Το ποτάμι της συνείδησης

0
386

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι Floatingpiece1.jpg

Δεν μπορείς να μπεις στο ίδιο ποτάμι για δεύτερη φορά.”
Ηράκλειτος

“Το ποτάμι ήταν εκεί.”
Έρνεστ Χέμινγουεϊ

“Θα σου πω για τις τρεις μεταμορφώσεις του πνεύματος”.
Τάδε έφη Ζαρατούστρα, Νίτσε

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Ακούω τον ήχο του ποταμού. Κυλάει ειρηνικά, ροή αργή. Δεν ανοίγω τα μάτια. Το φως με κλειστά βλέφαρα. Ερυθρό. Η βάρκα κουνιέται λίγο.

Κυριαρχεί μια πράσινη μυρωδιά. Δεν είναι μούχλα, μυρίζει φρεσκάδα. Καταλαβαίνω τον χρόνο να περνάει, να κυλάει, να ρέει.

Φτάνω στο τρίτο πνεύμα. Μόλις ακουστούν τρία χτυπήματα στο ξύλο, θ’ ανοίξω τα μάτια.

Τι μορφή θα έχει αυτό;
ΤΟΚ
Ένα.
ΤΟΚ
Δύο.
ΤΟΚ
Ήρθε!

~{1}~

Όλα ξεκίνησαν όταν ο Ηρακλής το πήρε απόφαση ν’ αφήσει το μάταιο -και βαρετό- τούτο κόσμο. Δεν ήταν βέβαιος ότι ήθελε να το κάνει, το σκεφτόταν, το ξεχνούσε, το θυμόταν. Μέχρι που διάβασε για το δάσος των αυτοκτονιών.

Όχι, δεν θα πήγαινε στο Αοκιγκαχάρα, στο παγκόσμιο κέντρο αυτοχειρίας, στα νότια του όρους Φούτζι. Δεν είχε χρήματα να πληρώσει τους λογαριασμούς και τη διατροφή, όχι να πάει στην Ιαπωνία. Τα είχε σκατώσει σε όλα, αλλά μπορούσε να δώσει ένα ωραίο τέλος. Ελληνοπρεπές.

Έμαθε για το Δάσος των Καταραμένων από ένα σχόλιο στο youtube. Ο σχολιαστής (Ελλήνωρ) έλεγε για το Αοκιγκαχάρα: “Όταν οι σχιστομάτηδες τρώγανε ωμά ψάρια, εμείς αυτοκτονούσαμε τελετουργικά στο Δάσος.”

Ο σχολιαστής φαινόταν ότι ήταν θερμοκέφαλος κι ανεγκέφαλος, αλλά αυτό που έλεγε του τράβηξε την προσοχή. Το έψαξε στο ίντερνετ, βρήκε πολλές αναφορές, βρήκε και χάρτη.

Το Δάσος των Σκιών ήταν γνωστό από τα αρχαία χρόνια, απ’ την εποχή ακόμα των Πελασγών. Μέσα στους αιώνες μπερδεύτηκαν οι αρχαίες δοξασίες με τον χριστιανισμό κι άλλαξε όνομα, έγινε το Δάσος των Καταραμένων. Γιατί δεν υπάρχει μεγαλύτερη αμαρτία απ’ την αυτοκτονία, έτσι λένε οι Γραφές.

Για το Δάσος των Καταραμένων υπήρχε μόνο μια γνωστή διαδρομή. Ξεκινούσε απ’ το Νεκρομαντείο του Μεσοπόταμου όπου κατά τον Όμηρο “έσμιγε ο ποταμός Αχέρων με τον Κωκυτό και τον Πυριφλεγέθοντα, στις βορειοδυτικές όχθες της Αχερουσίας Λίμνης.

Από εκεί έπρεπε να κατέβεις νότια μέχρι που να βρεις το ποτάμι. Κι εκεί, αν ήσουν τυχερός, θα έβρισκες τον γέρο-που-ξέρει-την-οδό.

~~

Ήταν περίεργος να δει πώς θα ήταν ο Γέρος-που-ξέρει-την-Οδό. Καθώς κατηφόριζε απ’ το Νεκρομαντείο θυμήθηκε ένα ανέκδοτο.

Ένας νέος ψάχνει για το νόημα της ζωής. Του λένε ότι θα τον βοηθήσει ένας φωτισμένος γέρος. Πηγαίνει και τον βρίσκει να κάθεται δίπλα σ’ ένα ποτάμι, στη στάση του λωτού.
«Γέροντα, ποιο είναι το νόημα της ζωής;» ρωτάει ο νέος.
«Το νόημα…. Είναι….. Το Ποτάμι» λέει ο γέρος και το δείχνει.
«Το ποτάμι;» λέει ο νέος και κάνει μια γκριμάτσα δυσπιστίας.
«Τι; Δεν είναι το ποτάμι;» ρωτάει ο γέρος.

Ο Ηρακλής γέλασε τόσο πολύ που αναγκάστηκε να σταματήσει και ν’ αφήσει κάτω το ταξιδιωτικό σακίδιο, για να μπορέσει ν’ αναπνεύσει.

«Τι;» είπε κοιτώντας ένα κοράκι που τον παρατηρούσε. «Τι; Δεν είναι το ποτάμι; Σε τι μοιάζει ένα κοράκι μ’ ένα γραφείο;»

Γέλασε όσο άντεχε, μετά φόρτωσε το σακίδιο του και συνέχισε. Περνούσε τόσο καλά σ’ εκείνο το ταξίδι που σχεδόν είχε ξεχάσει ότι πήγαινε για να πεθάνει.

Μετά έστριψε στο μονοπάτι και το είδε: Το ποτάμι ήταν εκεί. Είχε και όνομα: Αχέροντας.

Στην όχθη του υπήρχε ένα καλύβι κι έβγαινε λευκός καπνός απ’ την καμινάδα. Έχουμε Πάπα.

~~~

Κατέβηκε τρέχοντας, κάποιες στιγμές κατρακυλώντας. Τον τσιγκλούσε η περιέργεια. Ήθελε να δει πώς είναι ο γέρος-που-ξέρει-την-οδό.

Είχε κάνει τέσσερις εικασίες κι είχε βάλει στοίχημα με τον εαυτό του.

1) Βουδιστής Μοναχός (αλλά τι σκατά κάνει ένας βουδιστής στην Ήπειρο;)

2) Καλόγερος χριστιανός (για κάποιο ηράκλειο λόγο ο γέρος-που -ξέρει-την-οδό έπρεπε να έχει απαρνηθεί τα εγκόσμια και το σεξ).

3) Life coach σε στυλ Πάολο Κοέλιο

4) Όλα τα προηγούμενα μαζί. Ένας πρώην χρηματιστής που πούλησε τη Φεράρι του κι είχε γίνει βουδιστής, αλλά μετά ανακάλυψε τον χριστιανισμό κι έγραψε ένα βιβλίο.

Χτύπησε την πόρτα. Του άνοιξαν.
Είχε πέσει έξω σίγουρα σε κάτι.
Ο γέρος-που-ήξερε-την-οδό ήταν γυναίκα.

~~~~

«Τριακόσια ευρώ», του είπε εκείνη, χωρίς να νοιαστεί να χαιρετήσει.
«Καλημέρα», έκανε ο Ηρακλής.
«Ναι, εντάξει. Τριακόσια ευρώ. Στο Δάσος δεν θες να πας;»
«Πού το ξέρεις;»
«Έχω μαντικές δυνάμεις.»
«Αλήθεια;»
«Όχι! Αν ήθελες να πας στη Ντίσνεϊλαντ δεν θα μου χτυπούσες την πόρτα. Μπέκα.»

Κατάλαβε ότι το «μπέκα» ήταν η προστακτική του ρήματος Μπαίνω.
Και μπήκε.

Το σπιτάκι της φαινόταν να έχει όλες τις ανέσεις. Μικρό, αλλά ζεστό. Και στην πενηντάρα οθόνη έδειχνε το Γκαμπί της Βασίλισσας.

«Θες έναν τελευταίο καφέ;» τον ρώτησε.
«Τελευταίο;»
«Για να πεθάνεις δεν πηγαίνεις;»

Δεν του άρεσε η διατύπωση, έτσι όπως ακούστηκε. Αλλά είχε δίκιο.

Την παρατήρησε καθώς πήγαινε προς την καφετιέρα. Η γριά-που-ήξερε-την-οδό δεν έμοιαζε για καλόγρια. Φορούσε τζιν παντελόνι κι είχε πολύ ωραίο κώλο για την ηλικία της. Έβαζε κάτω πολλές εικοσάρες.

«Σκέτος είναι», του είπε και του έδωσε την κούπα.
«Για να συνηθίζω το πένθος;»
«Όχι. Δεν έχω ζάχαρη στο σπίτι. Ήμουν εθισμένη. Κόντευα τα εκατό κιλά. Τώρα κάνω Keto Diet. Μηδέν σάκχαρα, μηδέν γλουτένη, μηδέν άμυλο και υδατάνθρακες.»
«Πετυχαίνει;»
«Εσύ τι λες;»

Η γριά-που-ήξερε-την-οδό σηκώθηκε κι έκανε μια στροφή. Είχε πολύ χαμηλότερα επίπεδα λίπους από εκείνον. Και καλύτερο κώλο. Ο Ηρακλής δοκίμασε λίγο καφέ. Του φάνηκε σαν σκατά. Το σώμα απαιτεί θυσίες. Άφησε την κούπα στο τραπέζι.

«Για ποιο λόγο θέλεις τριακόσια ευρώ;» τη ρώτησε.
«Για τη βάρκα και για το χάρτη της οδού.»

~~~~~

Πήγαν στο ποτάμι -που ήταν εκεί. Είδε τη βάρκα στην όχθη. Κατ’ ευφημισμό βάρκα. Σίγουρα δεν άξιζε ούτε πενήντα ευρώ.

«Δεν δίνω τριακόσια ευρώ γι’ αυτό το πράγμα», της είπε και κλώτσησε τη βάρκα να δει το βάρος της.
«Η βάρκα κοστίζει μόλις πενήντα», του είπε η γριά-που-ήξερε-την-οδό.
«Τότε τι πληρώνω;»
«Τον χάρτη.»

Δεν ήταν ότι ήθελε να κάνει παζάρια. Αλλά δεν είχε τριακόσια ευρώ. Ούτε πάνω του ούτε στην τράπεζα. Της το είπε.

«Πόσα έχεις;»
«Πρέπει να έχω σαράντα.»
«Εντάξει. Δως μου και το σακίδιο. Έτσι κι αλλιώς δεν θα σου χρειαστεί.»
«Μήπως να σου δώσω και τα παπούτσια μου;»

Δεν τα ήθελε. Πήρε το σακίδιο. Ρίξανε τη βάρκα στο νερό. Πιο πολύ έμοιαζε σαν αυτοσχέδιο κανό με σκεπή. Ο Ηρακλής ανέβηκε. Του είπε να ξαπλώσει μέσα και να κλείσει τα μάτια. Η γριά-που-ήξερε-την-οδό κρατούσε τη βάρκα να μην την πάρει το ρεύμα.

«Αυτός είναι ο Χάρτης», του είπε. «Καθώς κατεβαίνεις τον ποταμό θα συναντήσεις τρεις μεταμορφώσεις του πνεύματος. Κλείσε τα μάτια σου μέχρι που ν’ ακούσεις το χτύπημα στο ξύλο. Το πρώτο πνεύμα μια φορά. Το δεύτερο δύο και τρία το τρίτο. Προσοχή! Αν ανοίξεις τα μάτια πριν ακούσεις χτύπημα θα χαθείς. Αν ακούσεις παραπάνω χτυπήματα μην ανοίξεις μάτια. Είναι πονηρά πνεύματα.»

«Σαν τη Χριστουγεννιάτικη ιστορία του Ντίκενς είναι», είπε ο Ηρακλής, λιγάκι απογοητευμένος με την πλοκή.
«Μόνο που ο Σκρουτζ δεν πεθαίνει.»
«Ναι, αλλά…»

Δεν τον άκουσε. Του έδωσε μια ώθηση και τον άφησε να πλέει. Ακουγόταν ένα πουλί να κάνει τρίλιες.

Μόνο τότε ο Ηρακλής σκέφτηκε ότι είχε αφήσει μέσα στο σακίδιο του και το πορτοφόλι του. Ταυτότητα, άδεια οδήγησης, κάρτες, φωτογραφίες των κοριτσιών, κλειδιά, τα πάντα.

Είχε αφήσει πίσω όλα όσα ήταν. Όλα εκείνα τα έγγραφα, τις κάρτες και τα πρόσωπα που του έλεγαν ποιος είναι.

Η βάρκα έπλεε στο ποτάμι. Ακούστηκε πάλι το πουλί. Μύριζε ασφόδελους και καλέντουλες. Τα λουλούδια των νεκρών.

Του άρεσε.
Είχε ξεκινήσει να μην είναι και του άρεσε.

~~{2}~~

Δεν θ’ ανοίξω τα μάτια. Νιώθω ότι πλέω πολλή ώρα, αλλά μάλλον δεν είναι αρκετή. Ας περιμένω λιγάκι. Ποτέ δεν ξέρεις.

Είναι γελοίο αυτό που κάνω. Ν’ αφήνομαι σε μια βάρκα που κατεβαίνει το ποτάμι. Με κλειστά μάτια.

Το πουλί μοιάζει να μ’ ακολουθάει. Ή μπορεί να έχει πολλά πουλιά. Κουνάει λιγάκι. Ν’ ανοίξω τα μάτια; Λίγο ακόμα. Μετά θα γυρίσω στην καλύβα και θα της ζητήσω τα λεφτά μου πίσω.

ΤΟΚ
Πρώτο χτύπημα! Πρέπει ν’ ανοίξω τα μάτια.
Πρέπει να…
Τι στο διάολο;

~

Αυτό δεν το σκέφτηκε, το είπε.
“Τι στο διάολο”, είπε και κοίταξε το πρώτο πνεύμα.

Προσπάθησε να καταλάβει τι έβλεπε.
Το πρώτο που σκέφτηκε ήταν: Νεραϊδονονά.
Το επόμενο ήταν: Ονειρεύομαι.

«Είσαι το πρώτο πνεύμα;» τη ρώτησε.
«Είμαι η Καμίλα, η πριγκίπισσα της Ουαλίας.»

Ο Ηρακλής κοίταξε τριγύρω. Ήταν μέσα στη βάρκα, μέσα στο ποτάμι κι ακολουθούσε τη ροή. Στο ήρεμο νερό, δίπλα του, κολυμπούσαν δυο τεράστια ψάρια, κυπρίνοι. Γριβάδια τα λέγανε στη λίμνη της Καστοριάς.

«Ωραία, Καμίλα, και τώρα τι γίνεται;»
«Είμαι η πρώτη μεταμόρφωση του πνεύματος.»
«Μια πριγκίπισσα που περιμένει να πεθάνει η βασίλισσα για να γίνει κι εκείνη με τη σειρά της βασίλισσα, αλλά η βασίλισσα θα σας θάψει όλους.»
«Είμαι εκείνη που τα υπομένει όλα. Σηκώνει το βάρος του κόσμου στις πλάτες της, αλλά ποτέ δεν διαμαρτύρεται. Συνεχίζει, μέχρι που να πέσει νεκρή στην έρημο μια νύχτα.»
«Χρειάζεται κι αυτό», είπε ο Ηρακλής που θυμήθηκε τα δικά του.

Είχε προσπαθήσει πολύ να τα καταφέρει. Κι εντάξει, δεν ήταν ο καλύτερος σύζυγος και πατέρας, αλλά τουλάχιστον είχε προσφέρει στα παιδιά του ό,τι μπορούσε. Μέχρι κάποια στιγμή που δεν μπορούσε πια.

«Χρειάζεται», του είπε η Καμίλα. «Αλλά δεν γίνεται να είσαι πάντα καμήλα. Γιατί μετά έρχεται η δεύτερη μεταμόρφωση. Κλείσε τα μάτια και ξάπλωσε.»
«Τι; Αυτό ήταν; Δεν θα με πάρεις να με πας στο παρελθόν να μου δείξεις εικόνες απ’ τη ζωή μου;»
«Κλείσε τα μάτια.»

Ο Ηρακλής γέλασε κι ακούμπησε πίσω. Έκλεισε τα μάτια.

~~

Δεν είχε προλάβει να χωνέψει την πρώτη επίσκεψη, όταν ακούστηκε ένα ακόμα χτύπημα
ΤΟΚ
«Ήρθε κιόλας;» σκέφτηκε.
ΤΟΚ

Άνοιξε τα μάτια κι ανακάθισε. Το θέαμα ήταν ακόμα πιο ψυχεδελικό κι αναρωτήθηκε αν η γρια-που-ήξερε-την-οδό του είχε βάλει τίποτα LSD στον καφέ.

Μπροστά του, όρθιος στη βάρκα, στεκόταν ο Βίνσεντ.
Το θυμήθηκε αμέσως το όνομα του. Τον είχε λατρέψει. Έβλεπε το «Πεντάμορφη και το Τέρας» χωρίς να χάνει επεισόδιο. Ο Βίνσεντ ήταν το λιονταρόμορφο τέρας.

Άκουσε πλατσούρισμα. Κοίταξε τα γριβάδια. Είχαν γίνει τρία.

«Είναι ψυχοπομποί», του είπε ο Βίνσεντ.
«Ήξερα ότι είναι οι νυχτοπεταλούδες και τα σπουργίτια. Για τα γριβάδια πρώτη φορά.»
«Είμαι η δεύτερη μεταμόρφωση του πνεύματος», είπε το λιοντάρι Βίνσεντ. «Είμαι εκείνος που δεν θέλει πια να κουβαλάει όλο τον κόσμο στην πλάτη του. Φωνάζει ΟΧΙ και συντρίβει τις παλαιές δέλτους.»
«Τι ‘ν’ αυτό;»
«Ποιο;»
«Αυτό με τις παλιές δέλτους που είπες.»
«Σημαίνει νόρμες, κανόνες, νόμους.»
«Επανάσταση δηλαδή;»
«Προσωπική.»
«Ν’ αλλάξεις τον εαυτό σου στον καθρέφτη που τραγουδούσε ο Μάικλ. Θα προτιμούσα να έχεις έρθει με τη μορφή του Μάικλ Τζάκσον», του είπε ο Ηρακλής.
«Ξάπλωσε και κλείσε τα μάτια σου», είπε το τέρας.

Ο Ηρακλής έκανε πίσω, λίγο δυσαρεστημένος. Περίμενε τα πνεύματα να του έλεγαν πιο σημαντικά πράγματα.
Αυτά θα μπορούσε να τα βρει σε κάθε βιβλίο αυτοβοήθειας και προσωπικής εξέλιξης.

Σταμάτησε να σκέφτεται τα πνεύματα και συγκεντρώθηκε στις αισθήσεις του. Άκουγε, μύριζε, γευόταν.

~~~

Φτάνω στο τρίτο πνεύμα. Μόλις ακουστούν τρία χτυπήματα στο ξύλο, θ’ ανοίξω τα μάτια.

Τι μορφή θα έχει αυτό;
ΤΟΚ
Ένα.
ΤΟΚ
Δύο.
ΤΟΚ
Ήρθε!

Πήγε ν’ ανοίξει τα μάτια του, αλλά μια σταγόνα έπεσε στο δεξί και τον ανάγκασε να το κρατήσει κλειστό. Αντιλήφθηκε μια έλλειψη. Το πουλί δεν τραγουδούσε πια. Πότε σταματάνε τα πουλιά; Όταν φοβούνται.
Τότε άκουσε ένα ακόμα χτύπημα. Τέσσερα. Κι άλλο ένα λίγο μετά. Πέντε.

Τι του είχε πει η γριά-που-ήξερε-την-οδό; Απλή μέθοδος των τριών. Ένα-δύο-τρία. Αν ακούσεις περισσότερα είναι τα πονηρά πνεύματα.

Σφάλισε τα μάτια του όσο πιο σφιχτά μπορούσε. Κι άλλα χτυπήματα, με ρυθμό πια. Πονηρά πνεύματα σκεφτόταν, αλλά δεν ένιωθε φόβο. Πιο πολύ ήθελε να δει πώς θα ήταν. Έπρεπε να δει πώς είναι.

Άνοιξε τα μάτια κι απογοητεύτηκε. Περίμενε κάτι σεξουαλικά πονηρό ή κάτι πολύ τρομακτικό. Το μόνο που καθόταν εκεί απέναντι ήταν μια αλεπού.

«Οκέι. Κι εσύ ποια είσαι; Η κυρα-Μάρω;»
Δεν του μίλησε.
«Ξέρω, ξέρω. Όσα δεν φτάνει η αλεπού τα κάνει κρεμαστάρια.»
Δεν του μίλησε.
«Αγουρίδες», είπε ο Ηρακλής, χωρίς να πάρει απάντηση ξανά.

«Περίμενα κάτι πιο συγκλονιστικό», είπε στην αλεπού. «Δεν λέω μόνο για το ποτάμι. Εντάξει, Μάικλ Τζάκσον δεν είχε, αλλά είδα την Καμίλα, τον Βίνσεντ. Όχι δεν λέω μόνο για το ποτάμι. Για τη ζωή μου λέω.»

Η αλεπού για πρώτη φορά κούνησε λίγο το δεξί αυτί.

«Περίμενα περισσότερα. Όταν ήμουν παιδί ήμουν εντάξει. Αλλά μετά, από το γυμνάσιο, λύκειο, κάπου εκεί, νόμιζα ότι θα ζούσα κάτι πολύ ιδιαίτερο. Κάτι ξεχωριστό. Νόμιζα ότι είμαι εκλεκτός, σαν τον Νίο. Αλλά πόσοι μπορούν να είναι εκλεκτοί; Τόσος κόσμος, τόσοι άνθρωποι.»

Η αλεπού στράφηκε απότομα για να μασουλήσει το πόδι της. Ψύλλοι.

«Το χειρότερο με τη ζωή», συνέχισε ο Ηρακλής, «δεν είναι ότι περνάει γρήγορα. Το χειρότερο είναι ότι περνάει άσκοπα. Αδιάφορα.»

Η αλεπού χασμουρήθηκε.

«Ακριβώς», είπε ο Ηρακλής και προσπάθησε να γελάσει. «Και λοιπόν; Τι σημασία έχει οτιδήποτε; Αυτό ακριβώς, πονηρό μου πνεύμα, αυτό. Ανία, βαρεμάρα και προβλήματα, που όταν τα λύνεις απλώς προσθέτεις περισσότερη ανία στη ζωή σου.»

Ο Ηρακλής κοίταξε για τα ψάρια του, τους οδηγούς του. Είχαν φύγει.

«Αλλά θα σου χαλάσω το εφέ, πονηρό μου πνεύμα. Αν νόμιζες ότι θα πω όσα θέλω να πω και θα γυρίσω πίσω για να ζήσω, έκανες λάθος. Δεν ήρθες για να μου φτιάξεις τη ζωή, αλλά για να μου χαλάσεις και τον θάνατο. Λυπάμαι, αλεπού. Είναι αγουρίδες.»

Ο Ηρακλής ξάπλωσε πίσω, έβαλε τα χέρια πίσω απ’ το λαιμό κι έκλεισε τα μάτια. Κατάλαβε ότι η αλεπού είχε φύγει, γιατί άκουσε το πλατσούρισμα των οδηγών του και το κελάηδημα του πουλιού.
Χάρηκε. Πήγαινε ολοταχώς για τη λύτρωση, πήγαινε ολοταχώς για την κόλαση, είχε τα πάντα μπροστά του, δεν είχε τίποτε μπροστά του, ήταν η εποχή της σοφίας, ήταν η εποχή της ανοησίας.

~~~~

ΤΟΚ
ΤΟΚ
ΤΟΚ

Περίμενε λιγάκι, να βεβαιωθεί ότι δεν είναι πάλι η αλεπού ή τίποτα άλλο πιο πονηρό κι ηλίθιο. Δεν ακούστηκε άλλο χτύπημα. Άνοιξε τα μάτια.

Ήταν ένα παιδί. Αλλά, γαμώτο, δεν ήταν οποιοδήποτε παιδί. Ήταν ο Χάλεϊ Τζόελ Όσμεντ, ο οχτάχρονος Κόουλ απ’ την Έκτη Αίσθηση.

«Κατάλαβα», είπε ο Ηρακλής. «Πέρασα πολλές, πάρα πολλές ώρες της ζωής μου μπροστά στην οθόνη. Αυτό δεν θες να πεις;»
«Είμαι η τρίτη μεταμόρφωση του πνεύματος», είπε ο Κόουλ.
«Και βλέπεις νεκρούς ανθρώπους.»
«Μετά την καμήλα που κουβαλάει τον κόσμο χωρίς να διαμαρτύρεται, μετά το λιοντάρι που φωνάζει ΟΧΙ, έρχομαι εγώ, το παιδί. Εγώ λέω ναι, και φτιάχνω τον κόσμο απ’ την αρχή.»

Ο Ηρακλής έμεινε να κοιτάζει τα λαγουδίσια μπροστινά δόντια του παιδιού.

«Και πώς το κάνεις αυτό;» του είπε μετά.
«Ποιο;»
«Πώς φτιάχνεις τον κόσμο, αν ο κόσμος δεν θέλει να φτιαχτεί;»
«Για να φτιάξεις τον κόσμο πρέπει να ξεκινήσεις απ’ την αρχή, απ’ την αποδοχή.»
«Ο κόσμος δεν σ’ αφήνει όμως! Αυτό σου λέω!»
«Ο κόσμος είσαι εσύ, ο δρόμος είσαι εσύ, το ποτάμι είσαι εσύ», είπε ο Κόουλ.
«Τι σκατά! Ο Αλκίνοος Ιωαννίδης σου γράφει τις ατάκες;»

Ο Ηρακλής έπεσε πίσω απ’ τα γέλια. Σηκώθηκε για λίγο και τραγούδησε: «Στην αγορά του Αλ Χαλίλι». Δεν άντεξε να πει άλλα, απ’ το γέλιο. Ο Κόουλ τον κοιτούσε με κείνα τα τεράστια μάτια.

~~~~~

Ο Ηρακλής ξάπλωσε πίσω κι έκλεισε τα μάτια. Μετά τ’ άνοιξε.Το παιδί είχε φύγει. Η βάρκα συνέχιζε να πλέει με τη ροή του ποταμού. Τα γριβάδια ακούγονταν να πλατσουρίζουν. Το πουλί έκανε τρίλιες.

Κοίταξε πάνω, πώς έμπαινε ο ήλιος απ’ τα δέντρα. Έμοιαζε ν’ αναβοσβήνει. Πέρα απ’ τον ήχο του νερού, του ψαριού και του πουλιού δεν ακουγόταν τίποτα άλλο.

Άδειασμα.
Ανέπνεε αργά και ήρεμα.

Δεν υπήρχε τίποτα άλλο να κάνει. Είχε περάσει και τα τρία πνεύματα, είχε φτάσει στο τέλος.

Γαλήνη. Tranquillité. Ήταν η μόνη γαλλική λέξη που θυμόταν.

Ειρήνη. Πότε έρχεται η ειρήνη μέσα σου;

Ένα έντομο από εκείνα που λέγονται εφήμερα, πέρασε από πάνω του.

Εφήμερα. Ζουν όλη τους τη ζωή σαν σκουλήκια στο νερό. Πολλά χρόνια. Μετά βγαίνουν έξω να πετάξουν. Ένα απόγευμα, λίγο πριν δύσει ο ήλιος. Πετάνε, πηδιούνται, αφήνουν τ’ αυγά τους και πεθαίνουν.

Αυτό δεν κάνουν κι οι άνθρωποι; Ποια είναι η διαφορά; Επειδή μαθαίνουν ξένες γλώσσες και πίνουνε Μαρτίνι Κοκτέιλ; Εφήμερα.

Ο Ηρακλής έκλεισε τα μάτια.

~~~{3}~~~

Ακούω τον ήχο του νερού. Το νερό είναι το πιο ισχυρό στοιχείο. Πάντα υποχωρεί και πάντα κερδίζει.

Υπάρχει ένας ακόμα ήχος. Χτυπάει. Σταθερά.

Μυρίζει κάτι φρέσκο. Το φως είναι λίγο και κόκκινο.

Το ταξίδι μου φτάνει στο τέλος του.

Αφήνομαι στη ροή.

~~

Το έμβρυο βγήκε μπλε. Έλλειψη οξυγόνου. Η γυναικολόγος το κράτησε. Δεν έκλαιγε. Μόνο οι νεκροί δεν κλαίνε. Του έδωσε μια σφαλιάρα στο κωλαράκι του.
Το μωρό πόνεσε.
Ξύπνησε.
Έκλαψε.
Έζησε.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Ο πίνακας είναι της Marinel Shue http://www.marinelart.com/