Του έρωτα και του θανάτου

0
1207

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι death.jpgΣεπτέμβρης 2020, περίπου έξι το πρωί. Μεταξοχώρι Λάρισας. Ο τραγουδοποιός Θανάσης Παπακωνσταντίνου βρίσκεται στην αυλή του σπιτιού του, έχοντας συντροφιά το σκύλο του. Κάθεται σε μια τραπεζαρία εξωτερικού χώρου και πίνει αργά καφέ, χαζεύοντας ασυναίσθητα την ανατολή του ηλίου. Η πόρτα της αυλής ανοίγει και μια ασαφής, παρότι ανθρωπόμορφη, γκρίζα παρουσία μπαίνει στην αυλή και πλησιάζει αργά το τραπέζι. Ο σκύλος κρύβεται πίσω από την καρέκλα του αφεντικού του.

[ΘΑΝΑΣΗΣ]: Αλλιώς το είχα φανταστεί αυτό.

[ΘΑΝΑΤΟΣ]: Περίμενε, περίμενε, μη βιάζεσαι να βγάλεις συμπεράσματα.

[ΘΑΝΑΣΗΣ]: Α, θέλεις να το κάνεις αργό και βασανιστικό;

[ΘΑΝΑΤΟΣ]: Δεν είναι αυτό που νομίζεις, δεν ήρθα σήμερα για να σε πάρω μαζί μου.

[ΘΑΝΑΣΗΣ]: Κάνεις και κοινωνικές επισκέψεις δηλαδή.

[ΘΑΝΑΤΟΣ]: Ναι, αν και όχι πολύ συχνά.

[ΘΑΝΑΣΗΣ]: Άρα γιατί έχεις έρθει, για να γίνουμε φίλοι;

[ΘΑΝΑΤΟΣ]: Κατά κάποιο τρόπο.

[ΘΑΝΑΣΗΣ]: (χαμογελάει) Ε τότε να σου βάλω καφέ!

Ο Θάνατος κάθεται με μετρημένες κινήσεις σε μια καρέκλα απέναντι από τον συνομιλητή του.

[ΘΑΝΑΤΟΣ]: Τις προάλλες ήμουν σε μια τελετή, ξέρεις από τις δικές μου. Εκεί άκουσα να λένε ότι έχεις γράψει ένα τραγούδι για μένα.

[ΘΑΝΑΣΗΣ]: Του Έρωτα και του Θανάτου.

[ΘΑΝΑΤΟΣ]: Σωστά.

[ΘΑΝΑΣΗΣ]: Και;

[ΘΑΝΑΤΟΣ]: Και μου άρεσε.

[ΘΑΝΑΣΗΣ]: Αν ήρθες για να στο παίξω, δώσ’ μου δυο λεπτά να κουρδίσω τη μπουζουκομάνα.

[ΘΑΝΑΤΟΣ]: Όχι, δεν είναι ανάγκη. Άλλωστε δεν είμαι και πολύ της ζωντανής μουσικής, ή γενικότερα των ζωντανών.

[ΘΑΝΑΣΗΣ]: Καλύτερα, γιατί κοιμάται και η γυναίκα μου μέσα, μην κάνουμε φασαρία.

[ΘΑΝΑΤΟΣ]: Μου άρεσαν οι στίχοι για την ακρίβεια.

[ΘΑΝΑΣΗΣ]: Θα σε απογοητεύσω τώρα, δεν τους έχω γράψει εγώ αυτούς τους στίχους.

[ΘΑΝΑΤΟΣ]: Κρίμα.

[ΘΑΝΑΣΗΣ]: Το ξέρεις όμως ότι σε ‘κεινο το τραγούδι τελικά χάνεις από τον Έρωτα, έτσι;

[ΘΑΝΑΤΟΣ]: Έχω συνηθίσει να παίζω το ρόλο του κακού στα έργα των ανθρώπων. Όμως, όπως σου είπα ήδη, μου άρεσαν εκείνοι οι στίχοι. Καταλήγουν σε συμβιβασμό με το Θάνατο.

[ΘΑΝΑΣΗΣ]: Φυσικά. Ο Θάνατος για τον άνθρωπο είναι ό,τι πιο ανοίκειο και βασική λειτουργία της Τέχνης είναι να τον προετοιμάσει. Όλη μας η ζωή είναι μια μάταιη, χαοτική πορεία προς την εξοικείωση με τη στιγμή εκείνη.

[ΘΑΝΑΤΟΣ]: Καλό, μου αρέσει.

[ΘΑΝΑΣΗΣ]: Μου ‘λεγε τις προάλλες ο γιος μου πως τώρα τελευταία είναι της μόδας να κάνουν οι εταιρίες “rebranding”, επαναπροσδιορισμό, της εταιρίας, καινούργιες ατάκες, τέτοια. Δεν πιστεύω να ήρθες για να σου κάνω τίποτα τέτοιο. Εγώ ούτε στο τραγούδι δεν είμαι καλός.

[ΘΑΝΑΤΟΣ]: (γελάει) Λες;

[ΘΑΝΑΣΗΣ]: Τελικά, γιατί είσαι εδώ; Σε τι οφείλω την τιμή;

[ΘΑΝΑΤΟΣ]: Ήρθα επειδή έχω ρεπό σήμερα το πρωί και υποψιάστηκα πως θα μου άρεσε η συζήτηση μαζί σου. Συνήθως οι θνητοί με ρωτάτε πότε θα πεθάνουν ή αν υπάρχει θεός. Γι’αυτό και αποφεύγω τις επισκέψεις αν δεν υπάρχει επαγγελματικός λόγος.

[ΘΑΝΑΣΗΣ]: Κοίτα, εγώ προτιμώ να βαδίσω αυτή την πορεία χωρίς βοήθεια, να οδηγηθώ στο άγνωστο.

[ΘΑΝΑΤΟΣ]: Μόνος; Κι όλα αυτά που λέτε οι καλλιτέχνες; Πως ο Έρωτας και η Τέχνη είναι τα μόνα οχήματα για την υπέρβαση της μοναχικότητας;

[ΘΑΝΑΣΗΣ]: Ο έρωτας… ίσως ναι. Η μοναχικότητα τώρα… Ο καθένας προσπαθεί να την αντιμετωπίσει με τον τρόπο του. Αλλά στο τέλος του δρόμου ο καθένας είναι μόνος του.

“Σέρνουν βαρύ σταυρό και όταν αποθάνουν
τον κόβουν ξύλα οι γείτονες κι ανάβουνε φωτιές”

[ΘΑΝΑΤΟΣ]: Δεν σε ενδιαφέρει να μάθεις τι γίνεται μετά;

[ΘΑΝΑΣΗΣ]: Μετά… Μετά γινόμαστε σκόνη και πάμε στ’ αστέρια, από ‘κει όπου ήρθαμε άλλωστε. Αν είσαι τυχερός, μπορεί και να βρεις μια καλή θέση – εγώ έχω ζητήσει μια ανάμεσα στο Βέγα, τον Ντενέμπ και τον Αλτάιρ.

Ακούγονται ήχοι από το εσωτερικό του σπιτιού, ο σκύλος ανασηκώνεται και στρέφει το βλέμμα του προς τα ‘κεί.

[ΘΑΝΑΤΟΣ]: Μάλλον ήρθε η ώρα να φεύγω.

[ΘΑΝΑΣΗΣ]: Τώρα τι να σου πω, συνήθως όταν φεύγει κάποιος φίλος του λέω να προσέχει.

[ΘΑΝΑΤΟΣ]: Ευχαριστώ για τον καφέ, την επόμενη φορά δικά μου.

Ο Θάνατος έχει απομακρυνθεί λίγα μέτρα και ετοιμάζεται να ανοίξει την αυλόπορτα.

[ΘΑΝΑΣΗΣ]: Περίμενε. Ένα άλλο τραγούδι μου λέει πως “το πιο γλυκό βιολί το παίζει ο Θάνατος”. Πώς σου ακούγεται αυτό για rebranding;

[ΘΑΝΑΤΟΣ]: Το κρατάμε.

Η σύζυγος του Θανάση Παπακωνσταντίνου, Φανή, βγαίνει στην αυλή σιγά. Εκείνος ανακαθίζει στην καρέκλα του, κοιτάζει γύρω του και αντιλαμβάνεται ότι είχε αποκοιμηθεί και ονειρευόταν.

[ΦΑΝΗ]: Πολύ νωρίς ξύπνησες σήμερα.

[ΘΑΝΑΣΗΣ]: Με ξαναπήρε ο ύπνος εδώ στην καρέκλα. Άκου να σου πω τι όνειρο είδα. Μάλλον όχι, φέρε μου ένα στυλό κι ένα τετράδιο, τα όνειρα σβήνουν μετά από λίγο αν δεν τα καταγράψεις.

[ΦΑΝΗ]: Είχες παρέα πρωινιάτικα; Γιατί έχεις δύο κούπες καφέ;

~~~~~~~~~~~~~~

Τον διάλογο έγραψε ο Γιώργος Μακριδάκης, στο πλαίσιο του Συνεργείου Δημιουργικής Γραφής