Έφηβα γεράκια

0
216

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι buddha-statue-religion-cherry-blossoms-1024x653.jpg

Στη σκιά του σπιτιού και στον ήλιο της ακροποταμιάς, κοντά στα πλοία, στη σκιά του δάσους και κάτω απ’ τον ίσκιο της συκιάς μεγάλωνε ο Σιντάρτα, ο όμορφος γιος του βραχμάνου, νεαρό γεράκι, μαζί με τον Γκοβίντα το φίλο του, γιος βραχμάνου κι αυτός.

Η πειθαρχημένη βραχμάνικη εκπαίδευση της παιδικής ηλικίας, αδυνατούσε να κρύψει την εφηβική λάμψη από τα μάτια τους που φώτιζαν σαν πυρωμένες λάμες. Η καρδιά τους φλόγιζε από πόθο ν’ ανακαλύψουν τη ζωή, να χαθούν στις περιπέτειες του παράξενου κόσμου που μπόλιασε με τις αφηγήσεις του, ο Αρουντάτι, ο έμπορος.

Είχε έρθει το πλήρωμα του χρόνου, η αρσενική τους φύση τους καλούσε στο άγνωστο. Τα τελετουργικά, οι θυσίες και οι ψαλμωδίες ξέφτισαν, σχεδόν λησμονήθηκαν.

Ο Αραβίντ, ο καπετάνιος που συνωμότησε να τους πάρει μαζί του, έμεινε δεκατέσσερα βράδια άυπνος. Γνώριζε πως συναινούσε σε κάτι ανόσιο και απρεπές, κάτι που μπορούσε να προκαλέσει τη μήνη των σεβαστών βραχμάνων.

Μα το λόγο του στον Σιντάρτα δεν μπορούσε να τον πάρει πίσω.

Ήταν ο γιος του βραχμάνου που έσωσε με τα άγια χέρια του, τον γιο του από τον πυρετό. Τον έκλεψε από τον θάνατο, είπαν στο ψαροχώρι, και ο Αραβίντ κάθε που τον συναντούσε, έπεφτε στα γόνατα από σεβασμό.

~~

Στην πρωινή αχλή, πριν ακόμη οι ακτίνες του ήλιου φέρουν στο φως κάθε βουλή του ανθρώπου, οι δυο φυγάδες απαλλαγμένοι από τους χρυσαφί χιτώνες τους, ανέβηκαν μυστικά την ξύλινη σκάλα στο πλοιάριο.

Ο θαλασσινός αέρας είχε το άρωμα της ελευθερίας. Απαλός, γλυκός σαν το στήθος της μάνας, με μυστηριώδεις, εξωτικές νότες. Η βαριά κληρονομιά, οι ανομολόγητες προσδοκίες και οι βουβές υποσχέσεις, όλες γραμμένες σ’ ένα βιβλίο, που κλείνοντάς το απότομα οι γιοι των βραχμάνων, σήκωσε ένα σύννεφο μπαγιάτικης σκόνης αιώνων.

Ο Αραβίντ τους χαιρέτησε εγκάρδια και τους άφησε, ανακουφισμένος, στο μεγάλο λιμάνι. Τα φωτισμένα τους πρόσωπα είχαν την ικανοποίηση ενός νεοσσού που κατάφερε την πρώτη του πτήση. Αναζήτησαν τον Αρουντάτι τον έμπορο, άνθρωπο που γνώριζαν και σέβονταν όλοι για το ήθος, τις γνώσεις και τις ικανότητές του.

Ο έμπορος δεν ξαφνιάστηκε όταν τον βρήκαν στην πλούσια κατοικία του. Είχε διακρίνει το νεανικό σφρίγος στα μάτια τους, διαισθάνθηκε τη λαχτάρα που κυριεύει κάθε κύμα που ποθεί να γνωρίσει ονειρικές ακτές. Φρόντισε να τους βρει δουλειά, να τους κάνει αχθοφόρους στο λιμάνι. Έτρεφε μεγάλο σεβασμό για τους βραχμάνους, παρότι η ζωή του είχε χαράξει κοσμική ρότα.

Κι εκείνοι έμοιαζαν με μικρά λιοντάρια που καθώς μεγαλώνουν, περιπλανώνται στις σαβάνες για να χτίσουν τη δική τους αγέλη. Οι γιοι των βραχμάνων τρυγούσαν μέρα τη μέρα τη ζωή και έπιναν το γλυκό κρασί της, γνώριζαν την ανατριχίλα του έρωτα, γεύονταν τους καρπούς του ιδρώτα τους.

~~

Οι ικανότητές τους δεν πέρασαν απαρατήρητες. Ο οξύς νους του Σιντάρτα τον έφερε στη θέση του επιστάτη και η ασίγαστη ορμή του Γκοβίντα άνοιξε πανιά για μακρινά λιμάνια. Κι όταν μετά από μήνες έσμιγαν, πνίγονταν σε ξενόφερτες αγκαλιές και μεθυστικά κρασιά για να γιορτάσουν τη ζωή.

Ο Γκοβίντα μετά από κάθε ταξίδι επέστρεφε διαφορετικός και ποτέ δεν γύριζε εντελώς. Άφηνε κομμάτια του να περιπλανώνται στα πέρατα του κόσμου. Μέχρι που ήρθε εκείνο το ταξίδι που τον κράτησε συντροφιά του, με όμορφες υποσχέσεις και σαγηνευτικά τραγούδια. Μια ανατολίτισσα Καλυψώ χώρισε τις δίδυμες φλόγες απροσδόκητα. Και οι φλόγες, άμαθες σε τέτοια μοναξιά, αργοσβήνανε μονάχες.

Ο Σιντάρτα επιστράτευσε κάθε κόκκο αυτοπειθαρχίας που έμαθε δίπλα σε φωτισμένους βραχμάνους, για ν’ απαλύνει τον πόνο του. Αλλά κι αυτό μάταιο ήταν. Έβλεπε στα όνειρά του ότι παλεύει ιδρωμένος να φορέσει έναν κουρελιασμένο χρυσαφί χιτώνα που σκιζόταν σε μικρά κομμάτια από την αγωνιώδη προσπάθειά του.

~~

Ένα πρωινό, που θύμιζε πολύ εκείνο που πρωτοσαλπάρανε, έφτασαν στον Σιντάρτα τα άσχημα μαντάτα. Ένα καράβι έδεσε στο λιμάνι με τον Γκοβίντα ημιθανή, να ψήνεται από τον πυρετό. Πήγε και τον παρέλαβε ο ίδιος, τον κουβάλησε με τα χέρια του σαν ανυπεράσπιστο βρέφος στο σπίτι.

Σφούγγιζε τον ιδρώτα του και τον άλειφε με ματζούνια περίεργα, ανατολίτικα, ψιθυρίζοντας λόγια βραχμάνικα.

Έσκυβε πάνω από το κεφάλι του και θαρρείς πως ήθελε να ενώσει τη φλόγα του με του Γκοβίντα, που ‘χε απομείνει πια μια μικρή μπλε κουκκίδα.

“Σιντάρτα, γύρισε πίσω”, πρόλαβε να πει μέσα στο παραλήρημα του πυρετού. “Αυτός ο κόσμος δεν είναι για μας. Τα χέρια σου χάσανε την αγιοσύνη τους, τα μάτια μου τη λάμψη τους.”

Ο Σιντάρτα πήρε τον Γκοβίντα για να τον κάψει σε μέρος καθαρό, να τον σκορπίσει εκεί που γέμισαν τα πνευμόνια του στην πρώτη του ανάσα. Η γη επιζητούσε την επιστροφή εκείνου που ξεδίψασε από τους χυμούς της.

~~

Έφτασε στο ψαροχώρι, μια μακρινή πλέον ανάμνηση της ωραιότητας που άφησε πολλά χρόνια πριν. Αφού τίμησε τον φίλο και συνοδοιπόρο του, έκανε να πάει στο σπίτι που μεγάλωσε.

Κανένας δεν τον πρόσεξε στο δρόμο, κανένα χέρι δεν έτεινε να σφίξει τον άλλοτε σεβαστό κι αξιαγάπητο Σιντάρτα.

Έσυρε τη μισογκρεμισμένη ξύλινη πόρτα και μπήκε στην αυλή. Εκεί που κάποτε μεθούσε από τα άνθη του γιασεμιού και τον ταξίδευαν τα ηλιοτρόπια και οι ταγέτες, στέκονταν μόνο πανύψηλα αγριόχορτα.

Ένας κουρελιασμένος χρυσαφί χιτώνας, χρησίμευε σαν κάλυμμα σε δύο κούτσουρα μπροστά στην εξώπορτα.

Άνοιξε διστακτικά. Το βλέμμα του ήταν παγωμένο, η καρδιά του χτυπούσε ακανόνιστα. Μια τυφλή, ηλικιωμένη γυναίκα με το μπαστούνι της καθόταν στην ετοιμόρροπη ψάθινη πολυθρόνα.

Και μια αχτίδα ήλιου ζέσταινε το μέτωπό της, γλιστρώντας μέσα από το σπασμένο ξύλινο παντζούρι.

“Μητέρα!”
“Δεν είμαι η μητέρα σου, Σιντάρτα. Είμαι ό,τι απέμεινε από την παλιά ζωή σου, αγαπημένε μου Σιντάρτα. Μα εσύ τώρα είσαι μπολιασμένη κερασιά, Σιντάρτα. Όμορφη, ανθοφορούσα.”

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Το διήγημα έγραψε ο Νίκος Χατζηκωνσταντίνου, στο πλαίσιο του Συνεργείου Δημιουργικής Γραφής.

Η πρώτη παράγραφος είναι από το Σιντάρτα, του Έρμαν Έσσε.