Ο γάμος με τα τάγματα

0
762

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι thessaloniki-katoxi-arma-paralia-aspromauri_425x_0.jpg

Μια μικρή εισαγωγή στην νουβέλα του Μάνου Μαλαμίδη

Αυτή τη νουβέλα την έγραψε ο Μάνος Μαλαμίδης, που έφυγε απ’ τη ζωή στις 8 Αυγούστου 2020.

Ο Μάνος ήταν ιστορικός και συλλέκτης, Πρόεδρος του Ιστορικού και Συλλεκτικού Αρχείου Θεσσαλονίκης.

Αυτή την άνοιξη, Μάρτιος ήταν, αποφάσισε να πάρει μέρος στο Εργαστήριο Μυθοπλασίας. Δύσκολη απόφαση για κάποιον που είναι ιστορικός τόσα χρόνια (ο Μάνος μόλις που έμπαινε στην έβδομη δεκαετία της ζωής του), να υπηρετήσει τη μεγάλη απάτη της τέχνης.

Τον Μάνο τον συνάντησα δια ζώσης (πόσο περίεργο ακούγεται αυτό) μόνο μια φορά, στην πρώτη συνάντηση του Εργαστηρίου Μυθοπλασίας. Την επόμενη μέρα ακριβώς ξεκίνησε το lockdown.

Όλες τις υπόλοιπες συναντήσεις τις κάναμε διαδικτυακά. Πικρογελώ τώρα, που θυμάμαι πόσο είχε ζοριστεί με το ιντερνετικό κομμάτι. Αλλά δεν παραδόθηκε. Κατάφερε να προσαρμοστεί στον ψηφιακό κόσμο και παρακολούθησε όλο το Εργαστήριο.

Σκέφτομαι ότι ήταν ακατάβλητος άνθρωπος. Ναι, μέχρι που συνάντησε τον τελικό δυνάστη.

Ο Μάνος έγραψε μέσα σε τρεις μήνες μια νουβέλα 50 σελίδων, 15.000 λέξεων. Ο Γάμος με τα Τάγματα βασίζεται (βεβαίως) σε αληθινά γεγονότα. Η βασική υπόθεση είναι ο καταναγκαστικός γάμος ενός αγωνιστή της Αντίστασης με μια γυναίκα που άνηκε στους Ταγματασφαλίτες.

Η περιρρέουσα ατμόσφαιρα της κατεχόμενης Θεσσαλονίκης, δίνεται άψογα. Ο Μάνος Μαλαμίδης ήταν αυθεντία σ’ αυτό το θέμα.

Όμως, πέρα απ’ τις ιστορικές γνώσεις, αυτό που εντυπωσιάζει είναι ότι ο Μάνος ήταν και καλός λογοτέχνης, εξαιρετικός αφηγητής. Μας κάνει να νιώθουμε, μας δημιουργεί συναισθήματα, μας δίνει εικόνες, μας προκαλεί να σκεφτούμε, σε μια αφήγηση που κυλάει αβίαστα.

Αυτή, λοιπόν, είναι η νουβέλα του Μάνου Μαλαμίδη. Μια ανάμνηση που αφήνει πίσω του. Απολαύστε ‘την.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Ο ΓΑΜΟΣ ΜΕ ΤΑ ΤΑΓΜΑΤΑ,
του Μάνου Μαλαμίδη

Ο Ανδρέας περίμενε μέσα στο σκοτάδι και στην σιωπή ώρες να φανεί τι θα γίνει.

Σιωπή, φόβος και αγωνία μέσα. Έξω όμως, από την Πολωνίας τότε, ακούγονταν θόρυβος, ζωή και φωνές από τους περαστικούς και τα γκαζοζέν, κάτι κατοχικά αυτοκίνητα με φτωχό αέριο.

Προσπαθούσε ν’ ακούσει από τις χαραμάδες της ξύλινης πόρτας του κελιού του. Αν μπορούμε να το πούμε κελί. Τρεις τέσσερις παλιές αποθήκες ήταν, που τις ξαναχτίσανε σιδερόφρακτες.

Άκουσε τους δωσίλογους της ΠΟΕΤ, που τον πιάσανε. Ετοιμάζονταν να φορέσουν τις Γερμανικές στολές και τα όπλα που τους είχαν δώσει για να πάνε στην ΧΑΝΘ. Εκεί κάναν καθημερινά μαθήματα οπλασκίας και ασκήσεις ακριβείας.Τα όπλα και τις στολές τους τα έδωσαν οι Γερμανοί, αφού μόνο έτσι τους υπολόγιζε και τους φοβόταν ο κόσμος.

Ήταν τρίτη μέρα που τον κρατούσαν, πεινούσε φοβερά, ήταν αξύριστος, φοβισμένος και κουρασμένος, αλλά δεν μπορούσε να κάνει τίποτα.Νερό του έφερνε μονάχα η Μαρίκα, η δεσμοφύλακας, μέσα σε ένα σκουριασμένο παλιό στρατιωτικό κύπελλο. Τα ρούχα του ήταν τσαλακωμένα και πονούσε παντού, αφού είχε κοιμηθεί δεύτερη νύχτα, σε κάτι άχυρα που βρωμούσανε κάτουρα και μούχλα.

Ένας τενεκές στο βάθος εκτελούσε χρέη τουαλέτας και καθώς δεν άδειαζε κάθε μέρα μύριζε ακόμη πιο βαριά, ενώ πιο πίσω φαινόταν ένα σκισμένο σακάκι κάτω. Τι να περιείχε άραγε; Πάντως έδειχνε το βιαστικό και βίαιο της αναχώρησης του ιδιοκτήτη του.

Πήρε απόφαση να μη το ψάξει, λες και δεν ήθελε να μοιραστεί την τύχη αυτού που το φορούσε.

Είχε όλη την ώρα, μία παράξενη αίσθηση: Ότι δεν ήταν μόνος του στο κελί, και ότι τον παρακολουθούσαν όσοι είχαν περάσει παλιότερα από εκεί μέσα.

Στον τοίχο σκαλισμένα, ήταν γραμμένα στο σουβά ονόματα δυσανάγνωστα, κάποιων που είχαν φυλακισθεί εκεί. Σε μία γωνιά όμως είδε ένα που το αναγνώρισε, χωρίς πολλή δυσκολία. Αναγνώστου Στ. Ήταν συνάδελφοι στην δουλειά και έφεδροι αξιωματικοί στο μέτωπο.

Παλληκάρι και υπόδειγμα θάρρους. Γιατί άραγε τον είχαν συλλάβει; Μήπως για τον ίδιο λόγο που είχαν πιάσει και αυτόν; Έδιναν βλέπεις, όλοι οι αξιωματικοί του τέως Ελληνικού Στρατού κάθε μέρα παρών στο Τμήμα της περιοχής τους και εάν δεν πήγαινες είχες συνέπειες.

Στο κελί επικρατούσε απόλυτο σκοτάδι, εκτός από την πόρτα που έμπαιναν λίγες αχτίδες από τα ανοίγματα.

Μόλις τον έπιασαν κι αφού ανέβηκαν στα γραφεία του Τάγματος για καταγραφή, τον πήγε η δεσμοφύλακας στο κελί μαζί με τον σκοπό. Τον ψάξανε εκεί επιτόπου, και του πήρανε από τις τσέπες χρήματα, μία φωτογραφία της μάνας του, υπηρεσιακά έγγραφα και το οικογενειακό του ρολόι με καδένα.

Έτσι δεν είχε αίσθηση τι ώρα ήταν, εκτός από το πρωί που έπαιζε ο σαλπιγκτής στις εφτάμιση και το βράδυ που ακουγόταν το σιωπητήριο από το Τρίτο Σώμα Στρατού.

Μετά από ώρα, κατανίκησε την φοβία του και έψαξε το σκισμένο σακάκι. Ραμμένο στην φόδρα ήταν ένα σημείωμα.
“Δώστε το στην γυναίκα μου Νίκη Στεφανίδου Συμμαχικά τόλ Τούμπας Νο 10.”
Το έβαλε στην τσέπη του.

Θυμήθηκε το παλιό σύνθημα των φυλακισμένων δημοκρατών. Τρώγε το φαΐ σου, αγάπα το κελί σου, διάβαζε πολύ.

Τίποτα από αυτά δεν μπορούσε να κάνει. Φαγητό δεν του φέρανε – τρίτη μέρα – ούτε βιβλία ούτε φώς είχε να διαβάσει, του έμενε μόνο το κελί. Θα έμενε όμως ακόμη εκεί και για πόσο;

Όσο περνούσε η ώρα τόσο πιο πολύ δυνάμωνε η ανησυχία του. Φοβόταν τι τον περίμενε γιατί ήξερε πως αυτοί για το παραμικρό σε σκοτώνουνε.

~

«ΣΗΚΩ!» ακούστηκε η φωνή της Μαρίκας, προς το απόγευμα κι ενώ οι άντρες του Τάγματος ακούγονταν από κοντά να τραγουδάνε Γερμανικά εμβατήρια επιστρέφοντας.

«Σήκω, προχώρα και γρήγορα. Νόμισες ότι θα ξέφευγες μπάσταρδε, δεν ήξερες με τι έμπλεξες!».

«Πού με πάς», ρώτησε με σταθερή φωνή αν και φοβισμένος.

«Δίπλα ακριβώς στον αρχηγό», απάντησε αυτή καγχάζοντας από ευχαρίστηση.

~~{}~~

Βγήκανε μαζί από το κελί του, μπροστά αυτός, πίσω η δεσμοφύλακας και τελευταίος ο οπλισμένος φρουρός της πύλης.

Δεν ήταν κανονική πύλη, αλλά η είσοδος μίας χαμηλής πολυκατοικίας εκεί στην οδό Πολωνίας, απέναντι από το Πυροσβεστείο. Γιώργος Βήχος λέγονταν ο Αρχηγός της ΠΟΕΤ -Πανελλήνια Οργάνωση Εθνικιστικών Ταγμάτων – ένας απότακτος συνταγματάρχης του τριάντα πέντε. Έδιωξε τους κατοίκους, από την οικοδομή, έχτισε τα κελιά και στέγασε εκεί εκατό χωρικούς, το τάγμα του.

Τον γνωρίζανε όλοι καλά και περνούσανε από εκεί με σφιγμένη την καρδιά από τον φόβο και προπάντων με τα χέρια, έξω από τις τσέπες. Γιατί έξω τα χέρια από τις τσέπες; Μα γιατί υπήρχαν πιστόλια εκεί, και από την Αντίσταση, την ΟΠΛΑ και τα Τάγματα το ήξεραν. Οι σκάλες, μεγάλες και φαρδιές ήταν σαν πέτρες καμπυλωτές, από το καθημερινό περπάτημα τόσων και τόσων ποδιών και όπως είχαν ανάψει κάτι λάμπες γυάλιζαν σαν βρεγμένες. Τις ανέβηκαν όλες, σχεδόν τρέχοντας δύο πατώματα και φτάσανε σε ένα μεγάλο χώρο, σαν σαλόνι φαρδύ με πέντε – έξη πόρτες αριστερά και άλλες τόσες απέναντι.

Στο βάθος ήταν ο οπλοστάτης, γεμάτος ντουφέκια των ταγματασφαλιτών που είχαν πριν λίγο επιστρέψει από την ΧΑΝΘ.

Ο Αρχηγός ήταν στο πρώτο γραφείο και μπήκαν αμέσως μέσα. Τους περίμενε όρθιος και θυμωμένος, γιατί θα σπαταλούσε τον χρόνο του μαζί του, μπροστά από μία φωτογραφία της Νέας Ευρώπης και του Αδόλφου. Δίπλα του και αυτός θυμωμένος, αλλά και προσβεβλημένος, ο άλλος «μεγάλος» καπετάνιος, ο Πέτρος, με τετρακόσια ντουφέκια δύναμη και θείος της Μαρίκας.

Ο Αρχηγός του έβαλε αμέσως τις φωνές:

«Άκου ρε καθήκι, βρωμιάρη γεωπόνε, που νόμισες ότι θα σε σώσουν οι φίλοι σου και έβαλες όλους τους διευθυντάδες να σε αφήσουμε. Πρώτα θα την πάρεις ρε και μετά θα φύγεις από εδώ μέσα. Εμείς κάνουμε τώρα κουμάντο στην πόλη και κανείς άλλος».

«Κατάλαβες ή όχι; Θα την παντρευτείς. Τ’ ακούς; Μόνο οι κομμουνιστές ρε ατιμάζουν τα κορίτσια και τα αφήνουν. Θα την πάρεις κι εγώ κουμπάρος, πάρ’ το απόφαση».

«Μα», τόλμησε να ψελλίσει ο Ανδρέας, «αυτό είναι προσωπική μου απόφαση, κύριε, και δεν σας αφορά».

Δύο πιστόλια σηκώθηκαν σημαδεύοντας τον κι αισθάνθηκε κρύο ιδρώτα να τρέχει στο σώμα του και την καρδιά του να σταματάει. Έκανε μία τελευταία προσπάθεια να αρνηθεί, και τότε τον κλώτσησε με το άρβυλο από πίσω ο καπετάν Πέτρος. Σωριάστηκε κάτω, βογγώντας από τον πόνο.

Η Μαρίκα όλη αυτή την ώρα-δεν κράτησε πάνω από ένα τέταρτο-όχι μόνο δεν μίλησε αλλά χαμογελούσε ευχαριστημένη. Το μίσος για αυτόν που την γέλασε καθρεφτιζόταν στα μάτια της και απολάμβανε ικανοποιημένη το αποτέλεσμα.

Μόνο ένας υπομοίραχος του τάγματος, ο Λεονταρίδης, διαφώνησε λέγοντας: «Μα εμείς δεν είμαστε εδώ για να παντρεύουμε τον κόσμο».

Τον βγάλανε έξω στο μεγάλο σαλόνι, κλείσανε την πόρτα και μείνανε στο γραφείο για να συνεννοηθούν πώς θα κινηθούν στην συνέχεια.

Ο Ανδρέας με την ψυχή μαύρη, σκεφτόταν τι να κάνει και εάν μπορούσε να ξεφύγει. Ένα παράθυρο πίσω του ήταν μισάνοιχτο κι από εκεί ήταν δύο πατώματα ψηλά, μέχρι την αυλή. Θα πηδούσε εύκολα ίσως, γιατί ήταν γυμνασμένος, αλλά το πόδι του από την κλωτσιά δεν το ένοιωθε. Aπ’ έξω ο σκοπός θα τον πυροβολούσε και δεν θα γλύτωνε. Προτίμησε να περιμένει.

Εκείνη την στιγμή φέρανε χτυπημένο άσχημα ένα κρατούμενο. Τον πέταξαν δίπλα του σε κακά χάλια, αλλά μόλις τον είδε τον αναγνώρισε, παρόλα τα αίματα επάνω του. Ήταν ο Αναγνώστου.
«Μη μου μιλάς» του έκανε με νόημα, ο Στέφανος μόλις τον κατάλαβε κι αυτός.

Ο Βήχος και η παρέα του, γύρισαν μετά από λίγο. Έδωσε αμέσως εντολή να τον πάνε πίσω στο κελί του μέχρι το από γεύμα που θα γίνονταν η στέψη, όπως το είχε σχεδιάσει.

«Μαρίκα», έδωσε δεύτερη εντολή, «τράβα στο σπίτι του Αρχιμανδρίτη και φέρ’ τον εδώ. Μας χρειάζεται. Πάρε μαζί σου και τον Μυρώνη οπλισμένο και αν φέρει αντίρρηση πείσε τον όπως πρέπει».

~~{}~~

ΣΤΟ ΚΟΥΡΕΙΟ

Η ώρα είχε πάει πεντέμισι το απόγευμα και δεν ακουγόταν τίποτα, ενώ δεν είχε γίνει κανένα, από όσα είχε ακούσει ο Αντρέας να διατάσει ο Βήχος.

Η αγωνία του στο μεταξύ είχε φθάσει στο κατακόρυφο. Η καρδιά του πήγαινε γρηγορότερα και το αίμα του αισθανότανε πως μία πάγωνε και την άλλη έκαιγε σαν να είχε πυρετό.

Περίμενε πως θα εξελισσότανε η κατάσταση και τι θα γινότανε τελικά με τον ίδιο και την Μαρίκα, αναρωτιότανε δε πως θα πραγματοποιούταν ο υποχρεωτικός γάμος που του ανακοίνωσε ο Βήχος και τι μπορούσε να κάνει ο ίδιος για να τον αποφύγει.

Το μυαλό του είχε θολώσει, δεν μπορούσε να βάλει σε τάξη τις σκέψεις του, ούτε και να σκεφθεί πως με την λογική μπορούσε να αντιμετωπίσει μία τόσο παράλογη κατάσταση.

Φοβόταν βέβαια την συνέχεια και τις επιπτώσεις των συνεχών αρνήσεων του.

Το στομάχι του, και λόγω ασιτίας, είχε γίνει σαν πέτρα και ξέρασε στον τενεκέ λίγη σούπα που του είχαν δώσει πιο πριν.

Μπάμ! ακούστηκε ένας δυνατός κρότος και η πόρτα του κελιού του άνοιξε μετά από μία κλωτσιά ενός ταγματασφαλίτη.

Δεν ήταν μόνος του, αλλά με άλλους δύο της φάρας του, οπλισμένοι και οι τρείς. Ο επικεφαλής αξιωματικός κρατούσε ένα Luger Parabellum, και κουνώντας το απειλητικά του φώναξε: «Σήκω ρε ψοφίμι, ντονμέ, που παριστάνεις και τον σκληρό άντρα. Σήκω και προχώρα»

Δεν πρόλαβε καν να ρωτήσει που θα τον πάνε και σχεδόν σηκωτό τον βγάλαν από το κελί του, περάσαν την καγκελένια πύλη της αυλής και βρέθηκαν στο πεζοδρόμιο της Πολωνίας, διασχίζοντας τον δρόμο, στην απέναντι πλευρά.

Ο κόσμος συνηθισμένος κοιτούσε χωρίς μεγάλη απορία, αφού αυτά γίνονταν καθημερινά εκεί, που ήταν οι έδρες όλων των Ταγμάτων Ασφαλείας.

Ο Ανδρέας περπατούσε ανάμεσα στους δύο άντρες της ΠΟΕΤ ενώ ο αξιωματικός πήγαινε από πίσω του. Βάδισαν έτσι πενήντα περίπου μέτρα και φθάσανε σε ένα κουρείο. Μπήκανε μόνο οι τρείς τους μέσα, ενώ ο τέταρτος έκατσε σκοπός για να διώχνει όποιoν πελάτη ήθελε να μπει.

«Κούρεμα και ξύρισμα», διέταξε τον κουρέα κοφτά ο αξιωματικός. «Ο κύριος από εδώ σε λίγο γίνεται γαμπρός».

Ο κουρέας ένας πρόσφυγας Πολίτης, μόνο που δεν του έφυγε το ξυράφι από τα χέρια. Ήταν γείτονας του Αντρέα και καμιά φορά παίζανε τάβλι στο καφενείο.

Ποτέ δεν του είχε πει ο κυρ Αντρέας, τίποτα σχετικό. Κι εξάλλου τι ήθελε με αυτούς ο κυρ-γεωπόνος; Μορφωμένος άνθρωπος, έκανε παρέα με τα κουμάσια αυτά;

Δεν έβγαλε κουβέντα όμως μη βρει και τον μπελά του, κι έκανε την δουλειά του αμίλητος. Όταν τελείωσε, την ώρα που τον καθάριζε από τις τρίχες, ο Αντρέας του έδωσε με τρόπο το κρυμμένο σημείωμα που είχε βρει στο σακάκι.

«Δώστο το στην διεύθυνση που γράφει» του είπε χαμηλόφωνα.

Σηκώθηκε να φύγουν. Προηγουμένως όμως και όση ώρα καθότανε στην καρέκλα του κουρέα δεν σταματούσε να σκέφτεται συνεχώς ένα τρόπο για να το σκάσει. Είχε αποφασίσει, μόλις βγουν έξω, να τρέξει σαν βέλος, μέσα στον κόσμο και να τον χάσουν.

Πράγματι πέρασαν την πόρτα του κουρείου και τότε ακούστηκε ένα καμπανάκι από το βάθος του δρόμου.

Σταμάτησαν να δουν από πού ακουγόταν. Ήταν μια νεκροφόρα που ερχόταν από την Αγία Σοφία και πήγαινε στην Βαγγελίστρα για κηδεία.

Πρέπει να ήταν κάποιος σπουδαίος ο νεκρός, γιατί τραβούσαν την νεκροφόρα τέσσερα μεγάλα μαύρα ουγγαρέζικα άλογα στολισμένα με ψηλά μαύρα λοφία και μαύρα κρέπια που κρέμονταν στο πλάι, ενώ πίσω ακολουθούσε πολύς κόσμος

Δίχως να το σκεφθεί, άρπαξε την ευκαιρία και τρέχοντας, πέρασε στο απέναντι πεζοδρόμιο, μπροστά από την νεκροφόρα και τα άλογα, με κατεύθυνση την εκκλησία εκεί στο Ιπποδρόμιο.

Πίσω του ακούγονταν οι βρισιές και οι φωνές των συνοδών του, αλλά δεν μείωσε καθόλου την ταχύτητα του.

Δυστυχώς, τον πρόδωσε το χτυπημένο πόδι του και κάποια στιγμή γονάτισε κάτω πονώντας φοβερά.

«Μπάσταρδε πού πας;», άκουσε και σηκώνοντας το κεφάλι του αντίκρισε στα δύο μέτρα την Μαρίκα με τον Μυρώνη. Γύριζαν εκείνη την στιγμή από τον Αρχιμανδρίτη που είχαν πάει για να κανονίσουν τον γάμο και έπεσε επάνω τους

Δεν μπορούσε πια να ξεφύγει και έτσι υποχρεωτικά γύρισε πίσω κουτσαίνοντας μαζί με τους άλλους τρείς που τον κυνηγούσαν και τον είχαν φθάσει εν τω μεταξύ, τρέχοντας από πίσω του.

“Κανείς δεν είναι πιο δυνατός από το πεπρωμένο του” σκέφθηκε, ενώ η ψυχή του πονούσε περισσότερο από το πόδι του.

ΞΕΚΑΘΑΡΙΣΜΑ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΩΝ – ΤΟ ΤΕΤ Α ΤΕΤ

Δύο ώρες αφότου είχαν γυρίσει από τον κουρέα κι ενώ ο Αντρέας δεν μπορούσε να συνέλθει από τον πόνο στο πονεμένο πόδι του κι από το μαύρο που είχε κάτσει στην ψυχή του, μπήκε στο κελί του ο Μυρώνης, άγγελος πάντα άσχημων νέων, και του ζήτησε να τον ακολουθήσει.

Ανέβηκαν μαζί τις σκάλες μέχρι τα γραφεία και την μεγάλη σάλα, άνοιξε ένα δωμάτιο και τον άφησε μέσα. Στο κρεβάτι ήταν ένα καθαρό πουκάμισο και μια γραβάτα.

«Φόρεσε τα, ρε μάγκα», του είπε, «άντε και μας παίρνεις το καλύτερο κορίτσι του Τάγματος.» Του ‘κλεισε με νόημα το μάτι.

Τα φόρεσε με διάθεση μελαγχολική κι έκατσε σε μία καρέκλα κρατώντας το κεφάλι του με τα δύο του χέρια, περίλυπος. Δεν πέρασαν δέκα λεπτά και μπήκε στο δωμάτιο η Μαρίκα. Ήταν αγνώριστη.

Είχε αλλάξει ρούχα. Φορούσε ένα προκλητικό κόκκινο φόρεμα, ανοιχτό στο πλούσιο μπούστο της και παπούτσια λουστρίνια προπολεμικά, παρμένα σίγουρα από Γερμανική πηγή. Εάν δεν την ήξερε, θα μπορούσε να την πει ελκυστική.

Όλη η εικόνα όμως χάθηκε, όταν άνοιξε το στόμα της και του μίλησε με γλώσσα χυδαία, σαν γυναίκα του δρόμου, όπου και ανήκε.

«Ήλθα», του είπε, «για να ξεκαθαρίσουμε δυό – τρία βασικά πραγματάκια πριν την στέψη, σε λίγο. Άκου λοιπόν μαλάκα και βάλτο καλά στο μυαλό σου. Μη θαρρείς πως επειδή θα με παντρευτείς, θα με έχεις και όποτε θέλεις. Θα με γαμάς, όποτε θέλω εγώ και θα πηγαίνω με όποιον άντρα γουστάρω και κάνω κέφι εγώ. Εσύ θα κάνεις τουμπεκί ψιλοκομμένο και το στόμα σου κλειστό».

Του ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι και σηκώθηκε να την χτυπήσει, αλλά άλλαξε και έκανε πίσω προτιμώντας να μη μιλήσει, γιατί ήταν έξαλλη και πιωμένη.

«Θα λογαριαστούμε άλλη ώρα», της απάντησε, «οι δυό μας και χωρίς τους φίλους σου γύρω-γύρω».

Βγήκαν και οι δύο έξω στο μεγάλο σαλόνι, που το είχαν γεμίσει με καρέκλες για τους άντρες του Βήχου, που θα παρευρίσκονταν στον γάμο.

Η Μαρίκα τράβηξε κατευθείαν στο γραφείο του Βήχου, ενώ ο Αντρέας έκατσε στον παλιό καναπέ. Δίπλα του κάθονταν αμίλητος ο Στέφανος, περιμένοντας νέα ανάκριση.

«Ρε φίλε, παντρεύεσαι με το ζόρι;» τον ρώτησε.

«Ναι, αλλά θα μου το πληρώσει κάποια μέρα πολύ ακριβά».

Ο ΓΑΜΟΣ

Όσην ώρα περίμενε καθισμένος στον παλιό καναπέ και ο Στέφανος δίπλα, παρατηρούσε τους ταγματασφαλίτες που μαζεύονταν σιγά-σιγά και κάθονταν στις καρέκλες, καπνίζοντας ή πίνοντας ρακί με μπουκάλια που έπαιρναν από ένα πάγκο στημένο στα αριστερά της αίθουσας – σαλονιού.

Ήταν όλοι κακομούτσουνοι, αξύριστοι και φανερά χωριάτες από τον κάμπο και τα χωριά της υπαίθρου.

Δυό τρείς που τους ήξερε, γιατί ήτανε έφεδροι, όπως κι αυτός φορούσανε στολή αξιωματικού, του διαλυμένου, του τέως Ελληνικού Στρατού, για να ανεβαίνει το κύρος τους.

Ήτανε εκεί ο Μπελέσκας ανθυπολοχαγός – πυροτεχνουργός, ένας Δημήτρης Κωνσταντινίδης ανθυπολοχαγός και αυτός, αλλά και ο ταγματάρχης Γιώργος Σερεμέτης, αδελφός ενός δικηγόρου που τον εξυπηρέτησε παλιότερα.

Όλοι τους ήταν εθνικιστές με φιλίες και εκλεκτικές συγγένειες με την Τετάρτη Αυγούστου που κυβερνούσε την πόλη και την χώρα προπολεμικά.

Ο Σερεμέτης τον πλησίασε και τον ρώτησε διερευνητικά:

«Εσύ είσαι ο γαμπρός;».
«Ναι», του απάντησε ο Αντρέας.

«Μάαλιστα. Αλλού σε ψάχναμε και αλλού σε βρίσκουμε καλόπαιδο», του είπε ο ταγματάρχης. «Θα τα πούμε, αργότερα» και απομακρύνθηκε.

«Τον ξέρω αυτόν» του είπε ο Αναγνώστου που άκουσε την κουβέντα. «Μακριά, ήταν παρατρεχάμενος του Λεμπέση της ΕΟΝ και της 4Α».

«Ο Λεμπέσης καθότανε στις Σαράντα Εκκλησιές ήμασταν γείτονες παλιά και έφαγε πολλά από τους εράνους του Μεταξά, για την αεροπορία, για την φανέλα του στρατιώτη, απ’ όπου μπορούσε άρπαζε».

Ξαφνικά στάθηκε μπροστά τους μία μαυροφορεμένη γυναίκα, ψηλή και αδύνατη που τον ρώτησε ταραγμένη.

«Εσύ είσαι ο Αντρέας;».
«Ναι», της απάντησε.
«Και εσύ ποια είσαι;».
«Η Όλγα, η μάνα της Μαρίκας, και θέλω να σε ρωτήσω».
«Τι θέλεις από εμένα;», απάντησε ο Ανδρέας.
«Την αγαπάς την κόρη μου;».
«Όχι».
«Και γιατί την παντρεύεσαι, παιδί μου;».
«Γιατί με απειλούν να με σκοτώσουν αν δεν την πάρω».
«Ποιός;» ρώτησε η Όλγα, αλλά, πριν προλάβει να απαντήσει ο Αντρέας, ακούστηκε θόρυβος στην αίθουσα.
«Θέλω να μιλήσουμε μετά», του είπε γρήγορα η Όλγα, «φαίνεσαι εντάξει παιδί».

Όλοι σηκώθηκαν όρθιοι και φάνηκε ο αρχιμανδρίτης, με τον Μυρώνη, την Μαρίκα και μιαν άλλη γυναίκα, την γυναικάδελφη του Βήχου.

Μπήκαν όλοι μαζί στο γραφείο του Αρχηγού, αλλά προχώρησε μέσα μόνο ο πάτερ Νικόλαος, ζητώντας από όλους να μείνουν στο προχώλ, για να μιλήσει μόνος του με τον Βήχο.

Έτσι και έγινε. Έξω άρχισαν όμως να διαφωνούν και να μαλώνουν οι τρείς τους, εάν πετύχαινε το σχέδιο της Μαρίκας και του Καπετάν Πέτρου, μήπως και έφευγε μετά τον γάμο από το σπίτι ο Αντρέας.

«Δεν μπορεί να πάει πουθενά έλεγε η Μαρίκα, θα του κάνω μάγια και δεν θα φύγει ποτέ».

«Τα μάγια δεν σώσανε κανένα, μόνο το χρήμα, ο φόβος ή το βρακί σου θα τον κρατήσουν να μη φύγει», της είπε με νόημα η γυναικάδελφη του Αρχηγού και την μούντζωσε γιατί δεν ήθελε να καταλάβει.

Ο μοίραρχος Λεονταρίτης που ήταν στο μικρό προχώλ αξιωματικός υπηρεσίας, εκείνη την ώρα, δεν βάσταξε και ρώτησε την νύφη.
«Υπ΄ αυτάς τας συνθήκας πως θα σχηματίσετε οικογένεια, βρε Μαρίκα;»
«Μετά θα μ΄ αγαπήσει», ήταν η απάντηση που πήρε.

Μέσα στο γραφείο του Αρχηγού η συζήτηση ήταν έντονη.

«Τι συμβαίνει;», ρώτησε ο ιερωμένος, «γιατί με κάλεσες;»

«Παπά μου», του απάντησε ο Βήχος, «πρόκειται να κάνουμε ένα ψυχικό. Έχουμε εδώ ένα κρατούμενο, ο οποίος δεν στεφανώνεται μία κοπέλα που την έχει εδώ και δύο χρόνια».
«Και ποιος φέρει την ευθύνη και εγγυάται για την πράξη αυτή που είναι ιερή;»
«Εγγυώμαι εγώ παπά μου», απάντησε ο Βήχος και έδωσε γραπτό πιστοποιητικό με την υπογραφή του λέγοντας:
«Εμείς πήραμε την σημαία και θα υποστηρίζουμε πάντα την πατρίδα και την θρησκεία και έτσι αναλαμβάνω να κάνω αυτό το ψυχικό δηλαδή το μυστήριο του γάμου, αυτών των ανθρώπων».

«Μα», είπε ο παπάς καταλαβαίνοντας τι γινότανε, «χρειάζονται ακόμη και άλλα χαρτιά και άδειες».

«Πάρ’ τα παπά μου», του απάντησε ο Βήχος και του έδωσε το πιστοποιητικό αγαμίας της Μαρίκας και την άδεια της Μητρόπολης.

Τα πάντα τώρα ήταν έτοιμα και έτσι βγήκαν όλοι μαζί στην μεγάλη αίθουσα. Επικρατούσε ένα μουρμουρητό, που στα αυτιά του Αντρέα ακουγότανε σαν σφυριές.

Είχε γίνει άσπρος από την στεναχώρια με σφιγμένα τα χείλη και τα δόντια του και μόλις ανέπνεε. Σκεφτότανε πως έτσι θα ένοιωθαν όσοι καταδικασμένοι σε θάνατο, στέκονταν απέναντι στα όπλα του εκτελεστικού αποσπάσματος. Ανήμποροι να κάνουν οτιδήποτε εκείνη την ώρα, όπως ήταν ανήμπορος και αυτός. Η μοίρα δεν είναι μέσα στον άνθρωπο αλλά γύρω του, σκέφθηκε.

Ο Μυρώνης και ο Καπετάν Πέτρος είχανε βάλει τον Αντρέα στο πλάι της Μαρίκας αυτοί ήταν δίπλα τους και ο Βήχος σαν κουμπάρος από πίσω. Άλλαξε τρείς φορές τα στέφανα, διαβάστηκε από τον παπά η ακολουθία του γάμου και σύντομα, σύμφωνα και με τις συνθήκες, «ολοκληρώθηκε» το μυστήριο.

Ένα τραπέζι μακρόστενο με ένα μπορντώ χοντρό βελούδο ήταν μπροστά στους νεόνυμφους και μόλις τέλειωσε ο παπάς το δι΄ ευχών των Αγίων πατέρων υμών, άπλωσε ο Βήχος κουφέτα από το συρτάρι του, άνοιξαν πέντε έξι φιάλες λικέρ και γέμισαν τα ποτήρια τους όλοι οι άντρες του τάγματος, για να πιούνε στην υγεία του ζευγαριού.

Μετά από λίγο ξεκίνησε να τραγουδάει ο Βήχος το γιατί χαίρεται ο ήλιος και χαμογελάει ο κόσμος πατέρα και τον ακολούθησαν σ΄ αυτό και όλα τα υπόλοιπα τραγούδια, όλοι μαζί. Τους ήταν εξάλλου απόλυτα γνωστά.

Το «αντρόγυνο» έφυγε σε κοινή κατεύθυνση κάτω από τα δυνατά – βοηθούντος και του λικέρ – «να ζήσετε και στερεωμένοι» των ανδρών και των γυναικών του τάγματος.

Μόνο ο Λεονταρίτης μουρμούρισε χαμηλόφωνα. «Αυτή δεν ήταν στέψη, ήταν κηδεία»

Μαζί τους έφυγαν συνοδεία ως το σπίτι, στην Παλαιών Πατρών Γερμανού ο Μυρώνης και ένας άλλος από τα τάγματα, για ασφάλεια, μη τυχόν και τους την σκάσει ο γαμπρός πρώτη μέρα του γάμου. Ήταν και η Όλγα μαζί τους, που ήταν φανερό, ότι δεν ήξερε τίποτα για ότι είχε γίνει, πιο πρίν και προσπαθούσε να μάθει τα βασικά.

Ο καιρός έκλαιγε και αυτός όπως και η ψυχή του Αντρέα, έβρεχε δυνατά, αλλά ήταν σχετικά κοντά το σπίτι, Πολωνίας με Παλαιών Πατρών Γερμανού ήταν πέντε μόλις λεπτά. Φθάσανε γρήγορα και τους αφήσανε μόνους.

Ένα «καληνύχτα παιδί μου» ακούστηκε μόνο της Όλγας στον Αντρέα και ήταν σαν πέταγμα πουλιού στον αέρα, γιατί εν τω μεταξύ είχε αρχίσει και η απαγόρευση κυκλοφορίας, που είχαν επιβάλει οι Γερμανοί.

Παλιά σκεφτόταν ο Αντρέας, όπως ανέβαινε τις σκάλες της πολυκατοικίας, πίστευε πως η μόνη χαρά στην ζωή είναι ν΄ αρχίζεις πάντα κάτι καινούργιο. Όμως όταν ένα ταξίδι αρχίζει άσχημα, σπάνια τελειώνει καλά.

~~~~~{}~~~~

Η πρώτη βραδιά του γάμου ήταν λευκή αν και την λαχταρούσε σαν γυναίκα, αφού κοιμότανε μαζί της μήνες πριν αυτά τα γεγονότα και ήξερε το ωραίο της σώμα, αλλά ήταν τόσο έντονες οι σκηνές από όσα είχανε προηγηθεί στην Πολωνίας που του έκοβαν κάθε διάθεση να κάνει έρωτα.

Σηκώθηκε μόνος του πολύ νωρίς, έψησε ένα καφέ – ήξερε καλά που ήταν τα σύνεργα – καφέ αληθινό όχι υποκατάστατο από ρεβίθι – ντύθηκε για να πάει στο γραφείο του και έφυγε δίχως να της μιλήσει καθόλου. Κατέβαινε τις σκάλες και σκεφτότανε, ζαλισμένος ακόμη, όλα όσα έγιναν το προηγούμενο βράδυ. Αναρωτιότανε τι έφταιξε και ήταν τώρα σ’ αυτήν την κατάσταση.

Προσπαθούσε αλλά δεν του έβγαινε. Τηλεφώνησε στο γραφείο να τους πει ότι δεν θα πάει και περπάτησε έως την Τσιρογιάννη, ένα μικρό δρόμο που περνούσε μπροστά από το Γερμανικό Φρουραρχείο, απέναντι από τον Λευκό Πύργο.

Έκατσε σε ένα καφενείο, κάτω από ένα αιωνόβιο πλάτανο για να σκεφθεί, αφού πήρε πρώτα μια Νέα Ευρώπη, για να φαίνεται ότι διαβάζει τα νέα.

Παραδίπλα του κάθονταν τρείς ανώτεροι Γερμανοί αξιωματικοί και ένας μικρός λουστράκος που τους γυάλιζε τις μπότες. Η εφημερίδα ήταν γεμάτη διθυράμβους για τις μάχες που δήθεν κέρδιζε το Ράιχ από τους Ρώσους, αλλά κι από ειδήσεις για το πόσους πατριώτες εκτέλεσαν οι Ναζί από το στρατόπεδο ομήρων του Παύλου Μελά.

Δεν έγραφε τίποτα για την Αντίσταση. Αυτός όμως όταν κατέβηκε το πρωί από το σπίτι στην Παλαιών Πατρών Γερμανού διάβασε ένα μεγάλο σύνθημα απέναντι στον τοίχο που έγραφε : «Πατριώτες ούτε ένας Έλληνας εργάτης στην Γερμανία – Αντισταθείτε – Kάτω ο φασισμός – Ζήτω το ΕΑΜ», με τεράστια γράμματα.

Προσπάθησε να βάλει σε τάξη τις σκέψεις του και να γυρίσει στα παλιά, για να βρει την άκρη. Θυμήθηκε τον πόλεμο και τις μάχες στο μέτωπο με τους Ιταλούς, την μία νίκη μετά την άλλη και το σύνθημα «εμπρός να τους πετάξουμε στην θάλασσα να μάθουν μπάνιο». Οι Γάλλοι ήταν ακόμη πιο εύστοχοι. Είχαν γράψει σε ένα πανό στα Ιταλογαλλικά σύνορα: «Έλληνες μην προχωρείτε άλλο. Εδώ αρχίζει το Γαλλικό έδαφος».

Έμελλε δυστυχώς να νικηθούν από τους φίλους αυτών που νίκησαν, δηλαδή από τους Γερμανούς, τους συμμάχους των Ιταλών.

Ο Τσολάκογλου προδίνοντας την πατρίδα, τον λαό και τον στρατό, δίχως να έχει την άδεια κανενός υπέγραψε μόνος του, εκεί στο Βοτονόσι της Ηπείρου την παράδοση της Ελλάδας στους Γερμανούς. Αργότερα υπέγραψε άλλη μια φορά στο Ανατόλια, στο Πανόραμα της Θεσσαλονίκης, το ίδιο πράγμα αλλά και ενώπιον των Iταλών.

Ο Ελληνικός στρατός διαλύθηκε και ξεκίνησε να γυρίσει με τα πόδια ο καθένας στο σπίτι του. Ήλθε στα μάτια του ο στρατηγός Λίστ που πέρασε από μπροστά του, εκεί στην Φλώρινα, με τα τεθωρακισμένα του, έχοντας ζωγραφίσει ένα λευκό Παρθενώνα στην θωράκιση του τάνκ.

Μέσα σ΄ εκείνη την κοσμοχαλασιά πως μπόρεσε να θυμηθεί και να νοσταλγήσει, τον έρωτα, την ζεστασιά της γυναίκας, την γλύκα των φιλιών, σαν το μέλι που λιώνει στο ζεστό τσάι, μια εφημερίδα πεταμένη στο πάτωμα και χουζούρι στο κρεβάτι την Κυριακή το πρωί.

Όλα αυτά που του έλειψαν σ΄ αυτό τον σκληρό πόλεμο, που άλλοι τον άρχισαν για λογαριασμό δικό του

Οι εχθροί δεν κράτησαν αιχμάλωτους, αφού ο Φύρερ αναγνωρίζοντας την αξία και το θάρρος των Ελλήνων στρατιωτών, που «πολέμησαν γενναία και παραδόθηκαν μόνον όταν ο αγώνας ήταν μάταιος» δεν συνέλαβε κανένα για να τον στείλει στη Γερμανία, αλλά τους άφησε όλους ελεύθερους, αξιωματικούς και φαντάρους να γυρίσουν στα σπίτια τους.

Ήταν ένα μαρτύριο η επιστροφή του στην Θεσσαλονίκη. Από την μία μεριά τον κυρίευε η χαρά που θα γυρνούσε στους δικούς του, από την άλλη έβλεπε την αδυναμία της γρήγορης επιστροφής, αφού δεν υπήρχε κανένα μεταφορικό μέσο και τον έπιανε απελπισία. Οι κατακτητές είχαν μπλοκάρει όλους τους δρόμους με αυτοκίνητα, τάνκ, τζίπ, μοτοσυκλέτες, αυτοκινούμενα πυροβόλα και κάθε είδος τροχοφόρου. Ωστόσο ο νόστος που τον είχε κυριεύσει ήταν ισχυρότερος από τις δυσκολίες.

Με τα πόδια και μέσα στο κρύο, δίχως χρήματα, δίχως εφόδια δίχως την παραμικρή βοήθεια, περπάτησε ατέλειωτες ώρες και μέρες, ζητιανεύοντας λίγο φαγητό στα πιο απίθανα μέρη, από ανθρώπους που κι αυτοί πεινούσαν. Κοντά στις Σέρρες βρήκε ένα αγρότη που πήγαινε τη γυναίκα του στο Νοσοκομείο, στη Θεσσαλονίκη. ο αγρότης τον λυπήθηκε και τον πήρε απάνω στο κάρο του για να πάνε μαζί στον ίδιο προορισμό.

Ο λουστράκος τον πλησίασε και του ρώτησε αν ήθελε να του βάψει τα παπούτσια. Δεν είχε λεφτά ούτε όρεξη και τον έδιωξε λίγο απότομα.

~~~~{}~~~~

ΕΣΤΙΑ, ΤΟ ΑΣΒΕΣΤΟ ΠΥΡ

Οταν έφτασε στην Θεσσαλονίκη, ήταν βράδυ.

Πέρασε τον Φόρο που ήταν κλειστός και συνάντησε το απόλυτο σκοτάδι, λόγω υποχρεωτικής συσκότισης που επέβαλαν οι νέοι ιδιοκτήτες της πόλης.

Εκανε πολλή ώρα προσπάθεια να βρει το σπίτι του, παρόλο που ήταν στο κέντρο της πόλης,δίπλα στο Διοικητήριο.

Ανέβηκε με φόρα,τα σκαλιά, μια οικοδομή χτισμένη προπολεμικά, και χτύπησε την πόρτα μ’ ένα κλασικό ρόπτρο που είχαν όσα σπίτια ακόμη δεν είχανε ηλεκτρικό κουδούνι.
Χτύπησε δυνατά, δυο τρείς φορές την πόρτα,αλλά δεν του άνοιξε κανείς.

Περίμενε υπομονετικά, ξαναχτύπησε. Μετά απο λίγο του άνοιξε η μάνα του φορώντας μια ποδιά της κουζίνας.
«Ορίστε τι θέλετε;» Σκούπισε τα χέρια της στην ποδιά. «Ποιος είστε;» τον ρώτησε κοιτώντας τον διερευνητικά.

Δεν της απάντησε αμέσως γιατί τα έχασε λίγο με την ερώτηση της που δεν την περίμενε.

Η μάνα του συνέχισε να τον κοιτάει και έβλεπε μπροστά της ένα άντρα αξύριστο και ταλαιπωρημένο, βρώμικο, αδυνατισμένο και γερασμένο.
Τα ρούχα του φαντάρου κρέμονταν επάνω του αφού είχε αδυνατίσει πολύ από την κούραση του μετώπου και την ταλαιπωρία που τράβηξε περπατώντας από την Αλβανία μέχρι την Θεσσαλονίκη.

«Ο Αντρέας είμαι μάνα, το παιδί σου» φώναξε δυνατά και τον έπνιξε το παράπονο, «τόσο πολύ άλλαξα μέσα σε έξη μήνες μέσα και δεν με γνώρισες;»

Εμεινε ακίνητη σαν στήλη του Λώτ, έκανε δυό βήματα πίσω, τον ξανακοίταξε προσεκτικά και σωριάστηκε σε μία καρέκλα.
«Αντρέα είσαι εσύ;» είπε και τον κοιτούσε με γουρλωμένα μάτια.

Προσπαθούσε να καταλάβει από τα σημάδια του προσώπου του ότι ήταν αυτός, το παιδί της.
«Δεν πέθανες παιδί μου, δεν σε θέρισε ο Χάρος με το δρεπάνι του; Άκουσε τα παρακαλητά μου;» αναφώνησε και χοντρά δάκρυα άρχισαν να κυλάνε από τα μάτια της.

Ο Αντρέας, αισθάνθηκε τώρα που τον αναγνώρισε μια υπέρτατη χαρά και συγκίνηση, μπήκε μέσα γονάτισε μπροστά της , και την αγκάλιασε σφικτά όπως καθόταν στην καρέκλα προσπαθώντας να την ηρεμήσει.

Ούτε και ο ίδιος μπορούσε να ησυχάσει, έκλαιγε με αναφιλητά, λες και του έβγαιναν όλα τα παράπονα του πολέμου.

«Σε είχα για σκοτωμένο παιδί μου τόσες βδομάδες δεν είχα πάρει γράμμα σου», του είπε. «Πώς να σε γνωρίσω, που άλλαξες τόσο πολύ.»

Σε λίγο όταν συνειδητοποίησε ότι πράγματι αυτός που στέκονταν μπροστά της ήταν το παιδί της, άνοιξε κι αυτή την αγκαλιά της, τον έσφιξε επάνω της, τον χάιδευε, τον φιλούσε ώρα πολύ και επαναλάμβανε συνέχεια ρωτώντας τον.

«Παιδί μου είσαι καλά, παιδί μου είσαι εσύ; Όλοι μου λέγανε να μη στεναχωριέμαι γιατί αν είχες πάθει κάτι θα με ειδοποιούσε ο στρατός, θα μου λέγανε σε ποιο νοσοκομείο είσαι και τι έχεις. Εγώ όμως φοβόμουν μήπως σκοτώθηκες και δεν ησύχαζα μέρα-νύχτα»

«Εστειλα χαιρετίσματα με τον Γιάννη που κάθεται δίπλα μας», της είπε «όταν έφυγε για να έλθει στην Θεσσαλονίκη, με μία 48ωρη άδεια για το πόδι του, που είχε πάθει γάγραινα από το κρύο, δεν στα έδωσε;»

«Σκοτώθηκε, Αντρέα παιδί μου, σκοτώθηκε την πρώτη κιόλας μέρα που έφθασε στην πόλη, από ένα Ιταλικό βομβαρδισμό» του απάντησε και ξανάρχισε να κλαίει, γοερά.

«Ούτε να θάψουμε κάτι δεν βρήκαμε με την μάνα του, παιδί μου, από εκεί που τον βρήκε η βόμβα μπροστά στο Ταμείο Δανείων, εκεί, στην Ερμού. Τον θρηνήσαμε με την κυρά Γεωργία έτσι, χωρίς τάφο, και μισά έκλαιγα γι’ αυτόν και μισά για σένα. Αναρωτιόμουνα αν σε βρήκε και εσένα καμμιά βόμβα.»

Η μάνα του που τον νόμιζε χαμένο, μια σταματούσε και μια συνέχιζε να κλαίει, να κλαίει απ’ τη χαρά της γιατί έζησε. Σταμάτησε να κλαίει όταν το πίστεψε πια ότι ζει και δεν κινδυνεύει.

Ο Αντρέας ξάπλωσε να κοιμηθεί χωρίς να φάει τίποτα. Κοιμήθηκε πάνω από 12 ώρες. Πολλή κούραση. Ξύπνησε προς το μεσημέρι της άλλης μέρας.

Η κυρα-Αργυρή τον περίμενε να σηκωθεί, πατώντας στα νύχια συνέχεια για να μη τον ξυπνήσει. Του είχε ετοιμάσει ένα πρωινό σαν μεσημεριανό, με αυγόφετες, τυρί χωριάτικο, γάλα και δύο μεγάλα λουκάνικα, από την αποθηκούλα στο μπαλκόνι.

Τα έφαγε,όπως δεν είχε φάει μήνες ολάκερους στον στρατό και μετά καθίσανε και οι δύο στον σοφρά του σαλονιού για να μιλήσουνε.

«Μάνα» την ρώτησε «πώς τα βολεύεις, πώς ζεις; »

«Κάνω ό,τι έκανα πάντα, παιδί μου», του απάντησε. «Πλένω τα ρούχα του κόσμου και τα σεντόνια ενός μικρού ξενοδοχείου εδώ κοντά».

Ήξερε καλά τι ήταν αυτή η δουλειά, αφου έτσι τον μεγάλωσε και τον σπούδασε με χίλια βάσανα αυτόν, που ήταν και το μοναχοπαίδι της.

Όση ώρα μιλούσαν αισθάνθηκε την λύπη του για την τυράννια του μοναδικού του γονιού, αφού ο πατέρας του είχε πεθάνει λίγα χρόνια αφότου είχαν έλθει από την Κωνσταντινούπολη πριν την μεγάλη καταστροφή.

«Πες μου», τον ρώτησε, «εσύ τι έκανες στον στρατό, πώς πολεμήσατε, κινδύνεψες, χτύπησες πουθενά; Είναι αλήθεια ότι τους νικήσαμε τους Ιταλούς;»

Ξεκίνησε να της αφηγείται και τι να της πρωτοπεί; Πόσες φορές γλίτωσε από τον θάνατο; Πόσοι άνθρωποι κομματιάστηκαν και χάσανε την ζωή τους, άλλοι τα πόδια ή τα χέρια τους; Για την πατρίδα που την προδώσανε οι στρατηγοί για να γίνουν πρωθυπουργοί και υπουργοί, στην ποδιά των κατακτητών;

Οση ώρα μιλούσε είχε ακουμπήσει το κεφάλι του σ΄ένα μαξιλάρι στην αγκαλιά της και τον χάιδευε στα μαλλιά,όπως όταν ήταν μωράκι, λες και ήθελε να πάρει από πάνω του την σκληράδα του πολέμου και τους μήνες που τον είχε στερηθεί.

Όπως μιλούσαν ξαφνικά η μάνα του ξανάρχισε να κλαίει δυνατά με λυγμούς λέγοντας συνέχεια : «Συγχώρησε με παιδί μου, πώς το είπα αυτό εγώ για εσένα, πώς το σκέφθηκα;»

Ο Αντρέας κατάλαβε αμέσως γιατί του ζητούσε συγνώμη και προσπάθησε να την σταματήσει. Ήταν πράγματι συγκλονιστικό αυτό που έγινε εκεί μέσα στο σπίτι τους, την πρώτη μέρα της επιστράτευσης, όταν κηρύχθηκε ο πόλεμος .

Η μάνα του, η γενναία Ελληνίδα που είχε αυτόν για μοναδικό της προστάτη, αφού δεν ζούσε ο μπαμπάς τους, όταν ήλθε η ωρα να παρουσιασθεί στο κέντρο επιστράτευσης τον φίλησε στην πόρτα του σπιτιού τους και του είπε ατσαλωμένη από την αγάπη της για την πατρίδα : «Παιδί μου να πάς στο καλό και να γυρίσεις νικητής ή σκοτωμένος»

Εφυγε, αλλά στις πιο δύσκολες και επικίνδυνες μέρες του πολέμου ηχούσαν ακόμη στα αυτιά του, η ευχή, τα λόγια αυτά της μανούλας του, ίδια με τα λόγια της Σπαρτιάτισας μάνας που χαιρετούσε τον γιό της, όταν έφευγε για τον πόλεμο δίνοντας του την ασπίδα και λέγοντας του το περίφημο «ή τάν ή επί τάς»

Μετά από τόσους σκοτωμούς που είχε δεί, την έζωσαν τύψεις για την κουβέντα της αυτήν και του ζητούσε να την συγχωρέσει.

Την καθησύχασε και την ηρέμησε λέγοντας: «Έκανες το καθήκον σου μανούλα μου και είπες ό,τι έπρεπε να πείς για την σωτηρία της πατρίδας μας. Το λέει κι ο ποιητής: Κι αν πρέπει να πεθάνουμε για την Ελλάδα, θεία είν’ η δάφνη. Μιά φορά κανείς πεθαίνει.»

Ο Αντρέας με μιάς σαν θυμήθηκε,σηκώθηκε και την ρώτησε:
«Πες μου, μάνα, ξέρεις τι κάνει η Εστέρ; Την βλέπεις καθόλου; Σε ρώτησε ποτέ για εμένα; Πες μου.»

Η Εστέρ μια Εβραιοπούλα που κάθονταν απέναντι από το σπίτι τους. Η Εστέρ ήταν η πρώτη του αγάπη.

Την ήθελε απελπισμένα, αλλά ήξερε πως παρόλο που οι δικοί της τον συμπαθούσανε, δεν επρόκειτο να του την δώσουν ποτέ.

Ο λόγος ήταν μόνο θρησκευτικός.

Παρόλο που ο πατέρας του είχε Εβραϊκή καταγωγή, ο ιδιος δεν θεωρούνταν ομόθρησκος τους. Εβραίος ήταν μόνο όποιος γεννιόταν έτσι από κοιλιά, από μάνα Εβραία.

«Την είδα παιδί μου», του είπε, «αλλά βγάλτην από το μυαλό σου. Την αρραβωνιάσανε, έχει καιρό τώρα, με τον Κοέν, τον γιο του Xαιμάκη που έχει την βιοτεχνία λαδιών στα Ιστηρά».

Έχασε αμέσως τη γη από τα πόδια του κι η θλίψη του έγινε μαύρο βουνό.

Ενα φιλί είχαν δώσει μόνο, αλλά δεν μπορούσε να την ξεχάσει και να δεχθεί ότι την έχασε για πάντα. Η μάνα του τον παρηγόρησε με λόγια σπλαχνικά. Εκείνος δεν τ’ άκουγε κάν.

Ντύθηκε, κατέβηκε κάτω και ξεκίνησε να περάσει από τα μαγαζιά που βρισκόταν με τους φίλους του, και στο καφενείο που αντάμωναν προπολεμικά. Ηθελε να τους βρει, να μιλήσουν και να ξεχασθεί. Ειχε ανάγκη να πιεί μήπως και λησμονήσει.

~~~~{}~~~~~

ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΟΥ ΜΕΤΩΠΟΥ

Την άλλη μέρα ξεκίνησε να παρουσιασθεί στην δουλειά του στο Δασαρχείο.

Δεν στεγάζονταν πιά επάνω στο Διοικητήριο. Οι Γερμανοί το είχαν καταλάβει και στεγάζανε διάφορες υπηρεσίες τους, ζωγραφίζοντας στην πύλη δύο τεράστια V-το σήμα της νίκης του Γκαίμπελς –όπως και σε όλα τα Δημόσια κτήρια που είχαν επιτάξει στην πόλη.

Ολη η Γενική Διοίκηση Μακεδονίας είχε μεταφερθεί από το Διοικητήριο,το Κονάκι,όπως το λέγανε οι παλιοί μπαγιάτηδες Θεσσαλονικείς και είχε πάει Τσιμισκή με Ι.Δραγούμη, εκεί που ήταν ακόμη πριν από τον πόλεμο το βιβλιοπωλείο του Μόλχο, στέκι συνάντησης μεταπολεμικά, μαζί με το φαρμακείο του Πεντζίκη στην Εγνατία, των σπουδαιότερων λογοτεχνών και πνευματικών ανθρώπων της πόλης.

Η ΥΕΒ δούλευε κανονικά, όπως είχαν διατάξει οι Γερμανοί και ο Μεταξικός δήμαρχος Μερκουρίου, που μόλις μπήκαν οι Γερμανοί στην πόλη, δύο φορές με ανακοίνωση του σε όλες τις εφημερίδες της πόλης, κάλεσε τους Θεσσαλονικείς «να συνεχίσουν ήσυχα τις δουλειές τους,αφού η πόλη είχε τεθεί υπο την προστασία ενός υψηλόφρονος Ιπποτικού λαού» δηλαδή σαν να μην είχε αλλάξει τίποτα και οι Ναζί είχαν έλθει για καλό.

Οι Γερμανοί δεν τον αντικατέστησαν το δήμαρχο, επειδή δέχτηκε να συνεργαστεί μαζί τους και με την Νέα Τάξη πραγμάτων, που την πίστευε εξάλλου ιδεολογικά από τον Μεταξά ακόμη, που τον είχε διορίσει το 1937 Δήμαρχο.

Ο Αντρέας ανέλαβε αμέσως υπηρεσία στην επιτροπή τροφίμων και επισιτισμού κουπονιών της ΓΔΒΕ. Οι Γερμανοί είχανε επιτάξει τα πάντα σαν λεία πολέμου κι ο κόσμος αμέσως άρχισε να μη βρίσκει τρόφιμα. Επιτάχθηκαν όλες οι αποθήκες με στάρια, ζάχαρες, ρύζια, όσπρια, βενζίνες, πετρέλαια, βιομηχανικά είδη, υφάσματα , αγελάδες και άλογα.

Ό,τι ήθελαν κι ό,τι τους γυάλιζε το μάτι το άρπαζαν.

Τα πάντα αγοράζονταν με δελτία. Υπήρχαν κουπόνια για το ψωμί, για το αλάτι, για τα σπίρτα, για το φωτιστικό πετρέλαιο και για τα τσιγάρα, ακόμη και στον κουρέα οι Θεσσαλονικείς πήγαιναν με δελτίο.

Η υπηρεσία του έβγαλε καινούργια ταυτότητα κι όταν την διάβασε AUSWEIS, έγραφε μπροστά στα Γερμανικά και Ελληνική Πολιτεία, αντί για Βασίλειο της Ελλάδος, του ήλθε πολύ άσχημα και προσβλητικά.

Πατρίδα είμαστε σκλάβοι“, σκέφθηκε και γέμισαν τα μάτια του δάκρυα.

Τον πρόσεξε τότε ο Στέφανος ο Αναγνώστου, στο διπλανό γραφείο, που ήταν μαζί στο μέτωπο, έφεδρος αξιωματικός και αυτός και του μίλησε χαμηλόφωνα: «Πρόσεξε, Αντρέα, γιατί σε βλέπουνε, κι εδώ μέσα έχουμε καρφιά των Γερμανών.»

Το απόγευμα όταν σχολάσανε τον σταμάτησε λίγα μέτρα από την έξοδο και του είπε κοιτώντας τον ίσια στα μάτια: «Αντρέα, πρέπει να μιλήσουμε, σε ξέρω και με ξέρεις.»

Καθίσανε σε ένα κουτούκι εκεί κοντά στην στοα Χορτιάτη στην Εγνατία, μετά την Αγια-Σοφίας. Λίγη σαρδέλα κι ένα σκουπόψωμο, μ’ ένα σκούρο ρακί τους έβγαλε ο ταβερνιάρης, ενόσω περίμενε με αγωνία ο Αντρέας ν’ ακούσει τι θα του έλεγε ο Στέφανος.

«Είμαστε και οι δύο πατριώτες και η πατρίδα μας σκλαβώθηκε από αυτούς που νικήσαμε, Αντρέα» του είπε. «Ένα μόνο καθήκον έχουμε, προς τις μανάδες μας και τα παιδιά μας. Να οργανωθούμε, να αντισταθούμε και να διώξουμε το φασιστικό τέρας από επάνω μας. Το πετύχαμε στην Αλβανία με τους μακαρονάδες, θα το πετύχουμε και εδώ με τούς φρίτσιδες».

Βάλσαμο στην ψυχή του, νερό στην διψασμένη γη, δροσερό αεράκι στην κάψα ήταν τα λόγια του Στέφανου, εκείνη την ώρα. Τόσες μέρες τον βασάνιζε η σκέψη πώς θα ζήσουν έτσι με τους Ναζί από επάνω τους, που μόνο σαν ιδέα τον γέμιζε σκοτάδι, δεν το άντεχε. Επρεπε να κάνει κάτι, αλλά τι;

«Είμαι μαζί σου, Στέφανε. Είμαι έτοιμος να παλέψω, όπως και στην Αλβανία, για να λευτερωθούμε από τους Ούνους.» Μίλησε ακόμα πιο σιγά. «Το περίστροφο μου δεν το παρέδωσα. Και ξέρω να το χρησιμοποιήσω, όταν χρειασθεί.»

Αστραψε ένα πλατύ χαμόγελο στο πρόσωπο του Στέφανου.

«Ήμουν σίγουρος», του είπε. «Σε θυμάμαι πρώτο με το πιστόλι στο χέρι, επικεφαλής του τμήματος σου να ορμάς πάνω στους Ιταλιάνους, παίρνοντας μαζί σου κι όλο τον λόχο. Δεν ήταν δυνατόν να απαντούσες κάτι άλλο».

Χωρίσανε για να προλάβουνε την ώρα κυκλοφορίας, και συμφωνήσανε να ξαναβρεθούν έχοντας πολύ περισσότερη ώρα μπροστά τους, μάλλον την Κυριακή.

~~~~{}~~~~

ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ»

Την πρώτη Κυριακή μετά την αρχική συζήτηση τους βρεθήκανε σε ένα σπίτι δικό του, γωνία Γκαρπολά με Μακεδονικής Αμύνης, με δύο πόρτες που έβλεπε η κάθε μία τους και σε ένα από τους δύο δρόμους.

Ηταν ιδιοκτησία του θείου Τζόις, ενός Δυτικομακεδόνα μετανάστη, που το είχε αγοράσει πριν χρόνια -και καθόταν πλέον στην Αμερική.

Το σπίτι ήταν δίπλα από την μεγάλη πλατεία με τα χαλάσματα, ακριβώς κάτω από τον Αη Δημήτρη. Το έδαφος είχε χώμα και ήταν σε λίγες μεριές ίσιο, όπου έπαιζαν τα παιδιά μπάλα με κάτι πάνινα κουρέλια δεμένα σφικτά.

Ενα σιδερένιο τόλ σκουριασμένο από την πολυκαιρία,που ήταν στο πάνω μέρος της πλατείας, άδειο πια,το χρησιμοποιούσαν οι πρόσκοποι παλιά και μετά η ΕΟΝ, η νεολαία του Μεταξά, με τις αστείες εκείνες στολές και τα δίκοχα που στην παραμικρή βροχή ξέβαφαν.

Τους είχανε δώσει και βαθμούς, λοχίτης με τρία αστέρια στο μανίκι και στο δίκωχο ήταν ο λοχαγός. Μιλιταρισμός απ’ τα γεννοφάσκια.

Μόλις μπήκαν οι Γερμανοί ο Τσολάκογλου τους διέλυσε κατηγορώντας το παλιό καθεστώς ότι είχε καταχρασθεί τα χρήματα που μαζεύονταν για το μέτωπο.

Φαίνεται ότι είχαν δίκαιο, γιατί βρέθηκε μια μεγάλη αποθήκη στην Μοναστηρίου με πολλά καινούργια ρούχα μέσα, φανέλες, γάντια και μάλλινα που δεν φτάσανε ποτέ στην Αλβανία, αλλά τα κρατούσαν οι αξιωματούχοι. Την ανοίξανε και επιδεικτικά μεταφέρανε στην υπηρεσία όλο τα περιεχόμενο της.

Οι Γερμανοί μετέτρεψαν όλη την πλατεία αμέσως σε ένα τεράστιο συνεργείο επισκευής μηχανημάτων κάθε είδους, μοτοσυκλετών, αυτοκινήτων, τζίπ, τάνκ ακόμη και αεροπλάνων. Στην γωνία με την Ολύμπου είχαν μαγειρεία που μετά την διανομή του συσσιτίου στους στρατιώτες, αλλά και σε Ρώσους αιχμάλωτους, που τους είχαν για να σκάβουν, πήγαιναν στα μικρά παιδιά της γειτονιάς, να φάνε ό,τι περίσσευε στα μεγάλα καζάνια.

Απέναντι από το σπίτι που βρέθηκαν ήταν ένα Αστυνομικό Τμήμα. Όλοι οι χωροφύλακες είχαν κανονικά τα όπλα τους, και εξακολουθούσαν να προσφέρουν στο ακέραιο τις υπηρεσίες τους στα νέα αφεντικά της πόλης, αφού και αυτοί κυνηγούσαν ποιους άλλους, τους αναρχικούς, όπως ακριβώς και ο Μεταξάς.

Στην συνάντηση ήταν τέσσερις άντρες, ο Στέφανος, ο Ηλίας Καπέσης, ο Σωκράτης Διορινός κι ένας Βαγγέλης, αργότερα έμαθε το επίθετο του. Ο πιο σοβαρός από όλους, που τον άκουγαν όλοι με σεβασμό καί προσοχή.

Ο Βαγγέλης ήταν φυματικός κρατούμενος στο Θανατόριο, όπως έλεγαν οι μπαγιάτιδες Σαλονικοί το Σανατόριο στο Ασβεστοχώρι. Το έσκασε με μία ομάδα άλλων κρατούμενων από εκεί, μία μέρα πριν να μπούν οι Ναζί στην πόλη για να δουλέψει και οργανώσει την Αντίσταση

«Πατριώτες, αδέλφια», άρχισε ο Βαγγέλης, «είμαστε σήμερα εδώ με μία απόφαση. Ν’ αντισταθούμε σ’ αυτό που συμβαίνει γύρω μας, σ’ αυτό που αν δεν παλέψουμε να σταματήσει, θα ζήσουμε έτσι σκλάβοι για πάντα εμείς, οι γονείς και τα παιδιά μας» «Ένας μόνο δρόμος υπάρχει κι αυτός είναι ο δρόμος του αγώνα και της θυσίας. Ο δρόμος που παλέψαμε στα βουνά της Αλβανίας και νικήσαμε», πετάχτηκε ο Ηλίας.
«Προσέξτε!» τους είπε με έμφαση ο Βαγγέλης. «Ολοι οι Σαλονικιοί, όλοι οι Έλληνες είναι μουδιασμένοι, από το μεγάλο και οδυνηρό κακό που μας βρήκε. Κοιτάνε με φόβο να δούνε τι θα γίνει στη συνέχεια. Πρέπει να τους ανεβάσουμε το ηθικό, πρέπει να δράσουμε σαν ένας άνθρωπος.»

«Με ποιο τρόπο, πώς, με ποια μέσα;» ρώτησε αμέσως ο Αντρέας που σαν ηγήτωρ, αξιωματικός, ήθελε συγκεκριμένες απαντήσεις και συγκεκριμένο σχέδιο δράσης πέρα από τις γενικές διακηρύξεις.

«Τον καιρό αυτό», απάντησε ο Βαγγέλης, «οι Γερμανοί μεταφέρουν συνεχώς αιχμαλώτους Εγγλέζους στην Αθήνα. Πρέπει να τους βοηθήσουμε να διαφύγουν.»

«Μπορούμε να κόβουμε τα καλώδια των τηλεφώνων τους και να κάνουμε μικρά σαμποτάζ, μέσα στην πόλη και στις μονάδες τους.»

«Εγώ», είπε ο Διορινός, «με τον Ηλία αναλαμβάνουμε να γράψουμε χειρόγραφα προκηρύξεις στα Γερμανικά και θα τις σκορπίζουμε στις μονάδες τους».
«Για τους Εγγλέζους», είπε ο Αντρέας, «ξέρω από πού ακριβώς τους μετακινούν, στο Λιμάνι και στον Σταθμό. Θα πάω εγώ εκεί. Γνωρίζω Αγγλικά και μπορώ να συννενοηθώ».

Χωρίσανε μετά από δύο ώρες περίπου, αφού ορίσανε πως θα ξαναβρίσκονταν την Τετάρτη το απόγευμα στο ίδιο μέρος.

Η ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΟΥ ΑΙΧΜΑΛΩΤΟΥ

Την άλλη μέρα μόλις σχόλασε, ξεκίνησε με τα πόδια να πάει στον Σιδηροδρομικό Σταθμό και να δεί από κοντά το μέρος. Ηταν αποφασισμένος να προσπαθήσει, εάν μπορούσε να ελευθερώσει έστω ένα αιχμάλωτο, να έχει μία πρώτη νίκη σ’ αυτό τον αγώνα που σκέφθηκε να αρχίσει.

Προπολεμικά ο Σταθμός ήταν ένα από τα πιό ζωντανά μέρη της πόλης. Είχε μπροστά του μια πλατεία, ένα περίπτερο με τσιγάρα και εφημερίδες και καθημερινά πολύ μεγάλη φασαρία και κίνηση.

Οι ταξιδιώτες από τα γύρω χωριά, ανεβοκατέβαιναν στα τράμ με καλάθια, με κότες, με μπόγους και με παιδιά. Οι άμαξες και τα μοντέρνα ταξί έφερναν κι έπαιρναν καλοντυμένους ταξιδιώτες με καπέλα και βαλίτσες,που τις κουβαλούσαν οι αιώνιοι αχθοφορείς, οι Εβραίοι οι Loς Ηamalikos di chiosce.

Όλα τα τραπεζάκια εκεί ήταν πιασμένα από κόσμο που περίμενε να φύγει ή να υποδεχθεί φίλους και συγγενείς. Διάφοροι μικροπωλητές τρέχαν να εξαφανιστούν πίσω από το κτίριο του Σταθμού, όταν εμφανίζονταν κανένας χωροφύλακας και έρχονταν ξανά μπροστά, μόλις αυτός έφευγε.

Οι πλανόδιοι Εβραίοι,με τα γυαλιστερά κασελάκια τους πλημμύριζαν το μέρος και πουλούσανε διαλαλώντας τα, βραστά καλαμπόκια και λούπινα.Τα κουβαλούσανε από τα σπίτια τους αφού κάθονταν παραδίπλα στον μεγάλο συνοικισμό του Βαρώνου Χίρς ή στον πιο μικρό και πιο φτωχικό τον Τσίκο Στασιόν.

Αλλά πλέον δεν υπήρχε κανένας θόρυβος από τις μανούβρες των τραίνων, τα κλάξον, τα τραμ,τα καμπανάκια,τα άλογ ,τα ταξί. Δεν έβλεπες τίποτα άλλο εκτός από Γερμανούς φρουρούς και αιχμαλώτους πολέμου.

Αιχμαλώτους που τους έπιασαν στις μάχες που γίνονταν στον Όλυμπο και στον δρόμο προς την Αθήνα. Ηταν διάφορες εθνικότητες: Αυστραλοί, Καναδοί, Νεοζηλανδοί, Εγγλέζοι και έγχρωμοι υπήκοοι της Μ.Βρετανίας.

Μπαρουτοκαπνισμένοι και γεμάτοι λάσπη με κάτι κοντά και φαρδυά παντελόνια, από τα οποία έβγαιναν τα ισχνά ποδαράκια τους,

Οι Γερμανοί και ο Δήμαρχος με ανακοίνωση τους είχαν απαγορεύσει κάθε χειρονομία συμπάθειας προς τους Τζόνηδες, αλλά ο κόσμος αψηφώντας την, τους πετούσε τσιγάρα και σοκολάτες, καμμιά φορά και λίγο νερό, βιαστικά, όπως περπατούσανε.

Ο Ανδρέας διάλεξε και στάθηκε στην γωνία στην οδό Βουτηρά, απέναντι από το Ισραηλιτικό ψυχιατρείο.

Η φάλαγγα των αιχμαλώτων όπως βάδιζε είχε ανα 15 με 20 μέτρα ένα φρουρό απο δεξιά και ένα φρουρό απο αριστερά Την ώρα που έστριβαν προς τα κάτω και δεν μπορούσε να τον δουν, ο Αντρέας έπιασε από το μανίκι ένα Εγγλέζο και τον τράβηξε μές σε ένα παλιό μηχανουργικό συνεργείο κάνοντας του με το δάχτυλο στο στόμα σιωπή.
Περίμεναν περίπου μία ώρα να φύγει όλη η φάλαγγα και του ζήτησε να τον ακολουθήσει.
«Πεινάω», του είπε ο Εγγλέζος.
«Μην ανησυχείς θα σε πάω πρώτα εκεί που θέλω και θα φροντίσω να φας», του απάντησε ο Αντρέας.

Από τον Σταθμό μέχρι το σπίτι στην Γκαρπολά κάνανε δεκεπέντε λεπτά. Διέσχισαν πρωτα την Ραμόνα, μια Εβραϊκή γειτονιά πίσω από κάτι άδειες αποθήκες των τραίνων

Άφησε τον Εγγλέζο μέσα στο σπίτι και πετάχτηκε μέχρι το δικό του σπίτι. Πήρε γρήγορα φαγητό από την μάνα του, που τον ρώτησε έκπληκτη πού το πάει και ξαναγύρισε στο «λάφυρο του».

Του άφησε το φαγητό, του είπε να μην ανοίξει σε κανένα,και του εξήγησε πως πρέπει να φύγει γιατί το πρωί θα πήγαινε στην δουλειά του -και πως θα ξαναερχόταν την άλλη μέρα το απογευματάκι.

«Έλληνα», του είπε στα Αγγλικά ο Γουέλς, αυτό ήταν το όνομα του, «δεν θα ξεχάσω ποτέ, ώσπου να πεθάνω, αυτό που έκανες σήμερα για μένα.»

Η ΦΥΓΑΔΕΥΣΗ ΤΟΥ ΑΓΓΛΟΥ

Την άλλη μέρα πήγε στο γραφείο, αλλά δεν μπορούσε καθόλου να συγκεντρωθεί. Το μυαλό του ήταν συνεχώς στον Εγγλέζο που είχε κρύψει σπίτι του και αναρωτιότανε τι να έκανε και τι να είχε απογίνει

Ηλπιζε πως δεν θα είχε κάνει την αποκοτιά να βγεί έξω,αλλά δεν ξέρεις και καμιά φορά, δεν ήταν και μεγάλος, τον έκανε γύρω στα είκοσι τρία.

Βρήκε αφορμή να πάει μέχρι το γραφείο του Στέφανου για να πάρει μερικούς συνδετήρες και με τρόπο, έσκυψε στο πλάι του και του είπε σιγανά: «Πήρα ένα Εγγλέζο χθές από τον Σταθμό.»

Ο Στέφανος έμεινε κεραυνοβολημένος.
«Τι έκανες;» του είπε. «Και πού είναι τώρα; Πού τον έχεις; Σπίτι σου; Πρέπει να ενημερώσουμε αμέσως τον Βαγγέλη. Θα ζητήσω άδεια με κάποια δικαιολογία και θα πάω να τον βρώ.»

Ξαναγύρισε στη θέση του και περίμενε. Του φάνηκαν ατέλειωτες οι ώρες, κοιτούσε συνεχώς στην πόρτα για να δει πότε θα γυρίσει. Όταν επέστρεψε ήθελε ακόμη ένα δίωρο για να σχολάσουν. Του φάνηκαν δύο χρόνια.

«Τι έγινε;» ρώτησε τον Στέφανο μόλις βγήκαν από την υπηρεσία και στρίψαν ν’ ανεβούν τη Βενιζέλου.

«Τον βρήκα και του μετέφερα ότι μου είπες. Η λευτεριά θα έλθει πιο γρήγορα μου απάντησε, όταν υπάρχουν πατριώτες σαν και εσάς.»

«Πάμε, έχουμε δώσει ραντεβού στην Παναγιά των Χαλκωματάδων μπροστά, για να πάμε έπειτα στο σπίτι σου».

Τους περίμενε εκεί μπροστά στην Εκκλησία και φτάσανε σε δύο λεπτά στην Γκαρπολά, περάσανε από τον σκοπό του Τμήματος μπροστά και μπήκανε στο σπίτι. Ο Εγγλέζος κοιμότανε, ενώ στο τραπέζι ήταν ότι είχε απομείνει από το φαγητό που του πήγε την προηγούμενη μέρα ο Αντρέας.

Τον ξύπνησαν σιγά σιγά για να μη τον τρομάξουν και βάλει τις φωνές, αλλά εκείνος σηκώθηκε αμέσως χωρίς το παραμικρή ανησυχία. |

«Πες του» είπε ο Βαγγέλης στον Αντρέα, «πως το βραδάκι θα φύγουμε από εδώ, γιατί δεν είναι και πολύ ασφαλές το σπίτι. Θα τον μετακινήσουμε σε ένα άλλο καταφύγιο,θα συννενοηθούμε με τον σύνδεσμο μας και θα τον πάμε στην αρχή με καΐκι στην Μυτιλήνη κι από κεί απέναντι στον Τσεσμέ στη Τουρκία».

Ο Αντρέας του τα εξήγησε όλα με προσοχή και του είπε πώς θα τα καταφέρουν και να έχει εμπιστοσύνη. Ο φιλοξενούμενος τους με το παρομοιώδες Βρετανικό φλέγμα, αν και ήταν φανερό πως ήταν συγκινημένος είπε:
«Τζέντλεμεν, είμαι σίγουρος πως όλα θα πάνε καλά. Σας ευχαριστώ για όλα.» «Θα μας ευχαριστήσεις αν πας εκεί όσο πιο γρήγορα μπορείς και χτυπήσεις τους ναζήδες» του απάντησε ο Αντρέας .
Πράγματι ο Βαγγέλης ήλθε το βράδυ,τον πήρε και τον πήγε στην βίλα του γερο Βενέτη, του αφοσιωμένου εργολάβου στον αγώνα, επάνω στο Ασβεστοχώρι, που την είχαν για μέρος απόκρυψης όλων των ανθρώπων που κινδύνευαν να συλληφθούν ή ετοιμάζονταν να διαφύγουν στην Μ.Ανατολή.

Ο Αντρέας ένοιωσε μια πρωτόγνωρη χαρά να τον κυριεύει που κατάφερε να ολοκληρώσει μία σπουδαία αποστολή, που κατάφερε μία πρώτη δική του νίκη, μόνος του απέναντι στον εχθρό, όπως στα βουνά της Αλβανίας κατά των Ιταλών.

Όλη την επόμενη μέρα αισθάνονταν υπέροχα λές και δεν υπήρχαν Γερμανοί,σαν να ήταν και πάλι ελεύθερος.

~~{}~~

Η ΓΝΩΡΙΜΙΑ
ΚΑΘΕ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΣΥΝΑΝΤΑΣ ΚΑΤΙ ΦΟΒΑΤΑΙ, ΚΑΤΙ ΑΓΑΠΑ, ΚΑΙ ΚΑΤΙ ΕΧΕΙ ΧΑΣΕΙ

Μετά από δύο μέρες αποφάσισε να πάει στο άλλο σημείο συγκέντρωσης και μεταφοράς αιχμαλώτων από τους Γερμανούς στο Λιμάνι. Αυτή την φορά όμως στάθηκε άτυχος γιατί δεν ήταν μέρα μεταφοράς και έτσι το Λιμάνι ήταν άδειο. Έκανε μια βόλτα γύρω και ξεκίνησε ν’ ανεβαίνει για το σπίτι του, όταν την είδε.

Στέκονταν εκεί στην πλατεία Ελευθερίας, μπροστά στο ξενοδοχείο ΡΙΤΖ και φαίνονταν ότι έψαχνε κάτι. Λεπτή και μάλλον ψηλή, φορούσε ένα ροζ φορεματάκι που αναδείκνυε το σώμα της με όμορφες γραμμές, από επάνω ένα χοντρό επανωφόρι για το κρύο, ψηλό τακουνάκι, άσπρο δέρμα και κοκκινωπά μαλλιά σαν της Εστέρ.

Την πλησίασε και την ρώτησε:
«Ψάχνεις κάτι, μπορώ να σε βοηθήσω;»
«Ναι μπορείς. Πώς θα πάω στην Χαριλάου;»
Ηταν η πρώτη μέρα της στην Θεσσαλονίκη και δεν ήξερε καθόλου την πόλη.

Η Μαρίκα είχε φύγει από την Δράμα που ήταν Βουλγαροκρατούμενη περιοχή και πήγε στην Θεσσαλονίκη. Έψαχνε για να δουλέψει σε κάποιο καπνομάγαζο, αφού αυτή ήταν η δουλειά της ή όπου αλλού έβρισκε.

Στην Χαριλάου καθότανε σε ένα σπίτι με άλλη μία οικογένεια, η μάνα της, η μητριά της πιο σωστά, αφού ήταν η δεύτερη γυναίκα του μπαμπά της, ενώ η πραγματική της μάννα δεν ζούσε.

«Θα σε συνοδεύσω εγώ» της είπε «μέχρι να πας εκεί αρχίζει η απαγόρευση κυκλοφορίας και κινδυνεύεις να σε συλλάβουν, ενώ μαζί μου δεν θα υπάρχει πρόβλημα».
Τα μάτια της τον κοίταξαν με ένα ζεστό γεμάτο ευγνωμοσύνη βλέμμα.
«Ναι σε παρακαλώ πολύ, πάνε με εσύ» του απάντησε «γιατί μόνη μου θα χαθώ.»

Γαριβάλδη 15 ήταν η διεύθυνση, ένας δρομάκος παράλληλος με τον μεγάλο δρόμο την λεωφόρο των Αθηνών.
Ξεκίνησαν με τα πόδια και μετά τα 50 μέτρα, τον έπιασε σφικτά αγκαζέ, της πήρε μία μικρή βαλιτσούλα που κουβαλούσε και προχωρούσανε έτσι σαν ζευγάρι.
Ένοιωθε μία πολύ ωραία αίσθηση ηρεμίας και αναστάτωσης μαζί, όπως ακουμπούσε το σώμα της επάνω στο δικό του και μιλώντας συνεχώς ούτε κατάλαβαν πως πέρασαν 40 λεπτά, και έφτασαν στην διεύθυνση.

«Μαρίκα, θέλω να σε ξαναδώ» της είπε.
«Ναι κι εγώ, αλλά πού;» του απάντησε.
«Ελα αύριο μετά το γραφείο μου στις 6 η ώρα μπροστά στην Αγιά Σοφία.» «Ναι θα είμαι εκεί, σ’ ευχαριστώ πολύ για όλα» του είπε και του έδωσε ένα φιλί στα χείλια πριν να χωρίσουνε μπροστά στο σπίτι της.
Γύρισε στο σπίτι του σαν μεθυσμένος. Γελούσε μόνος του ανεβαίνοντας τις σκάλες.
«Μα μέθυσα με ένα φιλί μόνο; Είναι δυνατόν» σκεφτόταν.

Μάλλον είχε τόσο ανάγκη να νοιώσει αυτά τα συναισθήματα που του έλειψαν πολύ, περηφάνια για την πατρίδα, έρωτας για μια γυναίκα που τόσο πολύ και τόσο καιρό είχε να νοιώσει. Ξάπλωσε και κοιμήθηκε σαν πούπουλο, ενώ η κυρά Αργυρή που τον άκουσε δεν τον ρώτησε τίποτα, εντελώς διακριτικά και με κατανόηση.

~~~

Ο ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ Η ΕΥΑ

Την επόμενη μέρα, ήταν αφηρημένος, σφράγισε δύο δελτία σίτησης με λάθος σφραγίδα και τα χάλασε, ενώ το μυαλό του ήταν μοιρασμένο ανάμεσα στην ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ και στην Μαρίκα.

Ο Στέφανος που τον παρατηρούσε,νόμισε πως σκεφτότανε τον Εγγλέζο και σε κάποια στιγμή, όταν έφυγε από το γραφείο ο Χερτούρας του είπε συνθηματικά «όλα είναι εντάξει μην ανησυχείς, ο φίλος μας είναι καλά,ταξιδεύει για τον γιατρό του σε δύο μέρες.»

Χάρηκε αλλά η ανησυχία του μήπως και δεν ερχόταν στο ραντεβού η Μαρίκα τον απασχολούσε περισσότερο ,γιατί ήταν η πρώτη τους συνάντηση και δεν ήξερε πως θα εξελίσσονταν τα πράγματα μεταξύ τους. Έφυγε ένα τέταρτο πριν να σχολάσουνε και πήγε στην εκκλησία, που θα βρίσκονταν,αλλά δεν ήταν εκεί.

Από την Φιλόπτωχο Αδελφότητα που ήταν λίγο παραπάνω, βγαίνανε εκείνη την ώρα τα παιδιά που είχαν τελειώσει το βραδινό τους συσσίτιο, μαζί με τον ιεροκήρυκα Λεωνίδα και τον Μητροπολίτη Γεννάδιο. Περπάτησαν από μπροστά του κουβεντιάζοντας μέχρι κάτω στο τέλος του δρόμου.

Πέρασε μισή ώρα ακόμη και τότε την είδε να έρχεται, βαδίζοντας με μεγάλη χάρη και θηλυκότητα, φορώντας ένα ροζ φορεματάκι, με ίσια παπούτσια, που αναδείκνυαν, παρόλη την απλότητα, τα λεπτά και καλλίγραμμα πόδια της. Είχε τα κοκκινωπά της μαλλιά σηκωμένα ψηλά και επάνω από το φορεματάκι της ένα χοντρό σκουρόχρωμο πανωφόρι. Ηταν μια ζωγραφιά πίνακα καλιτέχνη.

«Άργησες» της είπε.
«Μα η ώρα είναι ακριβώς έξι» του απάντησε και του έδειξε το ρολόι της, που έδειχνε πράγματι έξι.
«Διόρθωστο», της είπε, «οι Γερμανοί επιβάλλανε αλλαγή ώρας, μια ώρα πιο πίσω από ότι ίσχυε προηγουμένως και ήμασταν οι πρώτοι που τήν αλλάξαμε στην υπηρεσία. Ε, όπως,έχουμε Γερμανικές ταυτότητες, Γερμανικές επιγραφές και Γερμανικούς τίτλους θα έχουμε και Γερμανική ώρα» συμπλήρωσε ο Αντρέας σαρκάζοντας.

«Για να το κάνουν έτσι αυτοί, θα πρέπει να είναι σωστό, οι Γερμανοί είναι πρώτοι καί μπροστά σε όλα» του απάντησε και τον έπιασε πάλι σφικτά αγκαζέ.

«Πού θα πάμε;» τον ρώτησε.

«Στα Κούτσουρα του Δαλαμάγκα εκεί στην Γούναρη» της απάντησε ο Αντρέας. «Σερβίρουνε και καλό μεζέ με το κρασί, εάν ζητήσεις να μην είναι ξεροσφύρι, αλλά το καλύτερο από όλα είναι οτι θα ακούσουμε τον περίφημο Τσιτσάνη, ένα σπουδαίο μπουζουκτσή και συνθέτη από τα Τρίκαλα»

Το μαγαζί του Δαλαμάγκα εκεί στην Γούναρη, πιο κάτω από την Καμάρα, ήταν προπολεμικά μία μεγάλη και μακρόστενη ξυλαποθήκη, μισογεμάτο, όταν πήγαν και κάθισαν λίγο στο πλάι με τα άλλα τραπεζάκια κοντά στο πάλκο.

Οταν βγήκε ο Τσιτσάνης έγινε χαμός. Τον ήξεραν όλοι και τραγουδούσαν τα τραγούδια του, και πρώτοι-πρώτοι οι ναυτικοί και οι μαυραγορίτες που πηγαινοέρχονταν από τον Πειραιά στα νησιά και στην Θεσσαλονίκη κουβαλώντας ό,τι τρόφιμα βρίσκανε κι έτσι ακόμη και η Αθήνα τα είχε μάθει πρίν κάν γραμμοφωνηθούν και πρίν τελειώσει ο πόλεμος.

Όπως καθίσανε κοντά, το ελαφρό της άρωμα τον τύλιγε παντού… το χάδι των μαλλιών της στο πρόσωπο του… το σφίξιμο των χεριών τους … τα μάτια της όπως τον κοιτούσαν, τον συνεπήραν και ήταν πιά σε άλλο αιθέρα.

Μόλις βάλανε Ευρωπαικά, την πήρε στην αγκαλιά του, χορεύοντας ένα ταγκό και αρχίσανε να στροβιλίζονται δυνατά. Πόσο θα ήθελε να μη τελείωνε ποτέ!

Τα δύο σώματα τους είχανε κολήσει σφιχτά.
«Ελα αύριο στο σπίτι μου, μόλις σχολάσεις», του είπε. «Η μάνα μου θα λείψει για δύο μέρες στον Λαγκαδά, πάει να βρεί τρόφιμα από κάτι συγγενείς μας εκεί και θα είμαι μόνη στο σπίτι.»

Συμφώνησε με λαχανιασμένη ανάσα.
«Ναι, θα έλθω κατά τις εξήμιση» της απάντησε.

Φύγανε αργά, δύο ωρες μετά την απαγόρευση της κυκλοφορίας και πήγανε με τα πόδια στο σπίτι της, βαδίζοντας αγκαλια και στα σκοτεινά.
Κοντά στην κλινική του Βαγιανού,άλλοτε ψυχιατρική κλινική και έδρα της φοβερής Γερμανικής υπηρεσίας SIPO, πέσανε σε μία Γερμανική περίπολο.

«HALT AUSWΕIS», ταυτότητες τους ζήτησαν.

Έδειξε την δική του που του επέτρεπε κυκλοφορία και στις ωρες απαγόρευσης, αλλά η Μαρίκα ειχε μόνο την παλιά την Ελληνική. Το περίπολο δεν τους δημιούργησε πρόβλημα και τους άφησε να φύγουνε,αλλά ο Ανδρέας της είπε πως πρέπει να βγάλει οπωσδήποτε ΑUSWEIS που ήταν δίγλωσο και στα Γερμανικά γιατί κινδύνευε σε κάποιο έλεγχο να την συλλάβουν και να την πάνε σαν όμηρο στου Παύλου Μελά.

«Κι εκεί τι γίνεται;» ρώτησε η Μαρίκα, έχοντας παντελή άγνοια του κινδύνου.
«Εκεί καλή μου σε πρώτη φάση μπορεί και να μη γίνει τίποτα. Εάν έλθει όμως εντολή από τους Γερμανούς για εκτέλεση 10 ομήρων για αντίποινα,δεν εξετάζουν για ποιο λόγο σε έχουν πιάσει,και γιατί σε έχουν μέσα. Εσύ, εσύ, εσύ κι εσύ σε λένε, σε παίρνουν και σε στήνουν στα 10 μέτρα,στο απόσπασμα.»
«Θα πάω οπωσδήποτε να την βγάλω» είπε η Μαρικα τρομαγμένη.

Αφού φτάσανε στο σπίτι της, την αγκάλιασε ακόμη μια φορά και τα χείλη τους βρεθήκανε ενωμένα σε ένα παράφορο λάγνο φιλί. Το πρώτο ακολούθησε δεύτερο… τρίτο και μετά χωρίσανε.

Γύρισε με τα πόδια στο σπίτι, και κοιμήθηκε μισοζαλισμένος από τα κρασί και από τα φιλιά της.

~~~~~~~~~~~

ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ ΕΡΩΤΑ ΔΙΑΡΚΕΙ ΕΝΑ ΤΕΤΑΡΤΟ ΤΗΣ ΩΡΑΣ

Την άλλη μέρα έκανε τον δρόμο Τσιμισκή-Γαριβάλδη μέχρι το σπίτι της σε 20 λεπτά. Το διαμέρισμα της ήταν στο πρώτο πάτωμα μιας λαικής οικοδομής χτισμένης πρίν τον πόλεμο επι Τετάρτης Αυγούστου και είχε καταφύγιο για τους βομβαρδισμούς, όπως υποχρεωτικά με εντολή του Μεταξά έπρεπε να έχουν όλα τα σπίτια που χτίζονταν τότε.

Μιά εντολή που έσωσε πολύ κόσμο,όταν αρχίσαν οι Ιταλοί τους βομβαρδισμούς με την κήρυξη του πολέμου.

Η Μαρίκα δεν το ήξερε και ξαφνιάσθηκε όταν την ρώτησε από πού κατεβαίνουνε στο υπόγειο αν ακουσθεί η σειρήνα.
«Από εδώ θα είναι» είπε και του έδειξε μια σκάλα που οδηγούσε κάτω, «αλλά δεν με πολυνοιάζει Αντρέα μου» συμπλήρωσε «προσωρινά μένω εδώ, εγώ δεν είμαι για την φτώχεια, θα πάω σίγουρα σε άλλο σπιτι καλύτερο.»

Ηπιανε ένα δυό ποτήρια κονιάκ κι άνοιξαν το Ραδιόφωνο του δωματίου για ν’ ακούσουνε καμμιά μουσική.

Το είχανε πάρει μόλις την προηγούμενη μέρα από την Propa gandastafell, την υπηρεσία Λογοκρισίας εκεί στην Νίκης, που το σφράγισε κι έτσι μπορούσαν να ακούνε μόνο τον Σταθμό του Τσιγκιρίδη που εξέπεμπε από την Θεσσαλονίκη, αλλά δεν ήταν πιά Ελληνικός μόνο Γερμανικός και τίποτα άλλο.

Επαιζε ένα πρόγραμμα με Γερμανικα βάλς που τα χορέψανε αγκαλιά, και ήταν σαν να συνεχίζανε τον χθεσινό χορό στου Δαλαμάγκα.

Αυτή την φορά όμως ήτανε και οι δύο χαλαρωμένοι, και αποφασισμένοι για την συνέχεια, αφου στα δύο μέτρα απόσταση ήταν το κρεβάτι που ονειρεύονταν και οι δύο.

Την είχε στην αγκαλιά του και ήταν κάτι πιο πολύ απο μαγευτικό, αφάνταστα ηδονικό και απίθανα αισθησιακό.

Ξαπλώσανε χωρίς βιασύνη και πριν προλάβει να την απαλλάξει από τα ελαφριά ρούχα που φορούσε τον ξέντυσε αυτή με χαρακτηριστική άνεση και αισθησιασμό.

Η Μαρίκα ήταν μια γυναίκα πολύ έμπειρη ερωτικά, χωρίς προκαταλήψεις και αναστολές, που εννοούσε ό,τι ήθελε και έκανε όλα όσα εννοούσε. Χάθηκε στα φιλιά της, τον ήθελε και αυτή όσο και αυτός, και του δόθηκε με μεγάλη ένταση πάθος και διάρκεια. Ούτε κατάλαβε πως πέρασαν ώρες ολόκληρες και πότε ξημέρωσε.

Μιά ξυλόσομπα μεγάλη και αρχοντική, φερμένη από την Σμύρνη έκαιγε και ζέσταινε την ψηλοτάβανη κάμαρα και μόνο, όταν έσβησε προς το ξημέρωμα, κρύωσε και ξύπνησε αναγκαστικά.

Σηκώθηκε μαζί του και ήπιανε από ένα ρεβυθένιο καφέ, αφού τον πραγματικό καφέ, τον είχαν κατάσχει οι Γερμανοί για δικιά τους ευχαρίστηση.

«Αντρέα μου, αύριο δεν θα σε δώ γιατί θα πάω να μιλήσω για δουλειά στο καπνεργοστάσιο των Αδελφών Χατζηγεωργίου» του είπε στεναχωρεμένη.
«Βγάζουν ένα καινούργιο πακέτο τσιγάρα, το Νο 21, και προσλαμβάνουν εργάτες και εργάτριες. Με στέλνει η μάνα μου να βρω ένα επιστάτη πατριωτάκι από τα μέρη μας και να τον παρακαλέσω να δουλέψω εκεί »

«Καλή επιτυχία μάτια μου», της ευχήθηκε, «να προσέχεις τους ανθρώπους εκεί. Θα βρεθούμε μεθαύριο την ίδια ώρα στο ίδιο μέρος, εντάξει;»

«Εντάξει, σύμφωνοι», του απάντησε, φιληθήκανε κι έφυγε για το γραφείο του ανάλαφρος σαν το βαμβάκι. Κατεβαίνοντας τα σκαλιά της φώναξε: «Πρόσεξε το ρολόι σου, 6 ώρα Γερμανίας όχι Ελλάδας!»

~~~~{}~~~
ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ ΟΛΟΙ Ν΄ΧΩΜΕΝ ΜΙΑ ΚΑΡΔΙΑ- Ρ.ΦΕΡΑΙΟΣ

Στο γραφείο δεν είχαν πολλή ζέστη και το ολονύχτιο ξενύχτι τον έκανε να κρυώνει περισσότερο. Πήγε τρείς φορές στο Εμπορικό Επιμελητήρια για να του υπογράψει ο Πρόεδρος τέσσερις αποφάσεις για δελτία ψωμιού, δελτία τσιγάρων, δελτία φωτιστικού πετρέλαιου, ακόμη και δελτία κουρείου. Οι Σαλονικοί δεν μπορούσαν να πηγαίνουν όποτε ήθελαν στον κουρέα τους, αλλά μόνο μία φορά στον ένα μήνα.

Μόλις γύρισε, ο Στέφανος τον ρώτησε με συμπαθητικό ύφος.
«Μη μου πείς ότι δεν πέρασες καλά, γιατί γελάνε και τ’αυτιά σου.»
«Φίλε πέρασα μέγκλα, και νομίζω ότι αρχίζω και την ερωτεύομαι» του απάντησε και σταματήσαν εκεί γιατί τον φωναξε ο Χερτούρας και δεν ήθελε να περιμένει πολύ όταν ζητούσε κάτι.
«Το απόγευμα έχουμε συνάντηση με την οργάνωση», του είπε ο Στέφανος. «Πού; Στο ίδιο μέρος;»
«Όχι, ποτε δεν βρισκόμαστε πολλές φορες σε ένα μέρος, αλλάζουμε να μη δώσουμε στόχο. Θα βρεθούμε κάτω στην παραλία πίσω από το μέγαρο Κονιόρδου.»

Ξεκίνησε να πάει πρώτα στο σπίτι του, να αλλάξει ρούχα και να τον δεί η μάνα του που τον είχε χαμένο ολη την προηγούμενη μέρα.

«Καλώστηνα την πέρδικα που περπατά λεβέντικα» τον χαιρέτισε η μάνα του χαμογελώντας. «Πεινάς αγόρι μου να σε βάλω να φας;»

Εφαγε με όρεξη ένα πιάτο αρακά που βρέθηκε από τον μανάβη γείτονα, νερόβραστο όμως γιατί είχε τελειώσει και το λάδι.

«Μανούλα πάρε τρία δελτία για ψάρι και ένα δελτίο για ψωμί, αυτό όμως είναι για όλο τον μήνα και θα σου φέρω και άλλα αύριο» της είπε και ένοιωσε ανακουφισμένος που της τα έδωσε, γιατί ήξερε πως δεν υπήρχε τίποτα άλλο για φαγητό στο σπίτι.

Φόρεσε λίγο πιο χοντρά ρούχα γιατί έκανε κρύο, και έφυγε ξανά για το κέντρο.

«Εγώ ξέρω πού πας», του είπε η κυρά Ευδοξία, «πρόσεχε σε παρακαλώ πολύ παιδί μου , γιατί τα μαύρα αυτά σκυλιά σκοτώνουν με το παραμικρό. Δεν θέλω να σε χάσω τώρα που σε βρήκα ξανά.»
«Θα προσέχω, έννοια σου, μάνα, μην ανησυχείς. Τους νικήσαμε παντού, θα τους νικήσουμε κι εδώ που είναι τα σπίτια μας».

Εφτασε σε μισή ώρα κάτω και χώθηκε σε ένα μικρό καφενεδάκι πίσω ακριβώς από του Κονιόρδου. Ο καφετζής ήταν κι αυτός στην ίδια οργάνωση μαζί τους, κλείδωσε την πόρτα, αφού δεν είχε δουλειά, μετά που φύγανε όλοι από τα γραφεία της οικοδομής και ξεκίνησαν να μιλάνε.

«Συγχαρητήρια, Ανδρέα, μας στείλανε για τον Εγγλέζο που έσωσες προχθές, τον προώθησαμε με καΐκι στην Μυτιλήνη, μαζί του είναι και ο Γρηγόρης ο Κουντουρλής, από εκείνα τα μέρη, και θα συνεχίσει προς τα κάτω».

«Πρέπει να κάνουμε την παρουσία μας στην πόλη αισθητή», συνέχισε ο Βαγγέλης, «πρέπει να αναθαρρήσει ο κόσμος ξανά.»

«Το μήνυμα μας, το μήνυμα της Αντίστασης πρέπει να πάει παντού, στα μικρομάγαζα της αγοράς, στα εργοστάσια που τωρα τα δουλεύουν οι Γερμανοί, στα σχολεία, στους ανάπηρους της Αλβανίας, στις νοικοκυρές, στα γραφεία και στις υπηρεσίες παντού». Ανοιξε μία μαθητική τσάντα και έβγαλε, ένα πάκο χαρτιά. «Έχω εδώ ένα πακέτο προκηρύξεις που με την υπογραφή της ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ καλούμε όλες τις πατριωτικές δυνάμεις σε συγκρότηση Εθνικού μετώπου για πανεθνική πάλη απέναντι στους κατακτητές. Σας διαβάζω το τέλος για να μην αργούμε και μετά θα τις μοιράσουμε σε όλους.» Και διάβασε: «Πατριώτες όλοι στον αγώνα. Μη δίνετε ούτε στιγμή ανάπαυσης στους εισβολείς. Χτυπάτε αλύπητα ξένους και ντόπιους φασίστες. Η νίκη είναι δική μας.»

Έπεσε σιωπή στο μικρό δωματιάκι.
«Να λοιπόν που θα μάθαινε όλος ο κόσμος» σκέφθηκε ο Αντρέας, «πως η πατρίδα δεν σκλαβώθηκε όλη, ότι τα παιδιά της παλεύουν και τώρα, όπως και τότε στον καιρό του ΟΧΙ.»

«Μήπως είναι λίγες οι προκηρύξεις;» ρώτησε ο Στέφανος.
«Όχι Στέφανε, βγάλαμε 7.000 κομάτια σε πολύγραφο. Θα μοιραστούν ίσα και στις άλλες ομάδες της ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ», του απάντησε ο Βαγγέλης και τις μοίρασε στα τέσσερα και για τον Ηλία και το Σωκράτη.

«Εμείς», είπε ο Ηλίας, «πετάξαμε προκηρύξεις χειρόγραφες, που τις γράψαμε στα Γερμανικά, στην πλατεία με τα αρχαία, κάτω από τον Αγιο Δημήτριο, σε μία Γερμανική μονάδα επισκευών μηχανών και αυτοκινήτων. Πήγαμε βραδάκι που ειχε σκοτεινιά για να μη μας δει κανένας σκοπός και προτιμήσαμε την Ολύμπου, γιατί από την Μακεδονικής Αμύνης είχε σκοπό τον αστυφύλακα του Αστυνομικού Τμήματος εκεί.»

Οση ώρα μιλούσαν ακούγονταν κλασική μουσική Γερμανών συνθετών από τα μόνιμα μεγάφωνα που είχαν στήσει οι Ναζί παντού σ’ όλη την πόλη, σε όλο το μήκος της παραλίας, στην πλατεία Αριστοτέλους, στην ΧΑΝ και στον Βαρδάρι , για να ψυχαγωγούν τους σκλάβους.

Δεν ψυχαγωγούσαν μόνο βέβαια τον κόσμο αλλά και τον ενημέρωναν κατάλληλα. Σε μια στιγμή λίγο πρίν φύγουνε ακούστηκε δυνατά, σχεδόν δίπλα τους, μία φωνή μεγαφώνου από τον Χάρο, έτσι λέγανε ένα μεγάλο μαύρο αυτοκίνητο που περνούσε κάθε μέρα από την πλατεία Σιδηροδρομικού Σταθμού, την Φράγκων και την Αγ.Σοφίας, την Ερμού και την Εγνατία, την Αγίας Τριάδος και την Μαρτίου στις ίδιες ώρες πάντα και έλεγε για τις νίκες τους σε όλα τα μέτωπα, τις ώρες κυκλοφορίας, τις νέες απαγορεύσεις και τελείωναν με τα φοβερά εκείνα ανακοινωθέντα για τις εκτελέσεις της ημέρας.

«Σήμερον την πρωίαν έλαβον χώρα οι εκτελέσεις δια του φεκισμού 101 ομήρων από το στρατόπεδον του Παύλου Μελά εις αντίποινα δια την ανατίναξιν της σιδηροδρομικής γραμμής Θεσσαλονίκης-Αθηνών υπο αναρχικών στοιχείων. Ο στρατιωτικός Διοκητής Θεσσαλονίκης -Αιγαίου »

Με σφιγμένη την καρδιά,γεμάτη μίσος για τους Ναζί και με την απόφαση να εκδικηθούν με όλες τους τις δυνάμεις,έφυγαν από την συνάντηση κρατώντας ο κάθε ένας τους τις προκηρύξεις που τους μοίρασε ο Βαγγέλης.

~~~~~~~~~~~~~~~

Η ΣΥΓΚΑΤΟΙΚΗΣΗ

Η Μαρίκα επέμεινε πιεστικά να μείνουν μαζί,να συγκατοικήσουν.
«Αγάπη μου», του έλεγε, «θα με κακολογούν όλοι και θα έχουν δίκαιο, όταν βλεπόμαστε στο σπίτι της μάνας μου, που μου μουρμουρίζει συνεχώς. Να νοικιάσουμε ένα σπίτι δικό μας για να είμαστε μαζί συνέχεια.»

Δεν ήταν εύκολο, γιατί σπίτια ελεύθερα δεν υπήρχαν διόλου και όποια βρίσκονταν τοποθετούσαν εκεί, από την Επιτροπή Στεγάσεως, πρόσφυγες που έρχονταν από παντού και από όλες τις περιοχές της Ανατολικής Μακεδονίας που οι Βούλγαροι φασίστες ελέω Γερμανών, είχαν αποφασίσει να εξολοθρεύσουν κάθε Ελληνα και έτσι είχαν εξαπολύσει πραγματικό διωγμό πογκρόμ εναντίον τους.

Η Θεσσαλονίκη είχε γεμίσει με πρόσφυγες, που καταφθάνανε με ό,τι μέσο έβρισκαν. Ακόμη και με τα πόδια. Ο κόσμος που είχε έλθει για να βρεί δουλειά, στέγη και τροφή ανάμεσα σε ήδη πεινασμένους έφθανε τις 140.000 ανθρώπους. Ατέλειωτες ουρές περίμεναν με ένα κονσερβοκούτι στο χέρι για ένα ζεστό νεροζούμι, έξω από τις εκκλησίες. Μαυροφορεμένα ορφανά κάθονταν δίπλα από τα δικά μας παιδιά, στα ίδια με αυτά θρανία και έκλαιγαν γοερά. Τ’ αγκαλιάζανε, τα δικά μας, τα κάνανε φίλους και ύστερα κλαίγανε μαζί τους. Οι πρόσφυγες είχαν πάει παντού, μέχρι και στην Χαλκιδική, όπου κάθε σπίτι φιλοξενούσε και ένα από την Θάσο, από την Καβάλα, από την Δράμα.

Η Μαρίκα επέμενε για το σπίτι λέγοντας ότι έχει τον τρόπο. Δούλευε στο εργοστάσιο του Χατζηγεωργίου ενάμιση μήνα περίπου, όταν μία μέρα γύρισε χαρούμενη να του πεί ότι όλα εντάξει, λύθηκε το πρόβλημα του σπιτιού. Είχε γνωρίσει έναν αξιωματικό του παλιού Ελληνικού Στρατού, όταν πήγε μια μεγάλη παραγγελία τσιγάρα Νο 21 του εργοστασίου σε ένα κτήριο με στρατιώτες εκεί κοντά στο Πυροσβεστείο πίσω από την Αγ. Σοφία.

«Τον παρεκάλεσα, Αντρέα μου, να μας βοηθήσει για το σπίτι και αυτός μου υποχέθηκε πως θα με έβρισκε κάτι, αφού ερχόμουν από τον Χατζηγεωργίου», του είπε και τον πλησίασε πολύ κοντά για να κάμψει τυχόν αντιρρήσεις του.

Μαζί της ειχε και μία εφημερίδα «Νέα Ευρώπη» που της την έδωσε ο Μυρώνης, έτσι λέγανε αυτήν την νέα γνωριμία, για να την διαβάσει.

Ο Αντρέας μόλις την είδε, τραβήχτηκε πίσω γιατί κατάλαβε αμέσως τι ήταν αυτός ο Μυρώνης και ποιό ρόλο έπαιζε, γιατί τους είχε μιλήσει σχετικά στην οργάνωση και ο Βαγγέλης.

«Ακουσε Μαρίκα», της είπε φανερά εκνευρισμένος, «οι άνθρωποι αυτοί, είναι φίλοι των Γερμανών, οι Γερμανοί είναι εχθροί και κατακτητές μας και αυτοί προδίνουν την πατρίδα μας. Δεν θέλω, ούτε να ξαναπάς ποτέ εκεί που πήγες, αλλά και ούτε να έχεις παρτίδες μαζί του».

«Εμένα δεν με ενδιαφέρουν αυτά που λές και ούτε αντιπαθώ τους Γερμανούς», απάντησε. «Αντίθετα πιστεύω πως ήλθαν για καλό εδώ, το λέει εξάλλου και ο Ελληνας Πρωθυπουργός, και ξέρεις τελικά αυτοί θα κερδίσουν τον πόλεμο, όχι οι Αγγλοι. Οποιος είναι έξυπνος και πάει από τώρα μαζί τους θα είναι τυχερός και κερδισμένος.»

Ακούγοντας την έτσι να μιλάει έσβησε αμέσως κάθε ίχνος αγάπης που είχε αρχίσει να φυτρώνει μέσα του και πληγώθηκε πολύ βαθειά γιατί δεν περίμενε μια τοσο ξεκάθαρη φιλογερμανική και αντιπατριωτική στάση από αυτήν, την ίδια ώρα που ο κόσμος είχε αρχίσει να πεινάει και οι φυλακίσεις των πατριωτών στου Παύλου Μελά ήταν κάθε μέρα δεκάδες και εκατοντάδες.

Υποχώρησε όμως πιστεύοντας πως θα της άλλαζε ίσως την γνώμη δείχνοντας την με αποδείξεις, όσα έλεγε.

Ένα έντονο συναίσθημα απογοήτευσης άρχισε να τον βασανίζει και μέσα του παλεύανε τα πιο αντίθετα πράγματα. Ήταν ερωτευμένος μαζί της, του άρεσε το πρόσωπο της, εκείνα τα προκλητικά της στήθια, το καυτό σώμα και όλο αυτό που ζούσε μαζί της. Τα κόκκινα μαλιά της του θύμιζαν την Εστέρ που δεν μπορούσε να την βγάλει από την σκέψη του.

Όμως όλα όσα έλεγε και πίστευε για τους Γερμανούς που τους θεωρούσε καλούς και φίλους, δεν μπορούσε να τα δεχτεί και ήθελε να την έπειθε, πως κάνει λάθος αλλά το έβλεπε πως δεν γίνονταν τίποτα. Ηξερε πως δεν μπορούσανε να ηταν μαζί, αν και το ήθελε σαν κολασμένος.

Την άλλη μέρα, μόλις σχόλασε πήρε τα τράμ να πάει προς το σπίτι της. Οι Γερμανοί είχαν καθιερώσει από την πρώτη κιόλας μέρα που πάτησαν στην πόλη διακρίσεις στις συγκοινωνίες, σε βάρος των Ελλήνων και υπέρ τους. Ενας γεράκος όχι πάνω από 50, ταλαιπωρημένος και ντυμένος με κάτι κουρέλια που παλιά θα ήταν ρούχα, αφηρημένος ανέβηκε και έκατσε σε μία από τις μπροστικές θέσεις των βαγονιών του Τράμ που ηταν αποκλειστικά όμως για τους στρατιώτες της Βέρμαχτ.

Το τι ακολούθησε μόλις τον αντιλήφθηκαν δύο πεταλάδες της Felde gendarmerie [Φέλντ-Τζενταρμερί] της στρατιωτικής δηλαδή χωροφυλακής των Γερμανών συντάραξε όλους τους επιβάτες που παρακολούθησαν έντρομοι την σκηνή, με τους Ναζί, που αφου πέταξαν τον παραβάτη στο ξύλινο πάτωμα, τον κλωτσούσαν ώσπου μάτωσε παντού, αδιαφορώντας για τις κραυγές πόνου και τα παρακάλια του να τον αφήσουν. Τον πέταξαν έξω στον δρόμο μόλις σταμάτησε το Τράμ, σαν δέμα με άχυρα μέσα. Ο Αντρέας κατέβηκε σχεδόν δύο στάσεις πρίν την δική του, μη μπορώντας να αντέξει άλλο να βλέπει τα κτήνη με τις μαύρες στολές.

Η Μαρίκα του ανήγγειλε το «μεγάλο νέο». Της είχαν βρεί σπίτι ενός Εβραίου στην Π.Π.Γερμανού, στο κέντρο της πόλης και σε απόσταση 10 λεπτών από την υπηρεσία του, αλλά και από το πατρικό του.

«Μαρίκα, πώς βρέθηκε αυτό το σπίτι;» ρώτησε σίγουρος για την απάντηση. «Ο κύριος Μυρώνης μας το βρήκε αγάπη μου», του απάντησε. «Εργάζεται στην ΥΔΙΠ, στην Υπηρεσία Διαχείρισης Ισραηλιτικών Περουσιών, που ασχολείται με τα άδεια σπίτια, όσων Εβραίων φεύγουν στο εξωτερικό.»

«Ξέρω, ξέρω» της απάντησε ο Αντρέας κι έπεσε να ξαπλώσει γιατί αισθανότανε φοβερά κουρασμένος όσο και αηδιασμένος από όλα όσα γίνονταν μπροστά στα μάτια του. Θα μετακομίζανε την άλλη μέρα. Δεν ήταν σίγουρος αν ήθελε, δεν ηταν βέβαιος εάν δεν ήθελε.

~~~~~~~~~

ΥΠΑΡΧΕΙ ΜΙΑ ΜΟΝΟ ΕΥΤΥΧΙΑ Σ΄ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΖΩΗ ΝΑ ΑΓΑΠΑΣ ΚΑΙ Ν΄ΑΓΑΠΙΕΣΑΙ

Παλαιών Πατρών Γερμανού 4 ήταν το σπίτι που ειχαν βρεί για την Μαρίκα, αλλά και γι’ αυτόν οι αξιότιμοι φίλοι του κυρίου Μυρώνη που δούλευαν στην ΥΔΙΠ, διευκολύνοντας να αλλάζουν χέρια οι περιουσίες των Εβραίων της πόλης, αφου δεν τις χρειάζονταν έτσι κι αλλοιώς εκεί στην Πολωνία που πήγαιναν.

Ηταν μια γειτονιά δίπλα στην Τσιμισκή, το κέντρο της πόλης, και κάθονταν πιά εκεί στα μεγάλα αστικά μέγαρα, όπως λέγανε τότε τις πολυκατοικίες, μπόλικοι Γερμανοί αξιωματικοί, που μεθούσαν τα βράδυα στα διάφορα καμπαρέ και καζίνο που είχαν φτιάξει μαυραγορίτες με τις ευλογίες τους, για να παγιδεύουν τον κοσμάκη αντλώντας πληροφορίες.

Κοντά τους ήταν το καζίνο του διαβόητου Περί Νικολάι, το πραγματικό του όνομα ήταν Περικλής Νικολαίδης, παλιός ποδοσφοριστής του Ηρακλή και συνεργάτης των Γερμανών, έστελνε δύο φορές την βδομάδα ένα Γερμανό με αεροπλάνο στην Αθήνα, αγόραζε λίρες από εκεί και τις μεταπωλούσε στην πλατεία Χρηματιστηρίου βγάζοντας τεράστια κέρδη.

Ακριβώς απέναντι τους στο Νο 1, καθόταν ένας Γερμανός αξιωματικός, που όταν έχανε στο Καζίνο, πυροβολούσε τις γάτες στο πίσω άνοιγμα των πολυκατοικιών,έτσι για να του φύγει ο θυμός απ’ τη χασούρα, ασκούμενος παράλληλα και στην σκοποβολή.

Μία βδομάδα συγκατοίκησης είχε περάσει με την Μαρίκα και προσπαθούσε να καταλάβει τι θα γινόταν τελικά, τι θα έκανε με την σχέση τους και πώς θα αντιδρούσε σε όσα έβλεπε και δεν του άρεζαν.

Η Μαρίκα είχε αλλάξει εντελώς.

Ειχε φύγει από το καπνεργοστάσιο και δούλευε σαν τηλεφωνήτρια στην ΠΟΕΤ, Πανελλήνια Οργάνωση Εθνικιστικών Ταγμάτων, όπου είχε βρεί και τον θείο της, τον καπετάνιο Πέτρο, με υψηλή θέση στην ιεραρχία εκεί.

Δεν άργησε πολύ και μία ημέρα του πρότεινε να πάει κι εκείνος μαζί της στην δουλειά της και να παντρευτούν το συντομότερο δυνατό, αφού έτσι έπρεπε σύμφωνα με την νέα της θέση και την δική του δουλειά σε ανάλογη κρατική υπηρεσία. Ανατρίχιασε μόλις το άκουσε, αυτός ένας πατριώτης, που δούλευε ήδη για την Αντίσταση να δουλέψει για τους δωσίλογους. Δεν της είπε βέβαια τίποτα σχετικό για να μη κινδυνεψουν και οι υπόλοιποι, αλλά αρνήθηκε τον γάμο κατηγορηματικά.

«Μαρίκα μου, αυτά δεν γίνονται γιατί έτσι πρέπει», της απάντησε, «αλλά γιατί δυο άνθρωποι αγαπιούνται και θέλουν να είναι για πάντα μαζί.»

«Εσύ μ΄ αγαπάς;» την ρώτησε ξαφνιάζοντας την.
Κοντοστάθηκε και του απάντησε: «Δεν σου φτάνει το κρεβάτι μου; Ξέρεις πόσοι παρακαλάνε για να το έχουν;»

Σταμάτησε να μιλάει, και έφυγε από το σπίτι για να ηρεμήσει.

Κατέβηκε μία βόλτα μέχρι την ξύλινη εξέδρα του Λευκού Πύργου που κάνανε ως συνήθως βόλτα οι Σαλονικοί, αλλά και οι κατακτητές με τις θορυβώδεις μπότες τους, που ηχούσαν απαίσια στην γη που πατούσαν. Ειχαν πάει εκεί δύο υδροπλάνα δικά τους και ο κόσμος συνωστίζονταν για να τα δεί, αφου δεν είχαν ποτέ τους ξαναντικρύσει κάτι παρόμοιο.

Και τότε την είδε.
Χριστέ μου, ήταν η Εστέρ!!!

Τα κόκκινα μαλλιά της ξεχώριζαν μέσα σε όλα τα άλλα κεφάλια και νόμιζε πως θα φώναζε από την χαρά του.

Δίχως να σκεφθεί τίποτα διέσχισε με ορμή, όλο τον μαζεμένο κόσμο, πήγε πλάι της, της έπιασε το χέρι και της μίλησε με ανείπωτη ταραχή.

«Εστέρ, καλή μου, εγώ είμαι ο Αντρέας, με γνώρισες;»
«Θα μπορούσα ποτέ να σε ξεχάσω;» του απάντησε και ένα δάκρυ κύλησε από τα μάτια της. «Το έμαθα Αντρέα μου, ότι γύρισες και σε γύρεψα δύο φορές στό σπίτι σου, αλλά η μάνα σου με έδιωξε λέγοντας μου ότι δεν είμαι εγώ για εσένα.»

«Αγάπη μου, λατρεία μου, φώς μου, καρδιά μου», της απάντησε έχοντας την βάλει ολόκληρη μέσα στην αγκαλιά του, «μου είπαν ψέμματα πως παντρεύτηκες και έχασα κάθε ελπίδα.»

«Ψυχή μου όμορφη» της είπε με δάκρυα στα μάτια. «Σήμερα ξαναγεννήθηκα, σήμερα είναι η ωραιότερη μέρα της ζωής μου, η μέρα που ξαναβρήκα την αγάπη μου, δεν θα σε ξαναχάσω ποτέ, στο ορκίζομαι.» «Αντρέα μου, είμαι Εβραία και οι Γερμανοί αρχίσαν να μας κυνηγάνε, για να μη μπορούμε να ζήσουμε, οι γονείς μου πέθαναν και οι δύο και εγώ μένω μόνη μου στο παλιό μας σπίτι.»

Της απάντησε αμέσως χαιδεύοντας τα υπέροχα μαλλιά της και τα πανέμορφα κρινοδάχτυλα της.

«Μην στεναχωριέσαι, μάτια μου γλυκά, γλυκειά μου αγάπη, από σήμερα θα είμαι εγώ για εσένα το στήριγμα και το περπάτημα σου. Θα σου φέρνω εγώ κουπόνια σίτησης και θα ψάξω να σου βρώ δουλειά. Η αγάπη μας είναι πιο δυνατή από όλες τις δυσκολίες.»

Μιλούσανε αγκαλιασμένοι σε ένα παγκάκι στον Πύργο ίσως και δύο ώρες. Σηκώθηκαν να φύγουν γιατί πλησίαζε η ώρα της απαγόρευσης και την πήγε αγκαλιά στο σπίτι της, λέγοντας την πως θα περνούσε το επόμενο μεσημέρι μετά την υπηρεσία του.

Δεν πήγε να κοιμηθεί στης Μαρίκας, αλλα προτίμησε να πάει στης μάνας του. Ενα χάσμα που είχε ανοίξει όλο το προηγούμενο διάστημα για την Μαρίκα εκείνη τη μέρα στερεώθηκε στα θεμέλια της αγάπης για την Εστέρ που την ξαναβρήκε τόσο απίστευτα.

Την άλλη μέρα πήγε στο γραφείο του πολύ νωρίς για να αποφύγει κάθε συζήτηση με την μητέρα του που θα την έκανε, αλλά σε άλλη στιγμή. Το μεσημέρι έφυγε πιο νωρίς γιά να πάει σε κάποιο γραφείο στην Κολόμβου.

Πρίν από την Κατοχή εκεί επάνω σε φουφούδες με κάρβουνα πουλούσαν σουβλάκια, γύρο και τας κεμπάμπ που γέμιζαν με την μυρωδιά τους την Εγνατία. Πλέον στις ίδιες ακριβώς φουφούδες με σχάρες σιγοψήναν ξυλοκέρατα πού τα γυρνούσαν μάλιστα ιεροτελετιστικά με την τσιμπίδα σαν να ήταν τα καλύτερα λουκάνικα.

Γύρω τριγύρω λεφούσια από παπατζήδες και θαυματοποιούς ειχαν κατακλύσει την περιοχή κάνοντας επιδείξεις δημόσια, με απόλυτη άνεση μπροστά σε πλήθη αθώων επαρχιωτών, αλλά και προσφύγων.

«Το μπαλάκι μέσα στο κουτάκι», έδινε κι έπαιρνε. Οι Γερμανοί κάνανε χάζι, οικτήροντας τον καθυστερημένο Ελληνα, που αυτοί με την πείνα που είχαν απλώσει τον φέραν από όλη την χώρα. Οι θαυματοποιοί λέγανε και διάφορες δήθεν αντιστασιακές αισχρολογίες, μπροστά τους, όπως ένας ξανθός που μετρούσε για να βαλει με την μαγική ράβδο του το μπαλάκι μέσα στο κουτάκι και μετρούσε Γερμανικά κι ειρωνικά. Το sieben, το επτά, το έλεγε με γρηγοράδα «σε μπαίν΄» και το acht, το οχτώ πάλι γρήγορα «άχ».

Ο κόσμος ξεσπούσε σε χοντρά χάχανα και του έριχνε πρόθυμα λεφτά. Τους είδε περνώντας και τράβηξε προς την Π.Π. Γερμανού για να εξηγηθεί με την Μαρίκα και να της ανακοινώσει την απόφαση του να φύγει από το σπίτι και να χωρίσουν.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Η ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΚΑΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ

Ανέβηκε τα σκαλιά,αποφασισμένος για όσα έπρεπε να γίνουν, άνοιξε με το κλειδί την πόρτα και έμεινε αποσβολωμένος εκεί, στην είσοδο του διαμερίσματος, με όσα αντίκρυσε.

Η Μαρίκα ήταν μισόγδυτη, στην αγκαλιά του Μυρώνη και δεν τον κατάλαβε κάν, ότι μπήκε, αφου ήταν ήδη μεθυσμένη. Ο θυμός, η πίκρα και η αηδία τον πλημύρισαν και ετοιμάσθηκε να την χτυπήσει, αλλά συγκρατήθηκε.

Παρόλο που η απόφαση του ήταν να την χωρίσει, εντούτοις δεν ήταν προετοιμασμένος για κάτι τέτοιο που προέκυψε και ο προδομένος αντρικός ερωτισμός του τον χτύπησε δυνατά. Απιστία ναι, αλλά διπλά σκληρή, με εχθρό της πατρίδας!

Ο Μυρώνης σηκώθηκε και άρχισε να ντύνεται, αλλά τον σταμάτησε η Μαρίκα, αφου είπε στον Αντρέα λές και δεν συνέβαινε τίποτα.

«Ελα αγάπη μου στο κρεβάτι και εσύ, τρείς είναι πάντα καλύτερα από δύο.»

«Είσαι αισχρή. Πόρνη στη ψυχή, στο σώμα και στις ιδέες και δεν θέλω να σε ξαναδώ ποτέ στην ζωή μου» της απάντησε ο Αντρέας. «Τέλος, κάνε ό,τι θέλεις, εγώ φεύγω αυτή την στιγμή.»
Και άνοιξε μια μικρή ξύλινη βαλιτσούλα για να βάλει μέσα τα προσω πικά του είδη.

Η μεταμόρφωση της Μαρίκας ήταν άμεση και απαίσια.
«Δεν θα πάς πουθενά» του φώναξε, και όρμηξε επάνω του προσπαθώντας να τον χτυπήσει με ό,τι είχε μπροστά της. «Εμένα δεν μ’ άφησε ποτέ κανένας, θα με παντρευτείς και θα γίνει όπως το θέλω εγώ.»

Προσπάθησε να την πετάξει από πάνω του, αφού του είχε ματώσει το πρόσωπο και τον ανάγκασε να την κτυπήσει και αυτός. Εκείνη την στιγμή μπήκε ο Μυρώνης στην μέση κρατώντας ένα πιστόλι.

«Άφησε τον Μαρίκα, θα λογαριαστούμε άλλη φορά με τον φίλο σου», της είπε και την τράβηξε στο πλάι.

«Θα μου το πληρώσεις αυτό πολύ ακριβά», ούρλιαζε η Μαρίκα, «ξέρω πού είναι το σπίτι σου, ξέρω πού δουλεύεις, ξέρω τα πάντα για σένα, δεν θα αναπνεύσεις μία μέρα ήσυχος.»

Οι τσιρίδες της ακούγονταν μέχρι κάτω την είσοδο του μεγάρου και έσβυσαν μόνο όταν απομακρύνθηκε αρκετά.

Εφυγε σχεδόν πετώντας, ανάλαφρος από κάθε τι που τον βάραινε τις τελευταίες εβδομάδες, νομίζοντας ότι ξαναβρήκε το αληθινό νόημα της ζωής στις δύσκολες στιγμές που περνούσαν όλοι.

Το βράδυ χτύπησε την πόρτα της Εστέρ και της ζήτησε βοήθεια.

«Αγάπη μου», της είπε, «πρέπει να σου εξηγήσω κάποια πράγματα». Της είπε όλη την ιστορία με την Μαρίκα, αλλά και την απόφαση του να μπεί στην Αντίσταση εναντίον των Ναζί. «Πρέπει να μην κοιμάμαι προσωρινά στο σπίτι μου γιατί υπάρχει κίνδυνος να βάλει να με συλλάβουν.»

Η Εστέρ δίχως καμμία αντίρηση του έστρωσε να κοιμηθεί, αφού προηγουμένως μοιράστηκαν για φαγητό ένα πιάτο με πληγούρι που είχε μείνει. Την άλλη μέρα πήγε στην υπηρεσία του με αρκετό φόβο, αλλά όταν το συζήτησε με τον Στέφανο αυτός τον καθησύχασε λέγοντας του:
«Εδώ, Αντρέα μου, είμαστε υπηρεσία που δουλεύει και για τα Γερμανικά συμφέροντα και δεν κινδυνεύεις.»

Ειχε δίκαιο και έτσι ησύχασε, κοιμόταν πάντα όμως στης Εστέρ αφού διαμήνυσε με τον Στέφανο στην μάνα του πως είναι καλά και να μην ανησυχεί που δεν τον βλέπει.

Η κατάσταση στην πόλη δυσκόλευε καθημερινά και υπήρχε μεγάλη έλλειψη εργατικών χεριών για τις υπηρεσίες των Ναζί.

Οι Γερμανοί μέχρι ένα διάστημα είχαν επιστρατεύσει με ατομικές προσκλήσεις τεχνίτες και ειδικευμένους εργάτες, υπαξιωματικούς του πεζικού, του πυροβολικού, του μηχανικού και της αεροπορίας για ενίχυση της Χωροφυλακής. Τους λιμενεργάτες και τις κλάσεις ΄38-΄39 και ΄40 τους βάλανε να φυλάνε τις γραμμές του τραίνου, ενώ τους μεγαλύτερους στην παθητική αεράμυνα.

Τους αξιωματικούς όλων των όπλων, αφού τους έδωσαν Γερμανική ταυτότητα -όπως είχαν δώσει και σ΄αυτόν- τους έκαναν επιστάτες των Εβραίων στα Γερμανικά εργοτάξια, αλλά ολοι οι άλλοι είχαν υποχρέωση να δίνουν παρόν στην αστυνομία, κάθε 1η και 15η του μήνα. Ο Αντρέας δεν πήγε επιστάτης, αφού ήδη δούλευε σε υπηρεσία, αλλά έπρεπε να δίνει δύο φορές παρόν στην Αστυνομία. Ηταν το τσεκάρισμα της Γκεστάπο για να δεί ποιοί έφευγαν στο βουνό.

Η μοιραία στιγμή που τον συνέλαβαν οι Γερμανοί ήταν όταν σε ένα έλεγχο-μπλόκο που έκαναν μαζί με τα Τάγματα εκεί στην πλατεία με τα αρχαία κάτω από τον Αγ.Δημήτριο, βρήκαν δύο ημερομηνίες, δίχως σφραγίδα της Αστυνομίας. Η πρώτη ήταν όταν αρρώστησε 3 μέρες και η δεύτερη όταν ανέβηκε για δουλειά της Αντίστασης επάνω στον Χορτιάτη και γύρισε μετά 4 μερες.

Τον μετέφεραν στην Κομαντατούρα στην πλατεία Ελευθερίας, και από εκεί ήλθαν να τον πάρουν την άλλη μέρα δύο άντρες της ΠΕΟΕΤ που ρωτήθηκε από τους Γερμανούς αν τον ήξεραν.

Όταν τον πήγαν στην έδρα των Εθνικιστών τον αναγνώρισε αμέσως ο Μυρώνης, ειδοποίησε την Μαρίκα και ακολούθησαν ο γάμος και όλα όσα έγιναν κάτω από την απειλή των όπλων.

Αυτά τριγύριζαν στο μυαλό του και ήταν υποχρεωμένος μετά τον γάμο να ζεί με την Μαρίκα, αλλοιώς κινδύνευε όχι μόνο αυτός, αλλά και η Εστερ και η οργάνωση που ανήκε.

~~~~~~~~~~~~~~~~

Η ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ-ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ

Πέρασαν αρκετές εφιαλτικές εβδομάδες, έως ότου μετά τις νίκες των Σοβιετικών στο Στάλιγκραντ ξεκίνησε η προέλαση του κόκκινου στρατού που θα έφτανε ως το Βερολίνο.

Οι Γερμανοί άρχισαν να τα μαζεύουν για να φύγουν και εξαπέλυσαν για αντιπερισπασμό όλες τις οργανώσεις των Ταγμάτων Ασφαλείας εναντίον της Αντίστασης για να κινούνται αυτοί έτσι ανενόχλητα.

Η ΠΟΕΤ είχε διαλυθεί, μετά από κατηγορίες εναντίον του Βήχου που τον φυλακίσανε, αλλά την θέση του την πήρε ο Δάγκουλας. Κάποια μέρα ,εκεί στην οδό Αθηνών, κοντά στο Ρωσικό Μαιευτήριο, όπως γυρνούσε στο γραφείο του με ένα υπηρεσιακό αυτοκίνητο,πετάχτηκαν στον δρόμο δύο ένοπλοι, τον σταμάτησαν και του είπαν ότι κατάσχεται .Ηταν ο διαβόητος Δάγκουλας σωφέρ από τα Γρεβενά,επικεφαλής Τάγματος αλητών,ο οποίος έκανε έρευνες, συνελάμβανε πατριώτες και σκότωνε αδίστακτα όσους ήταν στο ΕΑΜ και στην ΕΠΟΝ.

«Το αυτοκίνητο είναι υπηρεσιακό» είπε στον επικεφαλής τους ένα μούτρο στυγερό με όπλο στον ώμο και στην ζώνη « ανήκει στην ΓΔΕΜ», έδειξε τα χαρτιά του και τον άφησαν. Σε λίγες μέρες οι ίδιοι αυτοί αδίστακτοι φονιάδες,σκότωσαν σε επιδρομή στην Καλαμαριά 11 κατοίκους, μετά εκτέλεσαν 101 πατριώτες στην στροφή του παλιού δρόμου για το Κιλκίς και το αίμα κυλούσε μέσα στην πόλη που έβλεπε νεκρούς κάθε πρωί στους δρόμους της.

Οι Γερμανοί είχαν φέρει στην πόλη και Τάταρους αυτόμολους από τον Ρωσικό στρατό που κάνανε περιπολίες και ελέγχους στην πόλη για να βρούν τους «κομμουνισταλάρ».

Ενα απόγευμα όπως πήγαινε στο σπίτι της Εστέρ,τον σταμάτησαν λίγο πιο πέρα από το Διοικητήριο για έλεγχο. Ακούστηκε μία λαρυγκώδης φωνή «Αλτ, Μπουρντά Ομπάρ Γκεσταπό, χέρια έξω τσέπες ,απαγκορεύεται ντύο-ντύο». Ομπάρ στα Τουρκικά είναι η Αραβησός, όπου ήταν η έδρα τους. Τα χέρια ζητούσαν να ήταν έξω από τις τσέπες γιατί εκεί είχε πιστόλια, και η ΟΠΛΑ, η Οργάνωση Προστασίας Λαικών Αγωνιστών τα χρησιμοποιούσε όταν χρειάζονταν.

Ο Αντρέας ήταν οπλισμένος, σήκωσε όμως τα χέρια του και τους έδειξε τα χαρτιά του: Εργαζόμενος, έγραφαν, σε Υπηρεσία Γερμανικών Συμφερόντων. Καλού κακού τους έδωσε και 3 δελτία ψωμιού και τον άφησαν. Ηταν μαζί με τους Δαγκουλαίους οι πιο επικίνδυνοι, τώρα που γλυκοχάραζε το φως της Λευτεριάς.

Στις 28 Οκτωβρίου 1944, μετά και την μεγάλη συγκέντρωση για τον γιορτασμό του ΟΧΙ μέσα στους κεντρικούς δρόμους της Θεσσαλονίκης, ο Εφεδρικός Ε.Λ.Α.Σ που είχε αποκρούσει προηγουμένως με επιτυχία έφοδο των ταγμάτων στην Νεάπολη είχε απελευθερώσει όλη την Άνω Πόλη.

Ακούγονταν πιστολιές από ψηλά, και τα χωνιά του ΕΑΜ που ενημέρωναν τους Θεσσαλονικείς για το τέλος της σκλαβιάς. Στις 30 Οκτώβρη 1944 ο Ε.Λ.Α.Σ. απελευθέρωσε όλη την Θεσσαλονίκη σώζοντας την από τις ανατινάξεις των Γερμανών, που είχαν προετοιμάσει, υπονομεύοντας όλα τα ζωτικά σημεία της πόλης με εκρηκτικά.

Στις 2 Νοέμβρη ο Αντρέας αγκαλιά με την Εσθήρ, που είχε γλυτώσει από τον θάνατο 50.000 Εβραίων, χάρη στην αγάπη και την προστασία του Αντρέα, πήραν μέρος στην δοξολογία για την Απελευθέρωση και το Μνημόσυνο των νεκρών, που έγινε στην Πλατεία Αγ.Σοφίας, από τον Μητροπολίτη Γεννάδιο και τον επίσκοπο των ανταρτών Ιωακείμ Κοζάνης.

Μιλιούνια λαού είχαν πλημμυρίσει την πλατεία,την Ερμού την Αγ.Σοφίας, την Εγνατία ως επάνω ψηλά την πλατεία Αρχαίας Ρωμαικής Αγοράς με σημαίες με λάβαρα, με πανώ και συνθήματα υπέρ όλων των Συμμάχων.

Ακόμη παρήλασαν στην Ι.Δραγούμη μία ομάδα αυτόμολων Γερμανών αντιφασιστών της οργάνωσης «Ελεύθερη Γερμανία». Φορούσαν όλοι κόκκινα κασκόλ φτιαγμένα από Γερμανικά αλεξίπτωτα και χαιρετούσαν με την γροθιά αριστερά ψηλά, ενώ ο κόσμος εντυπωσιασμένος τους χειροκροτούσε ζωηρά.

Μετά ακολούθησε η μεγάλη παρέλαση της Λευτεριάς στην Λ.Νίκης, μπροστά στους επίσημους στην εξέδρα λίγο πιο εδώ από τον Λ.Πύργο, μπροστά στον Γεννάδιο, τον Ιωακείμ Κοζάνης, τον στρατηγό Ευρπίδη Μπακιρτζή,τον Μάρκο Βαφειάδη και άλλους επίσημους.

Ο Αντρέας παρήλασε με τον Εφεδρικό Ε.Λ.Α.Σ. και η Εσθήρ με τα Γυναικεία τμήματα της Εθνικής Άλληλεγγύης. Για 3μιση ολόκληρους μήνες η Θεσσαλονίκη είχε Εαμική Διοίκηση και Εαμικές Αρχές που προσπάθησαν να βάλουν τάξη στην διαλυμένη πόλη.

«Και η Μαρίκα; Τι να έγινε;» αναρωτιόταν ο Αντρέας και προσπαθούσε καθημερινά να μάθει πληροφορίες, ρωτώντας όποιον ίσως κάτι ήξερε.

Την απορία του την έλυσε ένα μικρό δημοσίευμα της εφημερίδας ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ στις 8 Νοεμβρίου 1944. Ετρεξε αμέσως με την εφημερίδα στην Εσθήρ.

«Αγάπη μου», της είπε, «επιτέλους δικαιοσύνη.»

Και της διάβασε το κείμενο: «Συνελήφθη χθές, από την Εθνική Πολιτοφυλακή η γνωστή Γκεσταπίτισα Μαρίκα Φλωροπούλου, που εκτός των άλλων, συνήψε εκβιαστικά με το ζόρι παντρειά με έναν άντρα που δεν την ήθελε διόλου.»

Η Μαρίκα αφέθηκε προσωρινά ελευθερη αργότερα για να τρυπώσει στην ατιμωρησία του εμφυλίου πολέμου που σκέπασε δεκάδες εγκλήματα και προδότες της πατρίδας χάριν της εθνικοφροσύνης τους.

Ο Αντρέας βέβαια κατέθεσε αμέσως αίτημα διαλύσεως του «γάμου του» στα Δικαστήρια με τον βάσιμο ισχυρισμό πως έγινε υπό την απειλή των όπλων και κίνδυνο της ζωής του.

Στις 13 Μαρίου 1945 ξεκίνησε στα Δικαστήρια το τελευταίο κεφάλαιο της τραγικής αυτής ιστορίας που του κατέστρεψε την ζωή και την ύπαρξη του σαν ελεύθερου ανθρώπου.

Κατέθεσαν υπέρ του, περιγράφοντας όλα όσα είχαν γίνει 7 μάρτυρες. Ολοι οι συνάδελφοι του στην υπηρεσία: Ο Δασάρχης Λάμπρος Καλογερόπουλος, ο Δασονόμος Νίκος Μεταξάς, ο Δημόσιος Υπάλληλος Παύλος Αποστολίδης, ο Επιθεωρητής Οικονομικών Υπηρεσιών Ευστάθιος Κανελλόπουλος, αλλά και ο κουρέας Κωνσταντίνος Θεοδωρίδης, και ο Αρχιμανδρίτης Νικόλαος Κοντογιώργης. Ολοι οι συνάδελφοι του είχαν έλθει στην ΠΟΕΤ, είχαν μιλήσει στους ταγματασφαλίτες, στον ίδιο τον Βήχο για να τον αφήσουν, τον είχαν δεί στο κελί του και κατέθεσαν ότι παντρέυτηκε δια της βίας και με το πιστόλι στο κεφάλι.

Για την Μαρίκα; Κατέθεσαν βέβαια και για αυτήν όλα τα αστέρια του δοσιλογικού πανθέου της ΠΟΕΤ. 5 Μάρτυρες: Ο απόστρατος αξιωματικός της Χωροφυλακής Νικόλαος Λεονταρίδης που κατέθεσε την αλήθεια ότι ο γάμος έγινε με βία. Η γυναικαδέλφη του Βήχου Ευφροσύνη Ναθαναήλ, κατέθεσε ότι ο Αντρέας σώθηκε από τα τάγματα αφού θα τον πιάναν οι Γερμανοί, επειδή δεν ειχε δώσει παρών, σαν πρώην αξιωματικός και ότι ζούσαν μια χαρά μετά τον γάμο. Ο άλλος αστέρας της ΠΟΕΤ Κωνσταντίνος Σινιώρης κατέθεσε ανάλογες ψευτιές ,ότι δεν υπήρξε βία και ότι ο Βήχος τους πάντρεψε και για να τους βοηθήσει οικονομικά και στο σπίτι τους έμεινε και ο Μυρώνης. Αλλος μάρτυρας η Ζαφειρία Αβραμίδου κατέθεσε τα ίδια ότι τα Τάγματα περίπου τον έσωσαν από τους Γερμανούς, ενώ αυτός μέθυσε την Μαρίκα για να την κάνει δική του. Και τελευταίος ο Δημήτριος Αποστολίδης που δεν κατάλαβε με τίποτα ότι ο γάμος έγινε με την βία.

Κατέθεσαν και άλλοι μάρτυρες σε άλλη διαδικασία για την Μαρίκα,αλλά το Δικαστήριο με την απόφαση του ΔΙΕΛΥΣΕ ΤΟΝ ΓΑΜΟ αφου έγινε παράνομα και με την απειλή βίας για την ζωή του Αντρέα. Η Μαρίκα προσέφυγε στο Εφετείο,ακόμη και στον Αρειο Πάγο χωρίς τελικά να κερδίσει ποτέ.

ΤΕΛΟΣ

Μάνος Μαλαμίδης