Κιμαδοπιτάκια και λουκανικοπιτάκια

0
356

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι 6441_10152112543679671_5926699072596340353_n.jpg

Μια φορά τον είχε εγκαταλείψει. Η αφορμή ήταν μάλλον ασήμαντη. Εκείνος, μαζί με κάποιους άλλους από τα Νεαρά Άτομα με Παραβατική Συμπεριφορά (Πα – Πα τους αποκαλούσε), είχαν καταβροχθίσει ένα μελόψωμο που μόλις είχε φτιάξει και σκόπευε να το σερβίρει το ίδιο βράδυ ύστερα από μια συνεδρία. Απαρατήρητη – τουλάχιστον από τον Νιλ και τους Πα – Πα – έφυγε από το σπίτι και πήγε και κάθισε σ’ ένα υπόστεγο στον κεντρικό δρόμο, κλειστό από τρεις πλευρές, όπου έκανε στάση δυο φορές τη μέρα το αστικό λεωφορείο. Δεν είχε ξαναπάει ποτέ εκεί και είχε ακόμα κάνα δυο ώρες μέχρι να έρθει το λεωφορείο. Διάβασε, λοιπόν, ό,τι υπήρχε και δεν υπήρχε γραμμένο ή χαραγμένο στους ξύλινους τοίχους. Κάμποσα αρχικά αγαπούσαν το ένα το άλλο για πάντα. Η Λόρι Τζ. τον έπινε. Ο Ντανκ Κάλτις τον έπαιρνε. Το ίδιο και ο κ. Γκάρνερ (Μαθημ.).

Φάτε σκατά, ο Χ.Γ.Γκαντζ είναι βασιλιάς. Σκέιτ ή θάνατος. Ο Θεός μισεί τη βρομιά. Ο Κέβιν Σ. έχει πεθάνει. Η Αμάντα Γ. είναι όμορφη και γλυκιά και μακάρι να μην την έβαζαν φυλακή γιατί μου λείπει αφάνταστα. Θέλω να γαμήσω από παντού γκόμενες Β.Π. Οι κυρίες που κάθονται εδώ διαβάζουν αυτές τις αηδιαστικές βρομιές που γράφετε.

Προς στιγμή ένιωσε την ανάγκη να καταγράψει κι εκείνη τον δικό της θυμό στο σύνολο αυτών των ανθρώπινων καταγγελιών και επιθυμιών. Δεν το έκανε. Περισσότερο γιατί σκέφτηκε ότι μπορεί, την ίδια εκείνη στιγμή, να περνούσε κάποιος που την γνωρίζει. Και ύστερα θα ήταν σίγουρα πάρα πολύ δύσκολο να μπορέσει να διευκρινίσει, αν τυχόν την ρωτούσε ποτέ βέβαια, ποια ακριβώς καταγγελία ή βρομερό σχόλιο είναι το δικό της. Πολύ περισσότερο, αν μια τέτοια ερώτηση προερχόταν π.χ. από τον κ. Σμιθ. Αυτός έμενε μόλις δυο σπίτια πιο κάτω από το δικό τους. Συνήθιζε να παίρνει το αστικό λεωφορείο για να πηγαίνει στη δουλειά του κι έτσι θα είχε διαβάσει σίγουρα επιμελώς όλα τα σχόλια -προσπαθώντας ν’ αναγνωρίσει το δικό της.

Τον κ. Σμιθ τον καλούσε κάθε Σάββατο βράδυ ο Νιλ, να πιούνε μπύρες στην βεράντα τους. Εκείνη ήταν υποχρεωμένη να ετοιμάζει μεζεδάκια από φαγητά που της έφερναν αναγούλα, αφού ήταν vegetarian. Τα κάθε λογής κιμαδοπιτάκια και λουκανικοπιτάκια που λάτρευαν και οι δύο -και ήταν οι καλύτεροι μεζέδες για την μπύρα, κατά πως της δήλωνε ο Νιλ- ήταν ο χειρότερος τρόπος για να περνάει τα απογεύματα της.

Άλλωστε για να βγάζει τον θυμό της είχε το -καλά κρυμμένο στον πάτο της ντουλάπας- σημειωματάριό της. Το είχε αγοράσει σε ένα ταξίδι που είχαν κάνει με τον Νιλ, πριν ξεκινήσουν όλα αυτά τα πήγαινε έλα στην ομάδα των Πα – Πα, όπου τελικά εντάχθηκε κι εκείνη. Βέβαια οι συνεδρίες που συμμετείχε δεν αποτελούνταν από νεαρά άτομα, αλλά από ενήλικες. Πάντα γινόντουσαν σ’ έναν χώρο που τους είχε διαθέσει το Δημοτικό Συμβούλιο στο Δημαρχείο. Με λίγα λόγια, οι ομάδες των Πα – Πα ήταν δύο. Αυτή με τα νεαρά Πα-Πα και αυτή με τα ενήλικα Πα-Πα.

~~

Μόλις ήρθε το λεωφορείο, ανέβηκε και βρήκε μια θέση δίπλα στο παράθυρο. Ήταν Σάββατο πρωί και μέχρι το βράδυ θα είχε μια ολόκληρη μέρα στη διάθεσή της να βρίσκεται μακριά από τον Νιλ. Ίσως απέφευγαν τον καθιερωμένο καυγά τους για τους μεζέδες του Σαββάτου.

Στο λεωφορείο δεν υπήρχε πολύς κόσμος. Όλα κι όλα τρία άτομα, καθισμένα αραιά και κανένας γνωστός της. Έτσι μπόρεσε να απολαύσει την βόλτα μέσα από τα αγροχώραφα και να χαζέψει τα νερά του ποταμού, καθώς διασχίζανε την μεγάλη γέφυρα που περνάει από πάνω του, χωρίς να έχει την υποχρέωση να ανοίξει καμιά συζήτηση ή να απαντήσει σε ερωτήσεις του τύπου «όλοι καλά στο σπίτι;» Η γέφυρα αυτή είχε κατασκευαστεί από μια μεγάλη τεχνική εταιρεία, όπου για ένα διάστημα είχε δουλέψει και ο Νιλ. Την άφησε γρήγορα αυτή τη δουλειά γιατί έπρεπε να δουλεύει πολλές ώρες. Εκείνος ήθελε να αράζει και να μην κάνει απολύτως τίποτα.

Όλο το οικονομικό της οικογένειας ήταν πάνω της, στον βασικό μισθό που έφερνε σαν καθηγήτρια Αγγλικών, στο Δημοτικό σχολείο. Ήταν λίγα τα λεφτά, αλλά κατάφερνε να τα βολεύει με το απίστευτο οικονομικό της κουμάντο που διέθετε. Ο Νιλ πολλές φορές της έβαζε τις φωνές γιατί δεν προσπαθεί περισσότερο. Της έλεγε πως γνώριζε πολλές καθηγήτριες Αγγλικών που έβγαζαν εξτρά πολλά λεφτά με τα ιδιαίτερα μαθήματα τα απογεύματα. Κι εκείνη του απαντούσε ότι δεν της περίσσευε χρόνος, αφού και το σπίτι και τα δυο παιδιά ήταν πάνω της.

Κάτω από αυτές τις συνθήκες είχε ξεκινήσει κι εκείνη να πίνει καμιά μπίρα τα Σαββατόβραδα κάνοντας παρέα στον Νιλ και στον κ. Σμιθ. Ανακάλυψε έτσι ότι ο θυμός και η κούραση που ένιωθε υποχωρούσαν. Μια γλυκιά νάρκωση την έριχνε ύστερα από δυο τρεις μπίρες στο κρεβάτι -κι ο ύπνος της ήταν χαλαρωτικός και ήρεμος.

Κάποια φορά που είχε περάσει από το σούπερ μάρκετ να ψωνίσει, είχε δει σε προσφορά κάποια μπουκάλια κρασί. Κόκκινο μπρούσκο, φερμένο από την Ιταλία. Αγόρασε μια πεντάδα -ήταν προσφορά. Τα ήπιε όλα μόνη της. Άρχισε να συνηθίζει σιγά – σιγά να κάνει διάφορες δουλειές πίνοντας ένα ποτήρι κόκκινο κρασί, όπως ας πούμε όταν σιδέρωνε τις μεγάλες ντάνες των ρούχων όλης της οικογένειας, αργά το βράδυ που όλοι είχαν πάει για ύπνο.

Άλλες φορές πάλι, όταν ο Νιλ της δημιουργούσε θέματα με την καθαριότητα του σπιτιού και της έβαζε τις φωνές γιατί το φαγητό δεν ήταν του γούστου του, έβαζε ένα ποτήρι κρασί και μετά και δεύτερο. Μέχρι που έφτανε το βράδυ να πηγαίνει σχεδόν παραπατώντας στο κρεβάτι έχοντας κλείσει τα αυτιά της στις φωνές του, με στρώσεις από κόκκινα κύματα κρασιού.

Η συνέχεια ήταν η αναμενόμενη. Τα μπουκάλια των κρασιών, βρήκαν περίοπτη θέση στην βιβλιοθήκη και δίπλα τους άρχισαν να αραδιάζονται μπουκάλια βότκας και ουίσκι. Αφού γυρνούσε στο σπίτι με το παλιό αυτοκίνητο που είχαν και ξεκινούσε το μαγείρεμα, είχε πλέον μόνιμη συντροφιά της ένα ποτήρι αλκοόλ δίπλα της, πότε με ψηλό πόδι για το κρασί, πότε κοντό για το ουίσκι της, πότε κανονικό του νερού για τη βότκα. Της άρεσε να την πίνει με λεμονάδα, έναν συνδυασμό που τον είδε μια από τις ελάχιστες φορές που είχαν βγει βόλτα.

~~

Όπως το λεωφορείο άφησε πίσω του την γέφυρα, προσπεράσανε ένα παλιό αυτοκίνητο και τότε καθώς το έβλεπε από πάνω από την θέση της, θυμήθηκε εκείνο το βράδυ.

Ήταν Παρασκευή, είχε γυρίσει από το σούπερ μάρκετ, είχε βάλει κρασί να πίνει και είχε αρχίσει να τακτοποιεί τα ψώνια. Έχοντας πιει ήδη τρία ποτήρια, αφού ενδιάμεσα μαγείρευε κι όλας. Ανακάλυψε ότι δεν είχε προμηθευτεί τον κιμά και τα λουκάνικα Φρανκφούρτης που χρησιμοποιούσε για το Σάββατο που θα ερχόταν ο κ. Σμιθ.

Ζήτησε από τον άντρα της να πάει στο σούπερ μάρκετ να αγοράσει, αλλά εκείνος αφού την είπε άχρηστη και ανίκανη σε όλα, της είπε να κόψει τον λαιμό της και να πάει η ίδια.

Μετά την γέφυρα, πηγαίνοντας προς την πόλη, ανασήκωσε το μπουκάλι με το κρασί που είχε πάρει μαζί της και κατέβασε μια γερή γουλιά από το μπρούσκο. Έτσι δεν μπόρεσε να δει, τον τεράστιο κορμό του δέντρου που είχε πέσει στον δρόμο από την ξαφνική μπόρα. Πολλές φορές ερχόντουσαν τέτοιες μπόρες να τους ταράξουν την ηρεμία, αλλά ήταν τόσο μικρές που πλέον δεν τους έδιναν σημασία.

Το αυτοκίνητό της χτύπησε με δύναμη πάνω στον κορμό του πεσμένου δέντρου, πετάχτηκε στον αέρα, αναποδογύρισε και βρέθηκε στην απέναντι μεριά του δρόμου. Εκείνη χτύπησε πολύ σε διάφορα σημεία στο σώμα της, όμως βγήκε ζωντανή από το σφοδρό χτύπημα χάρη στη ζώνη ασφαλείας. Έμεινε στο νοσοκομείο περίπου ένα μήνα.

Η συνέχεια της οικογενειακής της ζωής μετά το ατύχημα, παρέμεινε σε ένα μεγάλο βαθμό η ίδια. Εκείνη πήγε στους Πα – Πα και ο Νιλ συνέχισε τα Σαββατόβραδά του με τον κ. Σμιθ. Μια φορά μόνο, με έναν κύριο από τους ενήλικες Πα – Πα, βρέθηκαν να φιλιούνται σε μια γωνία του σκοτεινού δρόμου που βρισκόταν το Δημαρχείο, μετά την λήξη κάποιας συνεδρίας, αλλά αυτό ήταν όλο. Δεν ξαναμίλησαν ποτέ για αυτό το γεγονός.

Τα παιδιά της έφυγαν από το σπίτι για σπουδές και εκείνη δεν ξαναπήγε στο σούπερ μάρκετ. Τα παράγγελνε όλα τηλεφωνικά και της τα έφερναν σπίτι.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Το διήγημα έγραψε η Ελευθερία Παπασημάκη, στο πλαίσιο του Συνεργείου Δημιουργικής Γραφής. Η πρώτη κι η δεύτερη παράγραφος είναι απ’ το διήγημα της Alice Munro, Πλωτή Γέφυρα