη να σηκωθεί, ακόμα και να μιλήσει δυνατά. Της έδωσε λίγο νερό και αυτή του έκανε νόημα να σκύψει κοντά της. Τη φίλησε κι έκατσε δίπλα στο κεφάλι της για λίγο. Την άκουσε να του ψιθυρίζει πως τον αγαπά και μετά σιγή. Δεν ακουγόταν ούτε η αναπνοή της. Δεν χρειάστηκε να γυρίσει να την κοιτάξει. Έπιασε το χέρι της κι έκλαψε.

~~

Για σένανε είναι γραμμένο,
από το κλάμα κάποιας ψυχής

Λες και δεν έχει σταματήσει να κλαίει από τότε, βλέπει το δάκρυ να πέφτει πάνω στην χαρτοπετσέτα του. Αφήνει το μολύβι κάτω. Δεν έχει άλλη όρεξη, ίσως επιστρέψει την επομένη να συνεχίσει. Σβήνει τη λάμπα εντελώς, ενώ τρώει και την τελευταία ελιά. Το δωμάτιο είναι εντελώς σκοτεινό εκτός από το φως του φεγγαριού που μπαίνει από το παράθυρο.

Πίνει λίγο νερό και σηκώνεται. Αφήνει το σακάκι του πάλι στην καρέκλα. Τραβάει τη κουρτίνα να σταματήσει το λιγοστό ήλιο που μπορεί να τον ξυπνήσει το πρωί. Πηγαίνει στο παλιό σιδερένιο του κρεβάτι. Φέρνει τη κουβέρτα να σκεπαστεί και γυρνάει πλευρό να κοιτάξει το τοίχο.

Έτσι κοιμάται τα βράδια, μήπως κάποιο πρωί ξυπνήσει και την δει πάλι εκεί που του ψιθύρισε για τελευταία φορά ότι τον αγαπάει. Ή μήπως δεν καταφέρει αυτός να ξυπνήσει και την συναντήσει πάλι έστω κι έτσι. Αλλά κάπου μέσα του ξέρει ότι το μαρτύριο να είναι χώρια της δεν έχει ακόμα τελειώσει.

Μένει, λοιπόν, να κάνει ότι κάθε βράδυ για να τον πάρει ο ύπνος. Φτιάχνει στο μυαλό την αυριανή μέρα αν τα πράγματα είχαν έρθει διαφορετικά.

~

Θα ξυπνήσει και θα την δει από το παράθυρο να κάνει τις δουλειές του σπιτιού έξω στη μικρή τους αυλή. Τα παιδιά τους θα παίζουν κι αυτά χαρούμενα στη γειτονιά. Θα κάνουν αταξίες και θα ακούει τη φωνή της να τα φωνάζει να γυρίσουν. Θα σηκωνόταν, να κάνει δύο γουλιές καφέ που θα τον μοιραζόταν μαζί της.

Θα πάρει πιο μετά το μπουζούκι του να εξασκηθεί. Θα της τραγουδάει και θα της αφιερώνει όλα τα τραγούδια που μιλάνε για αγάπη σπαραχτική. Αυτή θα τον ευχαριστήσει όπως έκανε πάντα με ένα γλυκό φιλί στο μάγουλο. Τότε θα μαζευτούν να φάνε όλοι μαζί για μεσημέρι.

Κυριακή θα είναι, θα έχουν λίγο κρέας στο τραπέζι τους με μακαρόνια και λίγο ψωμί. Θα την κοιτάζει και πάλι χαρούμενος και ευτυχισμένος που την έχει δίπλα του.

Αφού θα έχουν τελειώσει, θα πάρει και πάλι το μπουζούκι του να πάει προς τη δουλειά αποχαιρετώντας της με μια αγκαλιά.

~~

Κοιμάται για άλλη μια φορά χαρούμενος, που έστω κι έτσι για άλλη μια μέρα την έχει δίπλα του.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Το διήγημα έγραψε ο Φώτης Κουνέλης, στο πλαίσιο του Συνεργείου Δημιουργικής Γραφής