Το καΐκι του Κάφκα

0
378

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι thumbnailImage_preview.pngΈμοιαζε με τσίγκινο κουτί από μακριά, αφημένο στο λιμανάκι. Σκούρο μπλε, ανοιχτό από μπροστά. Στο παγκάκι μέσα, κάθονταν ο Μανώλης και ο γερο-Μπάρμπας που έπαιζε το κομπολόι του.

Ο Μανώλης κοιτούσε τα πόδια του. Σκληρά, δερμάτινα παπούτσια. Μαύρα και γυαλιστερά, φτιαγμένα να πατάνε επάνω σε μάρμαρα και πλακόστρωτο. Έμοιαζαν παράταιρα έτσι που είχαν από κάτω τους βότσαλο και άμμο.

Οι χάντρες από το κομπολόι του Μπάρμπα έπεφταν αργά και ο ήχος τους άφηνε πίσω μία ακόμα πιο έντονη σιωπή. Στον ουρανό δεν υπήρχε σύννεφο και τριγύρω δεν ακούγονταν ούτε πουλιά, ούτε έντομα, παρά μόνο μία μοναδική μύγα που τους τριγύριζε. Τα μόνα που κινούνταν ήταν οι σταγόνες του ιδρώτα στα κούτελα τους , το κομπολόι, και η μύγα.

Μία σταγόνα ιδρώτα έσταξε στο ρολόι του Μανώλη. Γύρισε το κεφάλι προς τον Μπάρμπα.

“Με συγχωρείτε, δεν έπρεπε να έχει φτάσει η βάρκα για την Αγία Μαρίνα;”
“Πού θες να πας;” ρώτησε ο γέρος, χωρίς να γυρίσει να τον κοιτάξει.
Ο Μανώλης κοίταξε τον ορίζοντα, και μετά τον Μπάρμπα.

“Στην Αγία Μαρίνα. Απέναντι.”
“Ναι.”
“Τι εννοείτε ναι; Ναι, έχει αργήσει η βάρκα ή ναι, μου επιβεβαιώνετε το πού θέλω να πάω;”
“Ε, ναι, για να το λες εσύ, κάτι θα ξέρεις.”

Ο γέρος έκατσε πιο βολικά στη θέση του.

Ο Μανώλης γύρισε μπροστά του και έψαξε να βρει ένα σημάδι της βάρκας στη θάλασσα. Τα μάτια του έγινα δύο χαραμάδες. Η θάλασσα ήταν γυαλιστερή και υπήρχε άπνοια. Ούτε ένα μικρό κυματάκι, ούτε ένας παφλασμός. Ο αέρας ήταν υγρός και πηχτός. Τα ρούχα του, είχαν κολλήσει επάνω του και τα μαλλιά του Μπάρμπα, όσα ξέφευγαν από την τραγιάσκα, ήταν μούσκεμα.

Κοιτάζοντας το ρολόι ο Μανώλης τινάχτηκε επάνω. Το έφερε στο αυτί του,το χτύπησε δυο φορές. Τίποτα.

Έκατσε πίσω στη θέση του με μπερδεμένο βλέμμα. Μετά από μερικά λεπτά, ξεκίνησε να μιλά χαμηλόφωνα κοιτάζοντας τα πόδια του Μπάρμπα.

“Η υπηρεσία θέλει να είμαι στην Αγία Μαρίνα το συντομότερο δυνατό. Μέχρι τις πέντε το απόγευμα, τουλάχιστον. Στο γραφείο με διαβεβαίωσαν για τα ωράρια. Ορίστε,τα έχω όλα γραμμένα εδώ.”

Έβγαλε από την τσέπη του ένα μικρό σημειωματάριο με κιτρινισμένες σελίδες κι ένα λαστιχάκι γύρω τους. Έγλειψε τον δείκτη του και φέρνοντάς το μέχρι τη μύτη, γύρισε γρήγορα τις σελίδες μέχρι που έφτασε σε αυτή που ήθελε.

“Να το. Αναχώρηση από λιμάνι Σκιάδας στις τέσσερις μι μι. Μετακίνηση μέσω θαλάσσης. Εκτιμώμενος χρόνος μετακίνησης δέκα λεπτά.”
“Μέσω θαλάσσης”, επανέλαβε ο Μπάρμπας και γύρισε προς τον Μανώλη με συνωμοτικό ύφος.

Έμειναν να κοιτάζονται έτσι για λίγο. Ο Μπάρμπας έγειρε προς τον Μανώλη σαν να θέλει να του πει κάποιο μυστικό.
“Καπνίζεις;”
Πριν προλάβει να απαντήσει ο Μανώλης, ο γέρος επανήλθε στη θέση του και κοίταξε μπροστά συνεχίζοντας.

“Μέσω θαλάσσης… Μπορεί να εννοούν να κολυμπήσεις μέχρι εκεί.”
“Να κολυμπήσω;”
“Μέσω θαλάσσης.”

Άρχισε να παίζει με το κομπολόι και ο Μανώλης θυμήθηκε το χαλασμένο του ρολόι. Κοίταξε ψηλά τον μεσημεριανό ήλιο κι έσκυψε να διαβάσει πάλι τις πληροφορίες στο σημειωματάριό του. Γύρισε νευρικά τις σελίδες μπρος πίσω, να σιγουρευτεί ότι δεν έλειπε κάτι. Ξεκίνησε να μονολογεί.

“Ανοησίες. Όλα αυτά είναι ανοησίες. Αν εννοούσαν να πάω κολυμπώντας θα υπήρχε ξεκάθαρο υπόμνημα που θα ενημέρωνε για την χρήση του απαραίτητου εξοπλισμού.”

Γύρισε και κοίταξε τον Μπάρμπα υψώνοντας το δάχτυλό του ανάμεσά τους.

“Σε αυτή την περίπτωση αγαπητέ, θα είχα προμηθευτεί το μαγιό αλλά και τα βατραχοπέδιλά μου… Τουλάχιστον.”
Τόνισε την τελευταία λέξη.
“Και όχι. Δεν καπνίζω.”

Περίμενε μια αντίδραση στα λεγόμενά του, αλλά ο Μπάρμπας απλώς έδιωξε τη μύγα που ‘χε κάτσει στο μάγουλό του.

Ο Μανώλης συνέχισε κρατώντας το σημειωματάριο μπροστά από τον Μπάρμπα και δείχνοντάς του τις σημειώσεις.

“Δεν μπορούν βλέπετε να εννοούν κάτι άλλο. Βλέπετε; Είναι όλα γραμμένα εδώ. Αναχώρηση στις τέσσερις μι μι. ”

Ο Μπάρμπας κοίταξε το σημειωματάριο και έπειτα τον Μανώλη.
“Δεν έχει ωράρια η βάρκα.”

Ο Μανώλης έγειρε προς τα πίσω και γέλασε.
“Όλα έχουν ωράρια, αγαπητέ.”
“Αυτή η βάρκα, δεν έχει. Και ούτε πρόκειται να έχει.”

Ο Μπάρμπας έβαλε αργά το κομπολόι του στην τσέπη και σταύρωσε τα χέρια του. Αν δεν είχε ανοιχτά τα μάτια του θα νόμιζες ότι κοιμόταν.

Ο Μανώλης κοίταξε τριγύρω. Δεν ήταν κανείς να του δώσει οδηγίες. Κανένα σημάδι να του δείξει ότι είχε κάνει κάτι λάθος ή σωστά.

“Και πώς ξέρετε πότε έρχεται και πότε φεύγει;”
“Όταν έρχεται είναι εδώ. Όταν φεύγει δεν είναι”, είπε ο Μπάρμπας.

Ο Μανώλης προσπάθησε να καταλάβει τι εννοούσε.
“Είναι απαραίτητο να είμαι εκεί μέχρι τις πέντε. Τουλάχιστον. Η υπηρεσία είναι ξεκάθαρη. Δεν γίνεται να αργήσω.”

Κοίταξε το χαλασμένο ρολόι του από συνήθεια. Βλέποντας τους δείκτες στην ίδια θέση με πριν, τον έπιασε ναυτία. Δεν ήταν σίγουρος πόσος χρόνος είχε περάσει. Ο ήλιος δεν είχε κουνηθεί πιθαμή. Ο γέρος καθόταν ακίνητος κοιτάζοντας τη θάλασσα μπροστά και η μύγα που είχε κάτσει στο δεξί παπούτσι του του Μανώλη, έτριβε τα πόδια της.

Δίπλα της έσταξε μια σταγόνα ιδρώτα και ο δείκτης του ρολογιού του Μανώλη κινήθηκε έναν χτύπο.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Το διήγημα έγραψε η Βάσια Μανωλάκη, σαν μια άσκηση στο Παράλογο, στο πλαίσιο του Συνεργείου Δημιουργικής Γραφής.

Η φωτογραφία προέρχεται απ’ τη εμβληματική ταινία του Τζιμ Τζάρμους, “Ο Νεκρός”, με τον Τζόνι Ντεπ (και σάουντρακ την ηλεκτρική κιθάρα του Νηλ Γιανγκ.) Αυτή είναι η πρώτη σκηνή και μοιάζει με το διήγημα της Βάσιας.