Το πνεύμα του παππού

0
567

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι pa.jpgΟ παππούς πέθανε το καλοκαίρι του 2019. Τρεις μήνες μετά η γιαγιά έπεσε από τις σκάλες.

Και τότε συνέβη. Το πνεύμα του παππού μπήκε στο σώμα της γιαγιάς: ο παππούς και η γιαγιά ήταν πλέον ένα.

*****

Ας πάμε όμως λίγο πίσω.

Ο παππούς ήταν Συνταγματάρχης. Ή μάλλον εμείς τον φωνάζαμε έτσι.

Πριν συνταξιοδοτηθεί είχε το βαθμό του Αντισυνταγματάρχη, και τον αποκαλούσαμε Συνταγματάρχη, έτσι από παιδική κακία.

Η αλήθεια είναι ότι δεν είχε κάτσει πολύ στον στρατό (πώς απέκτησε τον βαθμό αυτό ακόμα και σήμερα μου διαφεύγει). Περισσότερο πήρε από εκεί τους τρόπους (πώς να κρατάς το πιρούνι και το μαχαίρι, πως να ξεφλουδίζεις ένα μήλο με το πιρούνι και το μαχαίρι, πώς να μασάς το εν λόγω μήλο, και άλλα σημαντικά), την αυστηρότητα και κάποια μαθήματα τανγκό.

(Αν και μπορεί να τα είχε κάνει αλλού τα μαθήματα αυτά. Υπάρχει ακόμα κάπου αυτή η φωτογραφία του που χορεύει με μία κοπέλα με γυαλιά, με εκείνη την επιγραφή από πίσω: «Στην αγαπημένη μου».)

***

Αυστηρός λοιπόν. Ο παππούς μου ήταν αυστηρός.

Όχι πως τον φοβήθηκα ποτέ. Μόνο λίγο ίσως, γιατί είχε αυτή την επιβλητική φιγούρα. Κάπως αταβιστικά, ο καθένας, νομίζω, φοβάται έναν άνθρωπο που έχει μουστάκι και δεν μιλάει πολύ.

Μας αγαπούσε όμως όλους και σε μεγάλο βαθμό. Χωρίς να το δείχνει. Είπαμε, αυστηρός. Αλλά η αγάπη ήταν εκεί. Κάθε φορά που δυνάμωνε τον ήχο της τηλεόρασης για να ακούσει πάνω από τις φωνές μας τον καιρό και κάθε φορά που μας φώναζε να κάνουμε ησυχία, στις τρεις η ώρα το βράδυ, που παίζαμε επιτραπέζια τα ξαδέρφια και γελούσαμε-φωνάζαμε κάθε λίγο και λιγάκι που κάποιος έκλεβε στην monopoly. Κάθε φορά που ζητούσε «λιιίγο» φαΐ και εμείς επαναλαμβάναμε τα λόγια του κοροϊδεύοντας τη φωνή του και κάθε φορά που στεκόταν μπροστά από την τηλεόραση, και καλά για να μην μπερδευτεί στα καλώδια και πέσει, μόνο και μόνο για να μας εκνευρίσει. Αυτή ήταν η αγάπη του παππού, διακριτική, αλλά παρούσα και πολλή.

***

Όσο μεγάλωνε, μιλούσε όλο και λιγότερο. Φώναζε τη γιαγιά από το κρεβάτι για μικροπράγματα και η γιαγιά φώναζε από την κουζίνα στον γέρο της για τα μεγάλα: πόσο έχει κουραστεί, πόσο θέλει και έχει ανάγκη την παρέα του.

«Κούλα, φαΐ.»
«Κούλα»
«Ναι, γέρο.»
«Τί ώρα είναι;»

Ήθελε παρέα και αυτός. Απλά, νομίζω, ήταν πολύ κουρασμένος για να την επιδιώξει. Περισσότερο είχε ανάγκη να ξέρει ότι η παρέα είναι εκεί. Νομίζω, έτσι είχε συνηθίσει.

***

Μετά ήταν οι ήχοι, οι ήχοι που έβγαζε. Μουγκρητά. Ναι, μάλλον η σωστή λέξη είναι μουγκρητά. Όποτε σηκωνόταν από το κρεβάτι, όποτε καθόταν στο κρεβάτι, όποτε άλλαζε πλευρό, ενώ περπατούτε από το κρεβάτι στο τραπέζι, ξαφνικά στο τραπέζι εκεί που έτρωγε, την ώρα που έκανε μπάνιο.

Τον πρώτο καιρό όλοι μας αγχωνόμασταν. Ανασηκωνόμασταν να δούμε τι έχει συμβεί, αν είναι καλά, αν χρειάζεται βοήθεια. Μετά από λίγο, τα μουγκρητά έγιναν ένα με τους ήχους του περιβάλλοντος. Όπως όταν το καλοκαίρι κάποια στιγμή ξεχνάς ότι ακούς τζιτζίκια, ή όταν ο κόκκορας παύει να σε ξυπνάει μετά από λίγες μέρες στο χωριό.

********

Αλλά είχαμε μείνει στα εξής: παππούς νεκρός, γιαγιά που έχει πέσει από τις σκάλες, το πνεύμα του παππού να συγκατοικεί με αυτό της γιαγιάς στο σώμα της.

***

Είχα καιρό να δω την γιαγιά. Λίγο η δουλειά, λίγο η ζωή που θέλεις να ζήσεις, λίγο ο χρόνος που είναι πάντα λίγος όταν έχεις ένα αγόρι που θέλεις πολύ.

Όταν την είδα, είχαν περάσει δύο μήνες από την τελευταία φορά και πέντε μέρες από το πέσιμο, από το οποίο – και έχει σημασία να το τονίσω αυτό – δεν έφυγε. Περιέργως τόσο εκείνη όσο και ο παππούς γλίτωσαν κάθε πέσιμο και κάθε χέσιμο της ζωής τους.

***

Ήταν ολοφάνερο στα μάτια μου από τα πρώτα λεπτά μαζί της: ο παππούς κατοικούσε πια στο σώμα της γιαγιάς. Δεν μπορούσε να φάει πολύ, μείωνε όλο και περισσότερο τις μερίδες της· δεν έπινε πολύ νερό και σπάνια σηκωνόταν από το κρεβάτι· πονούσε σε κάθε κίνηση και φώναζε το όνομά σου με το που πήγαινες σε άλλο δωμάτιο· ζητούσε φάρμακα και δεν μιλούσε πολύ· μα περισσότερο απ’ όλα, άρχισαν οι φωνές, τα μουγκρητά. Ενώ ανακαθόταν στο κρεβάτι, ενώ σηκωνόταν από το κρεβάτι, σε κάθε βήμα που έκανε μέχρι το μπάνιο, στο μπάνιο και πάλι μέχρι να έρθει πίσω.

Και έτσι απλά, το ήξερα· ο παππούς είχε έρθει να κρατήσει λίγη παρέα στη γιαγιά. Ένιωθε πολύ μόνη τελευταία. Έκλαιγε πολύ και μάλλον του ήταν αρκετό αυτή τη φορά για να σηκωθεί από το κρεβάτι και να έρθει να τη συντροφεύσει.

***

Με το που με χτύπησε η συνειδητοποίηση αυτή, σκέφτηκα να το διασκεδάσω λίγο. Ήμουν περίεργη και ήθελα να δω τι ιδιότητες απέκτησε η γιαγιά, τώρα που ο παππούς ήταν μαζί της. Όσο να ‘ναι, δεν το πετυχαίνεις συχνά αυτό· το πετυχαίνεις δηλαδή, απλά όχι τόσο συχνά.

Άρχισα να της πιανω συζήτηση για την ελληνική ιστορία. Ο παππούς ήταν πάντα βιβλιοφάγος, από ένα περίεργο είδος τους. Η βιβλιοθήκη του αποτελούταν από εγκυκλοπαίδιες (ολόκληρες σειρές από εγκυκλοπαίδιες, την Ήλιος, την Larousse…), λεξικά και ιστορικά βιβλία ακαδημαϊκών (είχε έναν γνωστό που δούλευε σε πανεπιστημιακές εκδόσεις και έτσι είχε στη βιβλιοθήκη του σειρά διατριβών και πανεπιστημιακών εγχειριδίων χωρίς ο ίδιος να έχει ποτέ σπουδάσει σε κάποια σχολή πέρα από την Ευελπίδων).

-Ρε γιαγιά, πώς τον έλεγαν εκείνο τον Γερμανό Ναζί στη Θεσσαλονική, που πέρασε μετά από χρόνια δίκη στην Ελλάδα για εγκλήματα πολέμου, αλλά τελικά άλλαξε ένας νόμος και αυτός κατέληξε να μην περάσει ούτε χρόνο στη φυλακή;

Μάλλον ξεκίνησα με ένα δύσκολο. Ούτε τότε που ζούσε ο παππούς, στα τελευταία του, δεν το θυμόταν αυτό. Ήταν από τις πρώτες ιστορίες που μου είχε πει ποτέ. Πόσο ήμουν; 12; Έκτη δημοτικού, νομίζω, μετά την γιορτή για την 28η. “Δεν θα στα πουν αυτά στο σχολείο”, μου είχε πει.

-Ποιον λες; Εκείνο το τέρας, τον σεβασμιότατο κύριο Μαξιμίλιαν Μέρτεν; μου απάντησε και άρχισα να χασκογελάω με την πρώτη επιβεβαίωση: είχα πάλι τον παππού απέναντί μου.

Συνέχισα έτσι και με άλλες ερωτήσεις, σχετικές και άσχετες. Πόσο μου είχε λείψει;! Είχα καιρό να μιλήσω για τέτοια με τον παππού. Ακόμα και πριν πεθάνει, είχε σταματήσει καιρό να μοιράζεται έτσι ξαφνικά ιστορίες μαζί μου.

Όταν πήγε πια αργά, άφησα τη γιαγιά – μισκοκοιμισμένη πλέον από τις ιστορίες του παππού – και γύρισα σπίτι.

***

Μια μέρα πέρασα πάλι από το σπίτι της. Είχα αφήσει τη γιαγιά στο κρεβάτι και καθόμουν στην κουζίνα, στο διπλανό δωμάτιο. Έτρωγα και έβλεπα τηλεόραση, ειδήσεις, μία Πέμπτη μεσημέρι.

Κάπου με το πίσω μέρος του μυαλού μου, αντιλήφθηκα κάποια στιγμή το σύρσιμο του πι. Δεν ήταν βηματισμός – δύο δύο να ακουμπούν οι άκρες του πι το πάτωμα και κάποια διστακτικά πόδια να το ακολουθούν από πίσω. Όχι, ήταν σύρσιμο του πι πάνω σε λείο πάτωμα συνοδευόμενο από τον ήχο που κάνουν οι ανατομικές παντόφλες.

Έριξα μια ματιά πάνω από τον ώμο μου, η γιαγιά γερμένη πάνω στο πι, σαν τότε πριν πενήντα χρόνια, που, καβάλα στο γαΐδαρο στο χωριό, κουρασμένη από μία μέρα στο χωράφι, τον εμπιστευόταν να την γυρίσει σπίτι. Ερχόταν προς εμένα· με ρώτησε κάτι για το φαγητό.

-Είναι υπέροχο γιαγιά, μόνο που μου έχει λείψει αυτό το κοτόπουλο που φτιάχνεις.

-Πάνε αυτά τώρα. Μεγάλωσα πολύ, ούτε που με βαστάν τα πόδια μου.

-Μην λες χαζομάρες γιαγιά, έχεις τουλάχιστον άλλα τριάντα χρόνια να μου φτιάχνεις τσιμπούσια ολόκληρα, της είπα και ένιωσα όλο το σώμα μου να ζεσταίνεται από εκείνη την αγάπη που νιώθεις για όλους τους ανθρώπους που σε έχουν φροντίσει, που σου έχουν μαγειρέψει και σου έχουν πραγματοποιήσει κάθε χατίρι, που σε έχουν ξεσκατίσει και έχουν κάτσει στο πλευρό σου σε κάθε αρρώστια και κάθε πόνο.

Μέχρι που αισθάνθηκα το μικρό της δάχτυλο στο αυτί μου,να προσπαθεί να βγάλει το κερί.

-Αμάν ρε γιαγιά! (Γαμω το κέρατο μου με τη μανία αυτή κάθε φορά, συνέχισα από μέσα μου και έβρισα για περίπου ένα λεπτό).

-Μα είναι βρώμικα, τα καθαρίζουμε και λίγο μικρή μου, μου απάντησε καθώς απομάκρυνε από το νύχι της όλο το κερί.

Παρατήρησα ότι η γιαγιά είχε αφήσει το νύχι στο μικρό δάχτυλο να μακρύνει λίγο παραπάνω από τα άλλα. Δεν το έκανε ποτέ αυτό. Από την άλλη ο παππούς πάντα είχε το νύχι στο μικρό δάχτυλο πιο μακρύ από τα άλλα, έτοιμο για να το χρησιμοποιήσει στα αυτιά του, έτσι όπως έκαναν παλιά. Μάλλον ο παππούς είχε όρεξη να φέρει κάποιες αλλαγές.

***

Μετά από λίγο χτύπησε το θυροτηλεφωνο. Πάω εγώ, είπα στη γιαγιά και χωρίς να το σκεφτώ άνοιξα την πόρτα της εισόδου. Πήγα μετά στο σαλόνι και περίμενα δίπλα στην ανοιχτή πόρτα του σπιτιού.

-Ο Γιώργος θα είναι, μου είπε η γιαγιά από μέσα. Είχε πει θα περάσει να με δει σήμερα.

-Αφού ήρθε χθες, δεν ήρθε ρε γιαγιά ο Γιώργος; Που σε πήρα τηλέφωνο και μου το σήκωσε; γύρισα και της φώναξα από την πόρτα.

Τόσο χρειάστηκε: που γύρισα το σώμα μου προς το μέρος της γιαγιάς για να της φωνάξω “Αφού ήρθε χθες, δεν ήρθε ρε γιαγιά ο Γιώργος; Που σε πήρα τηλέφωνο και μου το σήκωσε;”

Μέχρι να κοιτάξω πάλι μπροστά, δύο χέρια με είχαν σπρώξει πίσω και με είχαν ρίξει στο πάτωμα. Χτύπησα την πλάτη μου στη γωνία του τραπεζιού και ένιωσα την ανάσα μου να κόβεται. Ο κόσμος γύρω μου μαύρισε για κάποια δευτερόλεπτα και δυσκολευόμουν να κουνηθώ. Άκουγα τη γιαγιά να φωνάζει, μία το όνομά μου, μία από τον πόνο.

***

Ήταν δύο. Ο ένας ζητούσε από τη γιαγιά να του πει που έχει λεφτά, χρυσαφικά, κοσμήματα, ενώ ο άλλος έκανε άνω κάτω το σπίτι μήπως σταθεί τυχερός με τις κρυψώνες της γριάς.

Αυτός ο δεύτερος γελούσε κάθε φορά που έβρισκε το οτιδήποτε αξίας – έστω και μικρής. Λες και λήστευε μία τράπεζα ή είχε μόλις βρει μία μυστική κρύπτη: είχε μεθύσει από την αδρεναλίνη και την ευφυία του. (Μα πώς τους ξεγέλασες όλους έτσι; ήθελα να του πω. Μα, πόσο χαζή είμαι που άνοιξα έτσι την πόρτα!)

Όταν άρχισα λίγο να συνέρχομαι και να μπορώ να κουνηθώ, με πλησίασε ο πρώτος και με χτύπησε στην κοιλιά. Μου ανασήκωσε το κεφάλι από τα μαλλιά και μου ψιθύρισε να μην κουνηθώ.

-Εγώ στην θέση σου, δηλαδή, δεν θα κουνιόμουν, είπε και άφησε το κεφάλι μου να πέσει στο έδαφος.

***

Είχα σταματήσει να ακούω τη γιαγιά. Την είχαν ξαπλώσει στο κρεβάτι και της είχαν πει να μην βγάλει μιλιά. Προσπαθούσα να σκεφτώ τι θα μπορούσα να κάνω. Τους παρατηρούσα όσο καλύτερα μπορούσα, να κρατήσω λεπτομέρειες, μήπως τους πιάσουν, μήπως και χρειαστεί να τους αναγνωρίσω.

-Τι κοιτάς μικρή; μου είπε ο πρώτος από τους δύο και τον είδα να έρχεται με φόρα προς το μέρος μου. Έβγαλε ένα σουγιά από την τσέπη του και τον πλησίασε στα μάτια μου.

-Ξέρεις, ήμουν ευγενικός μέχρι τώρα. Είναι, βλέπεις, που ο φίλος μου εκεί, είναι – βλέπεις – η πρώτη του φορά. Προσπαθώ να τον πείσω να μπει σε αυτή τη ζωή. Ήδη αγχώθηκε που η γριά φωνάζει, μην του το κάνω και πιο δύσκολο. Αλλά, μικρή μου, μη σε δω να σηκώνεις ξανά το βλέμμα σου, να κουνιέσαι, λίγο να μυριστώ ότι κάνεις κάτι. Δεν ξέρω αν θα το αντέξεις αυτό, είπε και τότε άκουσα τον πυροβολισμό. Ο ήχος είχε έρθει από την κρεβατοκάμαρα.

-Τι στο…; αναφώνησε.

Και τότε μπήκε ο άλλος στο σαλόνι. Αίμα έτρεχε στο παντελόνι του ενώ προσπαθούσε κουτσαίνοντας και χτυπώντας στα έπιπλα να φτάσει γρήγορα στην πόρτα.

-Η τρελή η γριά έχει όπλο.

Κοίταξα προς το χωλ και είδα την γιαγιά όρθια, να κρατά στο χέρι το περίστροφο του παππού. Το όπλισε ξανά και στόχευσε τον άλλο που είχε κοκκαλώσει ένα μέτρο μακριά μου, όρθιος από τη στιγμή που είδε τον φίλο του να κουτσαίνει προς την πόρτα.

Η γιαγιά πυροβόλησε πάλι και τον χτύπησε στο δεξί χέρι. Αυτός έπιασε το χέρι του ενστικτωδώς και φώναξε. Ο φίλος του του ούρλιαζε από την αρχή της σκάλας να τρέξει, να προλάβουν να φύγουν. Αυτός ξύπνησε τελικά μετά από μερικά δευτερόλεπτα και άρχισε να τρέχει. Η επόμενη σφαίρα άφησε μία τρύπα στον τοίχο δίπλα στη σκάλα.

***

-Δεν νιώθω καλά, είπε η γιαγιά μερικά λεπτά αργότερα.

Είχα κλείσει και κλειδώσει την πόρτα ενώ είχα καλέσει και την αστυνομία. Την έπιασα λίγο πριν σωριαστεί στο πάτωμα.

-Νιώθω λίγο αδύναμη καλή μου.

-Λογικό είναι, γιαγιάκα μου. Έλα να σε πάω να ξαπλώσεις. Ήσουν τόσο δυνατή.

Περίμενα στο πλάι της να κοιμηθεί. Την ξύπνησα μόλις ήρθαν οι αστυνομικοί αλλά δεν θυμόταν τίποτα να τους πει. Το ίδιο και μέρες μετά, αφού συνήλθε από το σοκ και της μείωσαν οι γιατροί τα φάρμακα για τον πόνο.

******

Η γιαγιά μένει μαζί μας πια.

Ένα βράδυ καθόμουν μαζί της και έβλεπα ταινία. Της πήρε λίγη ώρα αλλά είχε πια αποκοιμηθεί. Ξύπνησε για μια στιγμή και μου είπε «Πιο σι-γά. Θέλω να κοιμηθώ.».

Χαμογέλασα.

Είπα: «Εντάξει παππού.»

Μου λείπεις παππού.

Σε αγαπώ γιαγιά.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Το διήγημα έγραψε η Μαριλένα Κοσμοπούλου, στο πλαίσιο του Συνεργείου Δημιουργικής Γραφής, παίζοντας με τον μαγικό ρεαλισμό.

Ο πίνακας είναι “My parents” του David Hockney, 1977