Για τι πράγμα μιλάμε όταν μιλάμε για αγάπη

0
568

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι 1-uNuZraEp0RbqJS8qtAEi9A.jpegΜιλούσε ο φίλος μου ο Χερμπ Μακ Γκίνις, καρδιολόγος. Καθόμασταν οι τέσσερις μας γύρω από το τραπέζι της κουζίνας του πίνοντας τζιν. Ήταν Σάββατο απόγευμα. Το φως του ήλιου πλημμύριζε την κουζίνα απ’το μεγάλο παράθυρο πίσω από τον νεροχύτη.

Ήμαστε ο Χερμπ κι εγώ κι η δεύτερη γυναίκα του, η Τερέζα -Τέρι την φωνάζαμε- και η γυναίκα μου η Λόρα. Μέναμε στην Αλμπουκέρκη, αλλά ήμαστε όλοι από κάπου αλλού. Πάνω στο τραπέζι υπήρχε μια παγωνιέρα. Το τζιν με τόνικ κυλούσε ακατάπαυστα και για κάποιο λόγο πιάσαμε το θέμα της αγάπης.

Η Τέρι φαινόταν λιγάκι αμήχανη. Εμείς όλοι γνωριζόμασταν χρόνια μεταξύ μας. Η Τέρι -λογικό ήταν- δεν αισθανόταν καλά να μιλάει για τα συναισθήματα της μπροστά σε δύο φίλους του άντρα της.

Ο Χερμπ της γέμισε για δεύτερη φορά το ποτήρι. Είχε ήδη πιει το πρώτο και μασουλούσε αμήχανα την φλούδα αγγουριού που είχε μέσα. Σκέφτηκα εκείνη τη στιγμή αν η Τέρι είχε πλύνει τα αγγούρια. Η Λόρα συνήθιζε να μην τα πλένει. Της έλεγα πως ήταν γεμάτα χημικά αλλά την Λόρα δεν την ένοιαζε. Έλεγε πως όλα αυτά περί χημικών ήταν βλακείες. “Δηλαδή εσύ νομίζεις πως αναπνέεις καθαρό οξυγόνο εκεί έξω;” Δίκιο είχε αλλά εγώ γκρίνιαζα πάντα που δεν έπλενε τα αγγούρια.

“Αγάπη είναι αυτό που κάνω εγώ”, είπε ο Χερμπ και με ξύπνησε από τις σκέψεις μου.

“Την πάω ταξίδια. Δυο φορές τον χρόνο θα πάμε οπωσδήποτε ένα μεγάλο ταξίδι. Πέρυσι πήγαμε στη Μάλτα, λίγο πιο μετά στις Γαλλικές Άλπεις.”

Η Τέρι κατάπινε το δεύτερο τζιν και τον κοιτούσε από το πλάι με τα μάτια γουρλωμένα. Κανείς ποτέ δεν κατάλαβε γιατί ο γιατρός παντρεύτηκε την Τέρι. Ήταν όμορφη, αλλά λίγο δεύτερη. Φορούσε πάντα αιλάινερ και τριπλή δόση μάσκαρα, σαν πορνοστάρ β’ διαλογής.

Η Λόρα μου έλεγε πως η αγάπη είναι τυφλή. Την πίστευα. Το ίδιο πίστευα κι εγώ. Τι μπορεί να μου είχε βρει εμένα η Λόρα; Ήταν ψηλή, λυγερόκορμη, προικισμένη σε όλα της. Με τα γαλλικά και το πιάνο της. Εγώ ήμουν ένας μαλάκας. Ποιες Γαλλικές Άλπεις και κουραφέξαλα. Μέχρι την Καλιφόρνια μια φορά σε ένα παραλιακό μοτέλ με διακόσμηση χρυσόψαρα την είχα πάει και στο Τέξας κάνα δυο φορές σε μια θεία μου θεότρελη που έμενε σε ένα σπίτι στην μέση του πουθενά και καλούσε κόσμο για να της κάνει παρέα και να τους κερνάει τα άθλια τάκος της.

“Στην Ταϊλάνδη όμως είχαμε περάσει υπέροχα, έτσι δεν είναι αγάπη μου;” συνέχισε ο γιατρός. “Φέτος λέω να πάμε Βιετνάμ, μου έχουν πει πως είναι φανταστικός προορισμός.”

“Ναι, ναι” είπα κι εγώ. Ήθελα κάπως να δείξω πως παρακολουθώ τις εξελίξεις.

Έβαλα άλλο ένα ποτήρι τζιν και γέμισα τα ποτήρια όλων.

“Πάντως κακά τα ψέμματα παιδιά”, είπε ο γιατρός στρίβοντας μου πιο βαθειά το μαχαίρι, “το σεξ είναι η μεγαλύτερη απόδειξη της αγάπης δεν νομίζετε;”

Έμεινα αποσβολωμένος. Τι να έλεγα; Δεν ήμουν και κανένας πρωταθλητής του είδους. Την αγαπούσα την Λόρα. Όση ώρα της έκανα έρωτα άκουγα την φωνή μου μέσα μου να λέει σ’αγαπώ Λόρα σ’αγαπώ σαγαπώ. Όμως η αλήθεια είναι δεν την είδα ποτέ να χτυπιέται από ηδονή στο κρεβάτι μας, δεν κάναμε ώρες ατελείωτες σεξ ούτε ήταν αυτή η βασική μας προτεραιότητα. Ντρεπόμουν γι’ αυτό, όμως δεν το συζητούσαμε ποτέ. Το απέφευγα.

Η Λόρα ήταν μια γυναίκα σαν τα κρύα τα νερά, της άξιζε ένας θυελλώδης εραστής. Έβαλα το χέρι πάνω στο γόνατό της. Φορούσε εκείνη την φούστα που έδενε χαλαρά στο πλάι κι άφηνε διακριτικά να φανεί ο υπέροχος μηρός της.

Ο γιατρός ξαναμμένος μιλούσε για το σεξ και η Τέρι κατάπινε τη μία μετά την άλλη γουλιά τζιν κοιτώντας μ’ αυτά τα γουρλωμένα παραβαμμένα μάτια της. Σηκώθηκε για λίγο τρεκλίζοντας και πήγε μέχρι τον πάγκο της κουζίνας να φέρει λίγα ακόμα αμύγδαλα. Όλη αυτήν την ώρα τα καταβρόχθιζε μόνη της και έπινε τζιν.

“Αυτό είναι σχετικό” είπε η Λόρα στον γιατρό. “ Μας έχουν εκπαιδεύσει με το μοντέλο της τσόντας, μετά συγχωρήσεως. Ο έρωτας είναι κάτι πιο βαθύ, πιο ουσιαστικό”.

Αγάπη αγάπη μου σαγαπώ σκέφτηκα μέσα μου.

Ανασκουμπώθηκε ο γιατρός, έφαγε ένα αμύγδαλο και τσίμπησε το μάγουλο της Τέρι.

“Δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο από μια γυναίκα που έχει ακόμα δυνάμεις μετά από ένα καλό κρεβάτι. Δεν φαίνεται τώρα, είστε νέες”, έλεγε και χάιδευε το μάγουλο της Τέρι, “αλλά επιστημονικά το λέω”, μου ‘ριξε και μένα μια ματιά, “οι ανικανοποίητες γυναίκες γερνούν γρήγορα και αργότερα βγάζουν υστερίες, πολλές φορές και ψυχολογικά προβλήματα.”

“Σας πειράζει να ανάψω το πούρο μου;” Σηκώθηκε κι έφερε το κρυστάλλινο τασάκι από το σαλόνι πριν προλάβουμε να απαντήσουμε.

Η Λόρα κι εγώ αγγίξαμε τα γόνατα μας. Έβαλα ξανά το χέρι μου στον ζεστό μηρό της και τ’ άφησα εκεί. Η Τέρι έβαλε μόνη της το τέταρτο τζιν. Εμείς είχαμε ακόμα ποτό και δεν προσφέρθηκε να γεμίσει τα ποτήρια μας. Ο γιατρός άναψε το πούρο και μισόκλεισε τα μάτια τραβώντας την πρώτη ρουφηξιά.

“Η γυναίκα, συνέχισε, πρέπει να είναι κουρασμένη απ’ το κρεβάτι, να μην έχει όρεξη για γκρίνια. Η γκρίνια είναι θάνατος για την αγάπη. Η τεχνολογία”, είπε και έκανε μερικά δαχτυλίδια με τον καπνό του, “μας έχει εξοπλίσει με τόσα μέσα, τόσα βοηθήματα για να εμπλουτίσει την ζωή ενός ζευγαριού. Έτσι δεν είναι φίλε μου;” είπε και μου έκλεισε το μάτι.

Του το έκλεισα κι εγώ. Το βούλωσα, δεν είπα τίποτα. Τι να έλεγα;

“Κουράστηκα λίγο παιδιά”, είπε η Λόρα, “έχω ξυπνήσει απ’ τα ξημερώματα, ο γιος μας είχε λίγο πυρετό και δεν μπορούσα να κοιμηθώ. Τον έχω λίγο στο μυαλό μου που είναι με την γιαγιά.”

Η Λόρα μου, το κορίτσι μου, πάντα είχε να πει κάτι την κατάλληλη στιγμή. Την αγαπούσα για την σοφία της και το τσαγανό της. Κανένας, ούτε ακόμα ο γιατρός δεν μπορούσε να αμφισβητήσει τη Λόρα όταν έλεγε κάτι.

“Θες να φύγουμε αγάπη μου;” της είπα και κάρφωσα με το βλέμμα μου τα παλτό μας που κρέμονταν στον καλόγερο της εισόδου.

“Ό,τι νομίζετε παιδιά, πάντως έχω κι άλλο μπουκαλάκι, μην κοιτάτε που το πρώτο το ξάφρισε όλο η Τέρι”, είπε και την κοίταξε φυσώντας καπνό από το πούρο του κατά πάνω της.

“Είσαι καλά χρυσή μου;” τη ρώτησε κι εκείνη που δεν είχε βγάλει μιλιά τόση ώρα, σηκώθηκε με μιας απ’ το τραπέζι, διπλώθηκε στα δύο και ξέρασε δυνατά, φωναχτά, σαν άγριο ζώο ακούστηκε. Πεταχτήκαμε όλοι απ’ τις καρέκλες μας, η Λόρα έτρεξε στον νεροχύτη και έφερε μια πλαστική λεκάνη.

Η Τέρι ως άλλος εξορκιστής ξερνούσε ανεξέλεγκτα παντού. Ξέρασε σ’ όλο τον διάδρομο μπροστά από την κουζίνα, ξέρασε το ανατολίτικο χαλί στην μεριά της εισόδου. Ξέρασε, ξέρασε, ξέρασε. Έβγαλε το τζιν, τα αμύγδαλα, τα αγγούρια, τα χημικά.

Εγώ κι η Λόλα προσπαθούσαμε να την συνεφέρουμε. Της φέραμε νερό και μια καθαρή πετσέτα. Ο γιατρός με το πούρο στο στόμα ετοίμαζε μια ένεση. Στο τέλος αφού η Τέρι ξέρασε και το τελευταίο αμύγδαλο της έμπηξε ο γιατρός μια ένεση για να ηρεμήσει κι εμείς φύγαμε.

“Όλα καλά γιατρέ συμβαίνουν αυτά”, του είπαμε φεύγοντας.

Έπεσα νεκρός στο κρεβάτι. Ήρθε κι η Λόρα σε λίγο. Είχε πάρει πρώτα την μητέρα της τηλέφωνο να βεβαιωθεί πως ήταν καλύτερα ο μικρός. Έβγαλε τη ρόμπα της και φάνηκε το κοριτσίστικο στήθος της μέσα από την μεταξωτή νυχτικιά της. Μπήκε μέσα στα σκεπάσματα και τύλιξε τον ζεστό μηρό της στο σώμα μου. Έκλεισε το πορτατίφ.

“Σ’ αγαπώ”, μου ψιθύρισε μέσα στο σκοτάδι.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Το διήγημα έγραψε η Μαρία Παπαδάκη. Η πρώτη παράγραφος είναι από το Αρχάριοι, του Ρέημοντ Κάρβερ.

Ο τίτλος είναι από τη συλλογή διηγημάτων του Κάρβερ.

Η φωτογραφία είναι από το εμβληματικό The Americans, του Ρόμπερτ Φρανκ