Ένας επώνυμος δράκος

0
388

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι Alexandros_Zaimis-copy.jpgΤην ημέρα που έκλεισε τα είκοσι πέντε, ο Μπαλτίς Ζαμίνσκι ορκίστηκε πως θα έσπαγε την προαιώνια οικογενειακή παράδοση: δεν θα ξανάβαζε στο στόμα του παιδί. Γιατί, ο Μπαλτίς, αυτός ο υπέροχος, καλλιεργημένος και γοητευτικός νεαρός ήταν ένας δράκος που τρελαινόταν για τρυφερή, παιδική σάρκα.

Ας μην πούμε περισσότερα για τον άμοιρο Μπαλτίς και την οικτρή του αποτυχία να σταθεί στο ύψος της ευγένειάς του, τιμώντας τον όρκο του. Δυστυχώς γι’ αυτόν και την υστεροφημία του, ένας διάσημος Γάλλος συγγραφέας, ο Πασκάλ Μπρυκνέρ, έβγαλε στη φόρα τ’ άπλυτά του, πράγμα που, τελικά, τον οδήγησε στην αυτοκτονία. Διότι, βέβαια, ήταν η ντροπή από τις αποκαλύψεις, που οδήγησαν τον φτωχό αυτό δράκο, στο απονενοημένο του διάβημα. Γεγονός φρικτό, αν αναλογιστεί κανείς ότι, πέρα από μια συγγένεια εξ αγχιστείας, οι δυο άνδρες συνδέονταν και με στενή φιλία. Μην κοιτάτε που ο Μπρυκνέρ σκεπάζει με λογοτεχνική αχλή το θλιβερό αυτό επεισόδιο. Πραγματικά ανήθικος, και απορώ πώς κοιμάται ήσυχος τις νύχτες· ίσως, όμως, εκεί ακριβώς να οφείλεται η τεράστια επιτυχία του!

Ο οίκος των Ζαμίνσκι, με ρίζες χαμένες κάπου στις παγωμένες ακτές της Βαλτικής, άρχισε να ανδρώνεται μετά την ένωση του πολωνικού με το λιθουανικό βασίλειο, κάπου στα τέλη του Μεσαίωνα. Ακολούθησαν δύο σχεδόν αιώνες στους οποίους οι Πολωνοί αντιμετώπιζαν συνεχείς πιέσεις από μέρους των Οθωμανών, των Πρώσων και των Ρώσων. Το φεουδαρχικό κράτος τους συρρικνώθηκε, αλλά οι δαιμόνιοι Ζαμίνσκι έκαναν κάθε κρίση ευκαιρία, γεμίζοντας τα σεντούκια τους με χρυσάφι, πίνοντας το αίμα των δουλοπάροικων μεταφορικά και οργανώνοντας λουκούλλεια συμπόσια με τα άμοιρα μπεμπέκια τους, κυριολεκτικά. Ωστόσο, μετά το θάνατο του Πολωνού βασιλέα Σομπιέσκι (1696), η τρομερή αναρχία που προκλήθηκε κυρίως από τις αυθαιρεσίες των ευγενών, οδήγησε το κράτος στο χάος. Η μπάλα πήρε και τους Ζαμίνσκι που σκόρπισαν στους τέσσερις ανέμους.

Ο Σερέμπρινι Ζαμίνσκι εμφανίστηκε στον τουρκοκρατούμενο Μοριά κατά τη δύση του δέκατου έβδομου αιώνα. Μπορεί να είχε γλυτώσει από τα βόλια των Πολωνών διωκτών του, αλλά το χρυσό βέλος του Έρωτα τον πέτυχε κατάκαρδα. Απαρνήθηκε τον ρωμαιοκαθολικισμό για χάρη μιας ντόπιας αρχοντοπούλας και βαφτίστηκε χριστιανός ορθόδοξος. Πολιτογραφήθηκε ως Ασημάκης Ζαϊμης. Το χρυσάφι του, του εξασφάλισε την εύνοια τόσο του Μόρα Βαλεσί όσο και της ντόπιας δημογεροντίας. Από τον επιβλητικό πύργο που έχτισε στο προικώο τσιφλίκι, κάθε βράδυ εφορμούσε κι έκλεβε τα κοριτσάκια των ραγιάδων για να χορταίνει την ακόρεστη πείνα του. Ήταν τέτοια η επιρροή του, που ως και το χρίσμα του συναρχηγού της Ελληνικής Επανάστασης εξασφάλισε, όταν το παπαδαριό σκαρφίστηκε τον μύθο της έναρξης της εθνεγερσίας από την Αγία Λαύρα.

Όπως μας πληροφορεί κι ο αθλιότατος Πασκάλ, στο ξεδιάντροπο ξεμπρόστιασμα που έκανε στον κακομοίρη τον Μπαλτίς, οι δράκοι, στις μεγάλες τους λιγούρες, δεν διστάζουν να τρώνε ακόμα και τα ίδια τους τα παιδιά! Ο Ασημάκης, όμως, την είχε τη γυναικούλα του, κορώνα στο κεφάλι του. Την φοβόταν κιόλας, τέτοιο κέρατο βερνικωμένο, όπως είχε εξελιχθεί. Συμβαίνει και στις καλύτερες οικογένειες, αυτό το τελευταίο. Στην πραγματικότητα, η φοβερή αυτή τσαούσα τον έκανε ό,τι ήθελε. Το μόνο που του επέτρεπε ήταν να ξεκοκαλίζει τα τρυφερούδια των αγροίκων. Λίγο την ενδιέφεραν αυτά. Εξάλλου, οι ραγιάδες γεννοβολούσαν ακατάπαυστα. Τα δικά της τα παιδιά όμως, ήταν απαγορευμένα φρούτα για τα κοφτερά δόντια του λαίμαργου συζύγου της, κι ας είχε μπόλικα αφού η γαστέρα της ήταν μονίμως φουσκωμένη.

Ο Ανδρέας, ο πρωτότοκος του Ασημάκη Ζαΐμη, παρά τρίχα είχε γλυτώσει απ’ τις ορέξεις του αχόρταγου αφέντη του. Κάποτε, μέσα στα μαύρα μεσάνυχτα, ο πάτερ-φαμίλιας ξύπνησε προς νερού του, με μια απίστευτη λιγούρα. Στάθηκε πάνω από την κούνια του αφράτου γιου, που ακόμα δεν είχε χρονίσει. Κοιμόταν ήσυχος, πιπιλίζοντας τον στρουμπουλό του αντίχειρα. Με ανακουφισμένη τη φούσκα του, έσκυψε πάνω από το βρέφος, με πεινασμένες διαθέσεις. Τότε έφαγε την πρώτη παντοφλιά από την ετοιμόγεννη γυναίκα του· είχε ύπνο ελαφρύ και την είχαν ξυπνήσει τα δυνατά γουργουρίσματα της κοιλιάς του. Ο τρικούβερτος συζυγικός καυγάς ξύπνησε το μωρό που άρχισε να κλαίει γοερά. Μια ψυχοκόρη που κοιμόταν στον οντά του ισογείου, ροχάλιζε αρειμάνια· ευτυχώς, γιατί ήταν μεγάλη κουτσομπόλα κι είχαν ανταλλαχτεί βαριές κουβέντες.

Ο Ανδρέας την έβγαλε φτηνά εκείνη τη νύχτα και του έμελλε να γίνει ο επιφανέστερος των Ζαΐμηδων -ως σήμερα, τουλάχιστον. Η φιλοδοξία της μάνας και το χρυσάφι του πατέρα, τον έστειλαν πολύ ψηλά, ως τον πρωθυπουργικό θώκο, ως γνωστόν. Λιγότερο γνωστό είναι ότι στις αρχές Ιουνίου του σωτηρίου έτους 1823, λίγο πριν ξεσπάσει ο εμφύλιος, το Εκτελεστικό, η Κυβέρνηση δηλαδή, εξουσιοδότησε τους Ανδρέα Ζαΐμη, Ιωάννη Ορλάνδο και Ανδρέα Λουριώτη να μεταβούν στο Λονδίνο και να συνάψουν δάνειο 4.000.000 ισπανικών ταλλήρων για τις ανάγκες του αγώνα. Είναι αλήθεια ότι από την τσιγκουνιά των παραδόπιστων Υδραίων, η αναχώρηση της αποστολής καθυστερούσε, ελλείψει πόρων. Εν τέλει, χρειάστηκε να βάλει βαθιά το χέρι στην τσέπη ο Λόρδος Βύρων για να καλυφθούν τα έξοδα της αντιπροσωπείας.

Από την ιστοριογραφία είναι γνωστό ότι οι όροι εκείνου του δανείου, που χαρακτηρίστηκε ληστρικό, ήταν πραγματικά επαχθείς. Μεγάλη ευθύνη έπεσε στους δύο διαπραγματευτές, τον γιαννιώτη πολιτικό Λουριώτη και τον σπετσιώτη πλοιοκτήτη Ορλάνδο, οι οποίοι λέχθηκε ότι σπατάλησαν μεγάλα ποσά στο Λονδίνο, ζώντας πολυτελώς, σε αντίθεση με τους αγωνιστές, που εν τω μεταξύ και με τεράστιες στερήσεις, αντί για να ασχολούνται με τους Οθωμανούς, έτρωγαν ο ένας τον άλλον. Γιατί, όμως, απουσιάζει η αναφορά στο τρίτο μέλος της επιτροπής; Που είναι ο Ζαΐμης; Δεν ταξίδεψε μαζί με τους συντρόφους του στο βροχερό Λονδίνο; Δεν κάθισε να διαπραγματευτεί κι αυτός με τους αγιογδύτες τραπεζίτες του αγγλικού στέμματος; Ένα πέπλο μυστηρίου καλύπτει αυτή τη μικρή, ασήμαντη θα έλεγε κάποιος, πτυχή ετούτης της θλιβερής ιστορίας.

Ενίοτε, πίσω από τα ασήμαντα, κρύβονται σημαντικά: όπως έπεφτε η υγρή νύχτα πάνω από τον Τάμεση, πίσω από την πόρτα του υπνοδωματίου του, στο μέγαρο κάποιου φιλόξενου μέλους του Φιλελληνικού Κομιτάτου που δεν χρειάζεται να ονοματίσουμε, ακούγονταν τα βογγητά του Ανδρέα Ζαΐμη. Υπέφερε από μιαν ανεκδιήγητη λιγούρα. Είχε μέρες να φάει μωρουδίστικο κρεατάκι. Το τελευταίο γεύμα της προκοπής, το είχε απολαύσει στην απέναντι πλευρά της Μάγχης. Το λιμάνι του Καλαί, ήταν παράδεισος για τους δράκους. Τον είχαν προειδοποιήσει οι Γάλλοι σύντροφοι. Οι παιδοβοσκοί του Λονδίνου, τα πρόσεχαν τα χαμίνια τους, που πλημμύριζαν τα λασπωμένα, ανήλιαγα σοκάκια της αγγλικής πρωτεύουσας, ζητιανεύοντας και ξαλαφρώνοντας τους ανύποπτους διαβάτες. Εξάλλου, τα περισσότερα ήταν μεγαλύτερα των έξι ετών. Ως γνωστόν, τόσο ηλικιωμένα, τα παιδιά δεν τρώγονται.

Ήξερε τους κινδύνους, αλλά δεν άντεχε. Το εκκρεμές στον προθάλαμο του μεγάρου χτυπούσε δώδεκα φορές όταν η σκοτεινή φιγούρα ενός καλοντυμένου κυρίου, φάνηκε να ξεπορτίζει. Δεν την εμπιστευόταν την ξερακιανή μέγαιρα του ορφανοτροφείου, δυο δρόμους παρακάτω, αλλά τα χρυσά που της είχε μετρήσει στην παλάμη, ήταν μπόλικα. Θα έπαιρνε το βρέφος, ναρκωμένο με λάβδανο όπως είχαν συμφωνήσει, και θα γυρνούσε πίσω αστραπή. Το βοηθητικό τζάκι της κουζίνας δεν έσβηνε ποτέ, το ήξερε καλά. Δεν είχε σπουδαίες απαιτήσεις. Ακόμα και νερόβραστο, το μωράκι, του αρκούσε. Έφτασε στον προορισμό του και χτύπησε συνθηματικά τη δρύινη πόρτα που την επόμενη στιγμή άνοιξε τρίζοντας ανατριχιαστικά, μέσα στην ησυχία της νύχτας. Μόλις αγκάλιασε το υποκείμενο του γαστριμαργικού του πόθου, οι σφυρίχτρες των προειδοποιημένων αστυνομικών, τον ξεκούφαναν.

Το σκάνδαλο, προδιαγραφόταν τρομακτικό! Ο Ανδρέας Ζαΐμης, εξέχον μέλος της, ελληνικής επαναστατικής επιτροπής και γόνος σπουδαίου αγωνιστή, είχε πιαστεί στα πράσα μ’ ένα ναρκωμένο αγγελούδι στην αγκαλιά του. Τα ερωτήματα ήταν αμείλικτα. Απάντηση ουδεμία από τον συλληφθέντα, του οποίου μέχρι κι η όρεξη είχε κοπεί απ’ τη λαχτάρα! Ελάχιστοι ήξεραν την παγίδα που είχε στήσει ο υπεύθυνος ασφαλείας του τραπεζικού κονσόρτσιουμ στον αφελή, αρχοντοχωριάτη δράκο, που είχε κουβαληθεί από το μακρινό Μοριά, νομίζοντας ότι θα μπορούσε να κάνει τα δικά του· λες κι ήταν η Θαλασσοκράτειρα κανένα ξέφραγο, οθωμανικό αμπέλι! Κινδύνευε ολόκληρος ο αγώνας από τυχόν υπονόμευση των φιλελληνικών αισθημάτων που είχαν αρχίσει να γεννιούνται στις ευγενικές ψυχές των καλών κυριών, στα διάφορα σαλόνια, από άκρου εις άκρον της χριστιανικής Ευρώπης.

Πέσανε λυτοί και δεμένοι, προκειμένου να αποσυρθούν οι κατηγορίες· να αποσοβηθούν οι κραδασμοί που είχαν γεννήσει οι εκκωφαντικοί θόρυβοι της πεινασμένης κοιλιάς του Ελληνοπολωνού δράκου. Εντέλει, έμειναν σχεδόν όλοι ευχαριστημένοι. Τόσο οι επαναστατημένοι Έλληνες, που δια του κουτσουρεμένου, έστω, δανείου αναγνωρίστηκε η υπόστασή τους, όσο κι οι τροφαντοί τραπεζίτες που έκαναν μιαν ακόμα, γενναία μπάζα. Μπορεί να κατηγορήθηκαν, όχι εντελώς άδικα, οι δύο άλλοι της επιτροπής, αλλά ούτε αυτοί θα έμειναν παραπονεμένοι· η ιστορία δεν γράφεται μόνο με αίμα αλλά και με χρυσάφι. Ενδεχομένως, βέβαια, να ζημιώθηκε ο ελληνικός λαός, εφόσον έχουν δίκιο όσοι ισχυρίζονται ότι ακόμα πληρώνουμε τοκοχρεολύσια των δανείων της ανεξαρτησίας· αυτό, όμως, δεν θα το μάθουμε ποτέ, αφού ουδέποτε πραγματοποιήθηκε ο υπεσχημένος λογιστικός έλεγχος του δημοσίου μας χρέους.

___________

Το διήγημα έγραψε ο Alexandros Raskolnick, στα πλαίσια του Συνεργείου Δημιουργικής Γραφής.

Η πρώτη παράγραφος είναι από την βιβλιοπαρουσίαση του διηγήματος (νουβέλας;) του Πασκάλ Μπρυκνέρ, «Οι Ανώνυμοι Δράκοι».