Το φως της Κίρκης

0
463

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι 1200px-Circe_Offering_the_Cup_to_Odysseus.jpg2_-1024x629.jpgΗ Θλίψη της Κίρκης, της Λουίζ Γκλουκ

“Με σύστησα, εν τέλει
Στη γυναίκα σου, σα μια
Θεά, στο ίδιο της το σπίτι, στην
Ιθάκη, σα μια φωνή
Χωρίς το σώμα: άφησʼ εκείνη
Το υφαντό, γύρισε το κεφάλι
Πρώτα δεξιά, ύστερʼ αριστερά
Αν και δεν είχʼ ελπίδα φυσικά
Να αποδώσει τη φωνή σε κάποια
Υπαρκτή πηγή: Εγώ αμφιβάλλω
Αν γυρίσει πια στον αργαλειό της
Με όσα ξέρει τώρα. Όταν
Την δεις ξανά, πες της πως
Έτσι αποχαιρετάει μια Θεά:
Αν στο μυαλό της είμαι δια παντός
Είμαι και στη ζωή σου δια παντός.”

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

(Δωμάτιο στο παλάτι της Ιθάκης. Η Πηνελόπη στο αργαλειό της. Κοιτάζει απ’ το παράθυρο. Ακούγεται μια φωνή. Γυρνάει το κεφάλι δεξιά αριστερά. Η Κίρκη της παρουσιάζεται σα μια φωνή. Της συστήνεται. Και της λέει ότι θέλει να της μιλήσει.)

Πηνελόπη: (θυμωμένη) Να μιλήσεις, να πεις τι, για τα γουρούνια που μεταμόρφωσες τους άνδρες έναν έναν;

Κίρκη: Όπως όλοι οι ναυτικοί, με την αντίφαση της θάλασσας, είχαν ξεχάσει. Στερημένοι, τους είχε κρατήσει μακριά εκείνη από αλμύρα γυναικός και κάθε έκρηξη χυμών του ήλιου και της ηδονής. Με το που πάτησαν το πόδι τους στο εξωτικό νησί μου, έγινε θολή η όρασή τους και τα λογικά άρχισαν να σαλεύουν, το ταξίδι χανόταν σαν εικόνα, η αποστολή τους, ο καπετάνιος και η Ιθάκη γίνονταν οσμές και εικόνες παραδείσου, όποιος με ακούμπησε χάθηκε πρώτα μέσα μου και μετά μέσα του.

Πηνελόπη: Για τους πόθους των ανδρών σαν ήλθες να μου πεις, άσε και ξέρω, το βλέμμα τους πάνω μου αχόρταγο και ξένο, ξένη με ‘κάνανε στην ίδια μου τη σκέπη. Για τον Οδυσσέα θα τολμήσει η γλώσσα σου να πει;

Κίρκη: Και εμφανίζεται ο Οδυσσέας. Πολύτροπος, μέχρι και Θεούς γητεύει, μυαλό κοφτερό, εσύ ξέρεις.

Πηνελόπη: Δεν είδα και καμιά χαρά από δαύτο.

Κίρκη: Ω, μη μου πεις πως τη σάρκα του μόνο ονειρευόσουν τόσα χρόνια, δόξα τον Δία, τέτοιες είχες πολλές αν ήθελες.

Πηνελόπη: Και συ το ίδιο, ολόκληρο καράβι δεν σου ‘φτανε τη δίψα σου να σβήσεις;

Κίρκη: Γυναίκα έξυπνη μου είχαν πει πως είσαι Πηνελόπη, γλυκιά και ευγενική.

Πηνελόπη: Τη γλύκα μου την έφαγαν των μνηστήρων οι αγριάδες και τα κύματα του κύρη μου στο βλέμμα. Πριν ξαναφύγει ακόμα, καθρεφτίζανε φευγιό, όχι μέλι μου.

Κίρκη: Ο Οδυσσέας… δύναμη ανήμερου θεριού και μυαλοσύνη τέτοια που ξεπερνούσε τους άλλους Έλληνες. Αυτό. Ο πιο έξυπνος από όλους. Το έχεις λίγο, εσύ που τώρα ειρωνεύεσαι;

Πηνελόπη: Αν ήταν τόσο έξυπνος θα σου είχε αντισταθεί.

Κίρκη: Έλα τώρα, μιλάς σαν οποιαδήποτε γυναίκα που αντικρίζει την ερωμένη του άνδρα της, μα συ δεν είσαι τέτοια. Και ξέρεις πώς το ξέρω;

Πηνελόπη: Μάγισσα γαρ;

Κίρκη: Δεν θα σε διάλεγε Πηνελόπη. Για Επιστροφή του. Για μάνα του παιδιού και αφέντρα του σπιτιού του.

Πηνελόπη: Αφέντρα του τίποτα δηλαδή. Του άδειο παλατιού.

Κίρκη: Μιλά ο πόνος ή η Βασίλισσα του ανδρός που αγάπησα τώρα;

Πηνελόπη: Τα λόγια σου τα σκέφτεσαι, ήθελα να ’ξερα, χαρά στη μάγισσα με την ωραία φωνή που τρόμο είχε σπείρει.

Κίρκη: Εγώ τρόμο, εσύ πόθο. Γιατί δεν το λες; Ή νομίζεις πως με τυφλώνει και μένα η λάμψη σου και δεν βλέπω τι έκανες;

Πηνελόπη: Τι δεν έκανα μάλλον θες να πεις.

Κίρκη: Εμένα λογάριαζαν φρικτή μα γω ακόμα και τους συντρόφους του απαλά τους πλησίαζα, με τρυφεράδα, εσύ το μίσος και το φαρμάκι της έλλειψης έσταζες στο κρασί και στα καλούδια.

Πηνελόπη: Δεν έχεις ιδέα τι θα πει πώς…

Κίρκη: …πώς είναι να’ σαι μόνη; Στην κλίνη με τη σκέψη εκείνου να ξαπλώνεις; Τα χέρια του γύρω από το κορμί σου να πονάς από την πεθυμιά; Ή τα σκέλια σου κάθε βράδυ να πονούν από της μυρωδιάς του τη λαχτάρα;

Πηνελόπη:

Κίρκη: Να ηχούν τα βήματά σου στα άδεια ανάκτορα και να κοιτάς τη θάλασσα με την ελπίδα να σου φέρει;

Πηνελόπη: Γέρασα σε κείνο το παράθυρο μπροστά (το δείχνει)

(σηκώνεται όρθια και γυρίζει προς την Κίρκη)

Γέρασα, τ’ ακούς; Δεν έχεις κανένα δικαίωμα να βρίσκεσαι εδώ, ούτε πουθενά, δεν υπήρξες ποτέ!

Κίρκη: Και μόνο που έφυγε το αίμα από τα μάγουλά σου στο άκουσμα του ονόματός του, αναλογίσου. Αν υπήρξα ή δεν υπήρξα.

(σκύβει μπροστά η Πηνελόπη και ακούγεται αργόσυρτη βαθιά φωνή σα θρήνος)

Πηνελόπη: Ω, γυναίκα αδίστακτη που τους άνδρες άλλων γυναικών αποπλανάς αφού δικόν σου δεν μπορείς να ’βρεις, θράσος μα την αλήθεια έχεις, στο σπίτι αυτό που γέννησα από τα σπλάχνα μου το γιό του να πατήσεις και μπροστά στο σώμα εκείνης που κάθε βράδυ γύμνωνε από πόθο και Βασίλισσά του λάτρευε, να σταθείς. (στέκεται όρθια τώρα)

Κίρκη: Θαρρείς πως ήσουνα, άμοιρη, η μόνη, που σα Θεά του λάτρεψε;

Πηνελόπη: (Άγρια) Φύγε, μ’ ακούς, χάσου από τα μάτια μου και από της γης το φως!

Κίρκη: Πονάει Πηνελόπη ε; Η προδοσία εκείνου σε πονά γυναίκα, ξύπνα!

Πηνελόπη: Δέσμιο στα φίλτρα σου τον είχες, παραδέξου το!

Κίρκη: Τα βοτάνια μου αστεία μπρος στο μαχαίρι του κυρά μου. Γυμνό, δεν σου κρύβω, τόνε φαντάστηκα και άοπλο στα φίλτρα μου. Σαν τους συντρόφους του, θα χάνονταν στης λάβας μου τη λήθη, μα, αλίμονο σε με, τους Θεούς με το μέρος του είχε.

Πηνελόπη: Οι Θεοί, επίκληση σε αυτούς μην κάνεις, φαρμακερή εσύ, Κίρκη στο όνομα.

Κίρκη: Λιογέννητη με φώναζε.

Πηνελόπη: Θαρρείς θα μείνω σα δεμένη στα ξόρκια σου να ακούω, στο θράσος ξεπεσμό δεν δείχνω!

Κίρκη: Με κόμπους αόρατους δέθηκα μαζί του.

Πηνελόπη: Με όρκους γαμήλιους εγώ, το δέσιμο ιερό, με των Θεών την ευλογία και γέννα του κορμιού μου.

Κίρκη: Γεννιόσουν και πέθαινες αδιάκοπα, κάθε νύχτα έσβηνε τα χνάρια σου πάνω στο κορμί μου, φλεγόμενη εγώ και αυτός για τη φωτιά μου μόνο.

Πηνελόπη: Σταμάτα, να ακούν τ’ αυτιά μου δεν βαστούν, σε ικετεύω. (γυρνά την πλάτη της)

Κίρκη: Ο θάνατος της μορφής σου όμως Πηνελόπη λύτρωση δεν είχε, η σκιά της πλανιόταν πάνω μου. Και κάθε που η ροδοδάχτυλη Ηώ παιχνίδια έφερνε νέα, επέστρεφες από τις πύλες του Άδη πιο λάγνα, πιο όμορφη, πιο θελκτική από ποτέ. Η μνήμη σου τον κένταγε σαν την βουκέντρα, και μέσα στην αγκάλη μου γύρευε τη δική σου. Αναπαμό δεν είχε η σκέψη του και η Ιθάκη γινόταν προσευχή του.

Και αφού στους κόλπους και στις ακρογιαλιές μου τη δίψα του είχε σβήσει, έφευγε για ώρες μακριά, στις σκέψεις του χαμένος.

Όρκο έδινα τότε σε με και στους Θεούς, πως πάει, τέλειωσε τούτο το μαρτύριο και μόλις γύρναγε τους ανέμους μακριά να τον πάρουν θα καλούσα. Πως με φαντάσματα εγώ δεν άντεχα να ζω, στη σκιά γυναίκας άλλης, ολάκερο τον ήθελα, μα ολάκερος ποτές του…

Πηνελόπη: (την κοιτά στητή στα μάτια) Η ιδέα της Ιθάκης του τον είχε, πίστεψέ με.

Κίρκη: Και σε κείνη μέσα εσύ, Γυναίκα, αγαπημένη του. Πώς να το παραβλέψω αυτό, γεμάτη σαν ήταν η αγκαλιά μου, κενό έτρωγε τα μέσα μου. Στη θάλασσα όταν έφευγα, για τη μορφή σου αναρωτιόμουν. Πόση γλύκα, σοφία και δύναμη να μάζευε ένα πλάσμα, που τέτοιον πολυμήχανο αιχμάλωτο να έχει πάντα.

Πηνελόπη: Στην όψη και στην ηδονή σου ήταν αιχμάλωτος. Σε ζήταγε ξέρεις. Βλέπω γιατί. Σκοτεινή μα με μια λάμψη άλλη. Κάποιες νύχτες που παρόλο χορτασμένος κορμί και αγκάλη μου ήταν, ιδρωμένος παραμίλαγε, τη θάλασσα καλούσε και τ’ όνομά σου, στα χείλη του διπλό μαχαίρι να με αποτελειώνει.

Κίρκη: Αστείο. Δεν είναι; Η καθεμιά με το φάντασμα της άλλης… (Μικρή παύση.)

Πηνελόπη: (κουρασμένα) Πήγαινε τώρα γυναίκα. Και ξέχνα πως με είδες. Εξάλλου εκείνος που γυρεύεις δεν βρίσκεται εδώ, λάθος λόγια σου είπανε.

Κίρκη: Φαντάστηκες πως εκείνον ήρθα για να δω;

Πηνελόπη: Τι άλλο την τρικυμιώδη σου μορφή να τράβαγε ως εδώ;

Κίρκη: Η Βασίλισσά του. Το φως μέσα στα μάτια του, που τα ‘κανε να λάμπουν.

Πηνελόπη: Για ποιο φως μιλάς; Αν απάντηση γυρεύεις πώς μακριά του ζω, κοίτα με, δεν έχω.

Κίρκη: Αν πλάνη ήσουνα, δεν θα σε έβρισκα εδώ, αμετακίνητη πάντα. Σαν το λιμάνι που ξέρει πως είναι εκεί όταν επιστρέφει.

Πηνελόπη: Και αν γυρίζει σε μένα, θα επιστρέφει το φως;

Κίρκη: Ίσως το φως κάθε φορά να είναι η αντανάκλαση μας. Ή εκείνου.

Πηνελόπη: Εκείνου που στις Ιθάκες του ταγμένος. Ίσως πιο πιστός και από μένα.

Κίρκη: Σαν έρθει μέρα που δεν θα περιμένεις πια, έλα, έλα να με βρεις στην Αία.

Πηνελόπη: Σε τέτοια μέρα εύχεσαι;

Κίρκη: Μα τους Θεούς, όχι. Το φως που έψαχνα, θαρρώ, είναι εκεί. Και δύει. Στον τόπο που κυριαρχώ και που τίποτα δεν περιμένει. Οι Θεοί μαζί σου Πηνελόπη.

(και τραβώντας ελαφρά τον μανδύα της φεύγει)


Τον διάλογο έγραψε η Μίνα Πατρινού, στο πλαίσιο του Συνεργείου Δημιουργικής Γραφής

Circe Offering the Cup to Ulysses, John William Waterhouse, 1891