Ροζ τηλέφωνο

0
409

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι pinkpay6-1024x785.jpgΌταν ήμουν στο πανεπιστήμιο, κανείς στο κτήριο δεν είχε τηλέφωνο. Διάολε, αμφιβάλλω αν είχε κάποιος έστω και μια γομολάστιχα. Υπήρχε, όμως, ένα ροζ κερματοτηλέφωνο το οποίο βρισκόταν έξω από το γραφείο του επιστάτη σε ένα χαμηλό τραπέζι που είχαν πετάξει από το τοπικό δημοτικό σχολείο. Ήταν το μοναδικό τηλέφωνο σε εκείνο το μέρος. Οι τηλεφωνικοί διακόπτες ήταν το τελευταίο πράγμα που είχαμε στο μυαλό μας. Ο κόσμος μας ήταν ειρηνικός σε μια ειρηνική εποχή.

Εκείνο το εξάμηνο συνήθιζα μόνο να διαβάζω και να καπνίζω. Ήμουν στο τρίτο έτος κι είχα αρχίσει να κουράζομαι. Είχα ελάχιστους φίλους κι η παρουσία των άλλων φοιτητών, μάλλον με εκνεύριζε παρά μου άρεσε. Έβγαινα από το δωμάτιό μου μόνο για να πάρω τσιγάρα ή να επιστρέψω βιβλία σε συμφοιτητές και στη βιβλιοθήκη. Σε μία τέτοια έξοδο, κι ενώ ήμουν έτοιμος να ανοίξω την πόρτα του κτηρίου, χτύπησε το ροζ τηλέφωνο.

Εγώ εξυπηρετήσεις δεν κάνω. Κανείς δεν ήταν τριγύρω που να περίμενε το τηλεφώνημα. Καθώς έλειπε ο επιστάτης, θα έπρεπε να το σηκώσω κι είτε να φωνάξω τον ενδιαφερόμενο, είτε να γράψω το μήνυμα στο σημειωματάριο που υπήρχε δίπλα και να το καρφώσω στον πίνακα από φελλό. Αλλά, όπως είπα, εξυπηρετήσεις δεν κάνω. Δεν ξέρω τι με έπιασε και το σήκωσα.

“Πες του ότι εάν δεν έρθει απόψε στο ραντεβού μας, τέλος”, μια γυναικεία φωνή.
“Ορίστε;”
“Αυτό πες του. Χωρίς πολλά πολλά.”
“Νομίζω ότι με μπερδεύεις με κάποιον άλλον.”
“Τότε, έλα εσύ. Στο μπαρ πίσω από την βιβλιοθήκη. Στις 9. Αλλιώς, τέλος!”

Έκλεισα το τηλέφωνο προβληματισμένος. Περπάτησα σκεφτικός μέχρι τη βιβλιοθήκη κι έδωσα τα βιβλία στην υπάλληλο χωρίς να την κοιτάξω καν. Έβαλε δυο σφραγίδες βιαστικά σαν να μου έλεγε να της αδειάσω τη γωνιά αν είναι να μην της δίνω σημασία. Αποφάσισα να περάσω μια βόλτα από το μπαρ. Εξάλλου, δεν ήξερα καν ποια ήταν στο τηλέφωνο και, μάλλον, δεν ήξερε ούτε κι αυτή σε ποιον μίλησε. Κούνησα τους ώμους μου καθώς περπατούσα λες και μιλούσα σε κάποιον. Τι διάολο, σκέφτηκα, ας έχω κι εγώ να θυμάμαι μια ιστορία.

Κάθισα στο μπαρ στις 8.30. Στην τελική, εφόσον δεν ήξερε τη φάτσα μου, μπορούσα να φύγω ανά πάσα στιγμή. Αλλά δεν ήθελα να φτάσω εκεί μετά από εκείνη. Παρήγγειλα μια μπίρα και το μετάνιωσα κατευθείαν. Θα με έπιανε κατούρημα πριν καν τη δω. Έπρεπε να πάρω ουίσκι. Προσπαθούσα να μην κοιτώ εμμονικά την πόρτα, έτσι ώστε αν μπει να μην με καταλάβει. Δεν είχα ιδέα τι διάολο έκανα εκεί.

Με το που μπήκε ήμουν σίγουρος ότι ήταν αυτή. Σκάναρε το μπαρ και τους θαμώνες έναν προς έναν και κάρφωσε το βλέμμα της πάνω μου. Περπάτησε αποφασιστικά προς το μέρος μου και σχεδόν σωριάστηκε στο διπλανό σκαμπό. Δεν την είχα ξαναδεί ποτέ στη ζωή μου.

“Μένεις στην εστία;” με ρώτησε καθώς έβγαζε το παλτό της.
“Ναι, στον τρίτο”, απάντησα.
“Τι σπουδάζεις;”
“Γεωλογία.”
“Βαρετό ακούγεται.”
“Είναι.”

Δεν μου έριξε ούτε βλέμμα καθώς μου μιλούσε. Φορούσε μάλλινο μαύρο πουλόβερ κι είχε ξανθά μαλλιά. Μπορεί και κίτρινα τώρα που το καλοσκέφτομαι. Είχε ένα σημάδι στο μέτωπο που έμοιαζε με παλιά ράμματα. Για μια στιγμή μόνο με κοίταξε φευγαλέα στα μάτια κι άνοιξε την τσάντα της. Έβγαλε από μέσα ένα λευκό φάκελο και τον κράτησε στον αέρα σαν να ήθελα να της το αρπάξω. Εγώ δεν έκανα καμία κίνηση.

“Κοίτα, συγγνώμη που σε κουβάλησα μέχρι εδώ”, είπε. “Λογικά, θα θέλεις κάποια εξήγηση. Η αλήθεια είναι, όμως, ότι δεν μπορώ να σου τη δώσω. Θέλω μόνο μια χάρη. Θέλω να παραδώσεις αυτόν το φάκελο στο δωμάτιο 22. Είναι πολύ σημαντικό. Για μένα, τουλάχιστον.”
“Ποιος μένει στο δωμάτιο 22;” ρώτησα.
“Μπορείς πολύ εύκολα να μάθεις υποθέτω. Αλλά, όχι από εμένα.”
“Κι αν δεν είναι εκεί ο ένοικος;”
“Τότε, έλα εσύ. Δύο τετράγωνα πιο κάτω υπάρχει ένα βιβλιοπωλείο. Θα το ξέρεις, νομίζω. Εάν σκαρφαλώσεις την υδρορροή της πίσω αυλής θα βρεθείς πολύ εύκολα στην ταράτσα. Θα είμαι εκεί.”

Έβαλε το παλτό της ξανά, με κοίταξε και πήρε μια βαριά, συγκαταβατική ανάσα.

“Λοιπόν”, είπε, “τα λέμε.”

Έμεινα να κοιτάζω απορημένος. Ο λευκός φάκελος είχε ξεμείνει δίπλα στο ποτήρι με την μπίρα μου. Τον σήκωσα και παρατήρησα ότι δεν ήταν κλειστός. Με προκαλούσε. Γενικά, δεν με πολυνοιάζει τι κάνουν οι γύρω μου. Ποτέ δεν ασχολήθηκα με κουτσομπολιά και ιστορίες. Αλλά αυτό ήταν το κάτι άλλο.

Πλήρωσα την μπίρα κι έφυγα σκυφτός με το φάκελο στα χέρια μου. Ένιωθα ότι έκαιγε στα σημεία που ακουμπούσαν τα δάχτυλά μου. Όταν έφτασα στην εστία για πρώτη φορά οι φωνές είχαν σωπάσει. Τα ποδοβολητά στη σκάλα δεν ακούγονταν τόσο έντονα. Και το τηλέφωνο δεν χτυπούσε.

Ανέβηκα στο δεύτερο. Το δωμάτιο 22 ήταν ακριβώς κάτω από το δικό μου. Τότε, συνειδητοποίησα ότι δεν είχα ακούσει ποτέ κάποιο θόρυβο από κάτω. Οι από πάνω ήταν εκείνοι που με ενοχλούσαν καμιά φορά. Χτύπησα την πόρτα σιγά δύο φορές και δύο φορές πιο δυνατά. Καμία απάντηση. Ξαναχτύπησα. Τίποτα. Άνοιξα τον φάκελο και βρήκα μέσα ένα χειρόγραφο σημείωμα.

“Βρήκα την απάντηση. Σήμερα το χάραμα στις 4.”

Άφησα το φάκελο έξω από την πόρτα του δωματίου 22 και ανέβηκα τις σκάλες. Το δωμάτιό μου βρομούσε τσιγαρίλα και κλεισούρα. Άνοιξα το παράθυρο κι άφησα το διαολεμένο κρύο να μπει μέσα. Προσπάθησα να σκεφτώ λίγο ποια ήταν αυτή που συνάντησα, τι εννοούσε το σημείωμα. Είχα σηκώσει όντως το τηλέφωνο ή ονειρευόμουν; Με πήρε ο ύπνος με τα ρούχα και τα παπούτσια και το παράθυρο ανοιχτό.

Ξύπνησα μέσα στη νύχτα από τον λυσσασμένο αέρα που χτυπούσε το τζάμι. Τα χαρτιά από το γραφείο μου είχαν πέσει όλα στο πάτωμα και είχα παγώσει από το κρύο. Έκλεισα ζαλισμένος το παράθυρο και κοίταξα το ρολόι μου. Η ώρα ήταν τρεισήμισι.

Ο εγκέφαλός μου ήταν μουδιασμένος όταν ενστικτωδώς φόρεσα το παλτό μου. Ευτυχώς, είχα μέσα ένα πακέτο τσιγάρα κι έβαλα κατευθείαν ένα στο στόμα μου πριν καλά καλά κλειδώσω την πόρτα. Κατεβαίνοντας τις σκάλες έριξα μια φευγαλέα ματιά στο δωμάτιο 22. Ο φάκελος ήταν ακόμη μπροστά στην πόρτα.

Σκαρφάλωσα την υδρορροή όπως μου είχε υποδείξει και τη βρήκα να κάθεται πάνω σε μια κουβέρτα. Δεν γύρισε να με κοιτάξει ούτε όταν κάθισα δίπλα της. Έβγαλα ένα τσιγάρο, το άναψα και της το έδωσα.

“Χαίρομαι που ήρθες”, μου είπε μετά από λίγα δευτερόλεπτα.
“Θέλεις να μου εξηγήσεις τι συμβαίνει;” τη ρώτησα περισσότερο για να τη ρωτήσω κάτι παρά για να πάρω απάντηση, αλλά το βλέμμα της ήταν καρφωμένο στο κενό.

Ξαφνικά, και χωρίς να το καταλάβω, συνειδητοποίησα ότι ο τελευταίος όροφος του απέναντι σπιτιού είχε αρπάξει φωτιά. Οι φλόγες είχαν ήδη αρχίσει να βγαίνουν από τα παράθυρα. Η φωτιά με τρόμαζε πάντα, αλλά για κάποιο λόγο αυτό που συνέβαινε μπροστά μου δεν ήταν τρομακτικό. Ήταν εντυπωσιακό, ανεξήγητο, σαν μια μυσταγωγία.

“Ξέρεις”, μου είπε συνεχίζοντας να έχει καρφωμένο το βλέμμα στο κενό, “αυτός που μένει στο δωμάτιο 22 δεν υπάρχει πια. Αλλά σήμερα είναι μια πολύ σημαντική μέρα. Και για εκείνον και για μένα. Απλώς, δεν ήθελα να την περάσω μόνη μου. Σε λίγα λεπτά θα καταφτάσει η πυροσβεστική. Ως τότε, ας απολαύσουμε τις φλόγες.”

Γύρισα και την κοίταξα. Τα μάτια της ήταν λυπημένα και γαλήνια, αλλά έτσι όπως καθρεφτίζονταν οι φλόγες πάνω τους ήταν σαν να είχαν πάρει φωτιά. Τα μάγουλά της ήταν κόκκινα. Έβαλα το χέρι μου γύρω από τους ώμους της και μείναμε να κοιτάζουμε τις φλόγες για λίγα δευτερόλεπτα. Μέχρι που ακούστηκε η πρώτη σειρήνα. Είχε αρχίσει ήδη να χαράζει.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Το διήγημα έγραψε η Βάσω Μελετιάδου, στο πλαίσιο του Συνεργείου Δημιουργικής Γραφής.

Η πρώτη παράγραφος είναι από το μυθιστόρημα Pinball του Χαρούκι Μουρακάμι.