Το σπρίντερ του Καστελαμπάρτε

0
261

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι 5002460_1247_mafia_tour3.jpg

Το κοντέινερ ταλαντευόταν καθώς ο γερανός το μετέφερε από το πλοίο. Λες και επέπλεε στον αέρα, το σπρίντερ, ο μηχανισμός που γαντζώνει το κοντέινερ στο γερανό, δεν κατάφερνε να δαμάσει την κίνηση. Οι πρόχειρα κλεισμένες πόρτες άνοιξαν ξαφνικά και δεκάδες σώματα άρχισαν να πέφτουν σαν βροχή. Έμοιαζαν με κούκλες. Στο έδαφος όμως τα κεφάλια συντρίβονταν σαν να ήταν αληθινά κρανία. Απ’ το κοντέινερ έβγαιναν άντρες και γυναίκες. Ακόμη και παιδιά. Νεκροί.

Το τηλέφωνο του Οράτιου Σαντόρι έσκουξε στις πέντε παρά τέταρτο. Παρόλο που ταράχτηκε, του πήρε ώρα να συνέλθει απ’ το βαρύ λήθαργο. Είχε κατεβάσει μισό μπουκάλι πριν αποκοιμηθεί στο καναπέ, χωρίς καν να βγάλει τη στολή. Δε το πρόλαβε. Για μια στιγμή ένιωσε ανακούφιση. Μετά ξαναχτύπησε πιο μανιασμένο. Έτσι του φάνηκε, το σήκωσε χωρίς να μιλήσει.

– Κατέβα στη προβλήτα τρέχοντας και κοίτα να τα κουκουλώσεις! Στέλνω και δικούς μου, μέχρι το χάραμα πρέπει να τα έχετε εξαφανίσει!

Ήταν ο Ντίνο. Μάλλον ψευδώνυμο. Δεν τον είχε δει ποτέ αλλά τη φωνή του την ήξερε καλά. Όταν δεν ήθελε να του μιλήσει στο τηλέφωνο έστελνε σημειώματα με τα τσιράκια του. Παλιότερα ήταν υποχρεωμένος να τα διαβάζει μπροστά τους και μετά να τα καίει. Τα τσιράκια, τον κοιτούσαν ίσια στα μάτια παριστάνοντας τους σκληρούς. Τώρα πια είχε γίνει ρουτίνα. Αυτοί περίμεναν βαριεστημένα να τους γνέψει καταφατικά και αυτός απλά τα έσκιζε. Ένα όνομα πλοίου μια ημερομηνία και μια ώρα. «Βιτόριο Βενέτο, 17 Μαρτίου, 3:30 π.μ. ».

Ο πατέρας του τον είχε βάλει στο λιμενικό. Πάντα ανακατευόταν με τα ντόπια λαμόγια, κάλυπτε της απατεωνιές του και επιβίωνε σαν μια σιχαμένη κατσαρίδα του Τσέρνομπιλ. Το μεγαλύτερο λαμόγιο όμως ήταν ο πάππους του. Εξέχον μέλος του φασιστικού κόμματος, έπινε κρασί στο όνομα του Μπενίτο. Τις διασυνδέσεις του παππού χρησιμοποίησε ο πατέρας , κάτι ντόπιους πολιτικάντες με ένοχο παρελθόν.

«Στη Γκάρντια Κοστιέρα θα τη περνάς φίνα και θα έχεις και τα τυχερά σου» του έλεγε. Έτσι ήταν. Αραλίκι και «δωράκια» από τη μαφία για να κάνει τα στραβά μάτια. Έτσι κυλούσε η ζωή στο Σαν Μάρκο, τo μικρό λιμάνι του Καστελαμπάρτε.

Από τότε όμως που είχαν φέρει το αναθεματισμένο το σπρίντερ η ζωή του είχε αλλάξει. Οι Κινέζοι είχαν αγοράσει το Σαλέρνο και σε μεγάλο βαθμό έλεγχαν και τη Νάπολη. Έτσι η μαφία είχε επιστρατεύσει τα περιφερικά λιμάνια για να κάνει τις βρομοδουλειές πιο εύκολα. Πριν τοποθετήσουν το σπρίντερ τα λαθραία φορτία ήταν λίγα. Μια-δυο νταλίκες το μήνα. Μετά η μαφία πλήρωσε για την εγκατάσταση μέσω μιας από τις εταιρείες-βιτρίνα που χρησιμοποιούσε και τότε ήρθαν τα μεγάλα φορτηγά με τα κοντέινερ.

Θυμήθηκε στα εγκαίνια που καμάρωνε στους φωτογράφους με την καλοσιδερωμένη κατάλευκη στολή του πλωτάρχη. Τότε που έβγαζαν παχιούς λόγους για τη δόξα που θα ζήσει το Καστελαμπάρτε μετά την «επένδυση».

Η γυναίκα του, η Μαρία, που ζούσε ακόμα, γυάλιζε σχολαστικά τα κουμπιά και τα παπούτσια , σιδέρωνε τη στολή στην πέννα και πάντα έβαζε λευκαντικό στη πλύση. Την αγαπούσε τη Μαρία σαν τρελός. Αυτή δεν τον αγαπούσε, όχι τουλάχιστον με τον ίδιο τρόπο. Λάτρευε όμως το ρόλο της «κυρίας πλωτάρχου» και πάντα φρόντιζε τη στολή, ακόμα και την εποχή που τη θέρισε ο καρκίνος. Αυτό την κρατούσε στον Οράτιο. Ο τίτλος, τα λούσα, τα ταξίδια.

Ο Οράτιος τώρα ήταν αντιπλοίαρχος , λιμενάρχης του Σαν Μάρκο με τσαλακωμένη στολή και βρώμικη ανάσα, που ανυπομονούσε τη συνταξιοδότηση σαν τη λύτρωση μιας ζωής μέσα στη διαφθορά, την υποκρισία και τις ενοχές.

Τα παιδιά είχαν φύγει χρόνια. Ο μικρός ήταν στο Άμστερνταμ, σερβιτόρος ή κάτι τέτοιο. Σπάνια επικοινωνούσαν πια. Ο μεγάλος ήταν στη «εταιρεία» παιδί για τα θελήματα. Ούτε για αυτό δε του έκοβε, αλλά τον κρατούσαν και μέσω αυτού είχαν και τον Οράτιο στο χέρι. Λες και χρειαζόταν. Πάντα ένα φοβισμένο ανθρωπάκι ήταν που θα έκανε ότι του έλεγαν χωρίς αντίσταση, ακόμα και αν δε του έδιναν δεκάρα.

Έφτασε στο λιμάνι στις πέντε και πέντε. Έδωσε εντολή του φύλακα να σφραγίσει την είσοδο και να κλείσει τους προβολείς. Ούτε ήξερε τι βρωμιά έπρεπε να καλύψει πάλι, αλλά έτσι και αλλιώς η εκφόρτωση είχε πάει περίπατο. Τώρα όλα έπρεπε να γίνουν στο ημίφως, στα μουλωχτά. «Πάντα έτσι γίνονταν τα πράγματα στο λιμάνι» σκέφτηκε.

Όταν έφτασε στη προβλήτα, κόπηκαν τα πόδια του. Στη θέα ενός σκούρου σωρού νεκρών ανθρώπων πάνω σε ένα ποτάμι αίματος που έτρεχε μέχρι την άκρη της προβλήτας και χυνόταν στη θάλασσα, θόλωσαν τα μάτια του από την άρνηση. Το μυαλό του δεν μπορούσε να το χωρέσει. Ίδρωσε απότομα χωρίς όμως να νιώθει ότι ζεσταίνεται.

-Έλα σύνελθε! είπε όταν τον σκούντηξε ο Ρομπέρτο, το αρχιτσιράκι του Ντίνο που είχε φτάσει νωρίτερα.

Ένας άξεστος τύπος χωρίς ίχνος ανθρωπιάς. Μοναδικά του ενδιαφέροντα τα λεφτά, τα αυτοκίνητα, τα όπλα, οι γκόμενες και τα τοπικά νάιτ κλαμπ. Σιχαινόταν την όψη του, μα αυτό που τον ενοχλούσε περισσότερο ήταν αυτές οι χοντρές χρυσές αλυσίδες. Όσο πιο χρυσές και όσο πιο χοντρές τόσο μεγαλύτερη εξουσία, τόσο μεγαλύτερος φόβος. Ο Ρομπέρτο του πρότεινε ένα φλασκί με ουίσκι. Το άρπαξε και ήπιε 3-4 μεγάλες γουλιές .

– Ρομπέρτο, αυτοί είναι άνθρωποι!

-Ηρέμησε σου λέω. Τους ξεχάσαμε στο κοντέινερ. Έχει ξανασυμβεί. Λίβυοι και Τυνήσιοι οι περισσότεροι. Λαθροεισβολείς.

-Τι εννοείς τους ξεχάσατε;

– Σαντόρι, τα φορτία είναι πολλά! Πότε κοκαΐνη, πότε αλκοόλ , πότε κινητά και τηλεοράσεις, πότε λαθραίοι . Νομίζαμε ότι αυτό ήταν ένα φορτίο με παπούτσια. Αργήσαμε να τους βγάλουμε. Γαμημένο κωλοσπρίντερ! Τώρα βρήκε να τα γαμήσει όλα! Τώρα που δεν έχω άτομα.

Ο Οράτιος άναψε τσιγάρο και τότε παρατήρησε ότι το χέρι του έτρεμε. Στο μυαλό του περνούσαν εικόνες από τα στοιβαγμένα πτώματα των κρεματορίων που έβλεπε στα ντοκιμαντέρ. Μετά άρχισαν πάλι αυτές οι καταραμένες σκέψεις.

Το βλέμμα του καρφώθηκε σε ένα πτώμα με κόκκινο και λευκό μπλουζάκι. Ένα μελαμψό παιδί 6 με 7 χρονών. Όλο το λαθρεμπόριο της κεντρικής Ιταλίας είχε περάσει από τη βάρδια του, αλλά αυτό με το εμπόριο ψυχών δε μπορούσε να το αντέξει. Όχι πια. Είχε ξυπνήσει μέσα του η συνείδηση που πάντα απέφευγε να αποδεχτεί την ύπαρξη της και η Μαρία δεν ήταν πια εδώ να τον καμαρώσει με τη στολή του αντιπλοίαρχου.

Η μαφία όμως είχε βρει φλέβα χρυσού. Περισσότερα κέρδη είχε από τους λαθρομετανάστες παρά από τα κινητά τηλεφωνά και τα βιομηχανικά σκουπίδια. Επτά χιλιάδες ευρώ το κεφάλι, μπορεί και παραπάνω. Τα φόρτια ήταν ασταμάτητα. Άνοιγαν οι πόρτες των κοντέινερ και ξεπετάγονταν μαυριδεροί κουρελήδες και μανδηλοφόρες γυναίκες με τα παιδιά τους. Μόνο τα μωρά δεν επιτρέπονταν, γιατί δεν ήξεραν πως να βγάζουν το σκασμό. Βγαίνοντας γονάτιζαν και φιλούσαν το τσιμέντο του λιμανιού. Μετά εξαφανίζονταν πρώτου ξημερώσει. Πάντα Βόρεια, Ρώμη, Μιλάνο, Μόναχο.

Ο Οράτιος άρχισε να μη μπορεί να δαμάσει το μυαλό του. Το πάθαινε συχνά τελευταία. Μονολεκτικές σκέψεις τον κυρίευαν, η μία πίσω από την άλλη. «Άνθρωποι, παιδιά, ψυχές, εμπόριο, ένοχος…»

-Πρέπει να φέρουμε φορτωτή. Ένα μικρό μπόμπκατ να τους σπρώξουμε μέσα στο κοντέινερ.

Ο Οράτιος σάστισε. «Μπόμπκατ, κοντέινερ, λαθροεισβολείς, άνθρωποι, παιδιά…»

-Είναι καμία πενηντάρια, δε θα προλάβουμε με τα χέρια. Δεν έχω κόσμο σου λέω!

«Αίμα, σωρός, άνθρωποι, μπόμπκατ, υποκρισία, κατρακύλα…»

– Μετά θα φωνάξουμε υδροφόρα να πλύνει τα αίματα με το πιεστικό.

«Πιεστικό, πτώματα παιδιά, ένοχος, λαμόγιο, απάνθρωπος…»

-Σύνερθε ρε μαλάκα! Πάλι τα κοπάνισες γαμώ τα γαλόνια σου!

Οι μονολεκτικές σκέψεις που τα τελευταία χρόνια βασάνιζαν το μυαλό του Οράτιου , είχαν αυτοματοποιηθεί τόσο πολύ που έρχονταν σαν ριπές μυδραλιοβόλου: «Ζωή, εξαθλίωση, διαφθορά, στολή, αδιάφορος, απάνθρωπος, κρετίνος…»

-Πάω να φέρω το μπόμπκατ, έχει το νου σου!

Έβαλε τις γροθιές του στους κροτάφους κι έκλεισε σφιχτά τα μάτια. «Εμπόριο, ψυχές, συνένοχος, υποκρισία, σήψη, κατρακύλα , ντροπή, σύνταξη, λύτρωση, μοναξιά, τύψεις, θάνατος, υποκρισία, σήψη, κατρακύλα .. »

Πετάχτηκε τρομοκρατημένος από τον ήχο της κόρνας του μπόμπκατ. Έβγαλε το πιστόλι που ούτε θυμόταν ότι είχε. Πυροβόλησε κρατώντας την ανάσα του. Νόμιζε ότι την κρατούσε για δέκα ολόκληρα λεπτά πριν την αφήσει να γλιστρήσει απ’ τα πνευμόνια του. Μαζί της σαν να έφυγε και η ψυχή του. Ένιωσε άδειος. Το απόλυτο κενό . Το πιστόλι έπεσε, τα χέρια του κρεμάστηκαν σαν το κεφάλι του Ρομπέρτο. Τα πόδια του ίσα που τον κρατούσαν. Σχεδόν έρποντας κατευθύνθηκε προς το κοντέινερ. Μπήκε μέσα και καθώς έκλεινε τις βαριές σιδερένιες πόρτες κοίταξε προς τα ανατολικά. Στις κορυφές του Προύνο είχε ήδη αρχίσει να φωτίζει.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Το διήγημα έγραψε ο Βασίλης Κούμπουλας, στο πλαίσιο του Συνεργείου Δημιουργικής Γραφής.

Η πρώτη παράγραφος είναι από το βιβλίο «Γόμορρα» του Ρομπέρτο Σαβιάνο.