Fuck τα ΦΕΚ

0
448

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι nomos-4690-2020-fek-copy.jpgH ώρα είχε πάει 20:00. Ο Μπίλι είχε επιτέλους σχολάσει από ένα εξαντλητικό δεκάωρο δουλειάς. Τουλάχιστον εκείνος ήταν τυχερός.

Το αφεντικό του σήκωσε κεφάλι μπροστά στη νέα τροποποίηση του εργατικού δικαίου και αρνήθηκε να υποβάλει τους εργαζομένους του στο απάνθρωπο ωράριο του δωδεκαώρου που είχε θεσπιστεί πριν μία εβδομάδα. Οι φίλοι του είχαν ακόμη δυο ώρες δουλειάς μέχρι να τους συναντήσει κι έτσι αποφάσισε να τις εκμεταλλευτεί για να χαλαρώσει.

Σήκωσε το χέρι του και κοίταξε το βραχιολάκι που φορούσε. Φευγαλέα του πέρασε η ιδέα να το λύσει για να ξεκλειδώσει την πόρτα που χώριζε το χώρο εργασίας του από το σπίτι του. Μα τι χαζός θα ήταν αν το έκανε! Αν έβγαζε το βραχιολάκι, θα κοινοποιούταν αυτόματα ένα αίτημα παραίτησης στον εργοδότη του. Όφειλε να το φορά πάντα.

Από τις επιλογές που δίνονταν στο φωτεινό τετράγωνο παραθυράκι του μενού, πάτησε ένα γκρίζο φεγγάρι που ισοδυναμούσε με σχόλασμα και χαλάρωση. Αμέσως το δωμάτιο σκοτείνιασε, σα να κόπηκε το ρεύμα, η σιδερένια πόρτα ξεκλειδώθηκε κι ο Μπίλι μπόρεσε να περάσει στο σπίτι του.

 Εξαιτίας του ωραρίου του,  ο Μπίλι δεν έβλεπε καθόλου τον ήλιο. Μόνο το πρωί που σηκωνόταν από το κρεβάτι. Μετά έμπαινε στο δωμάτιο εργασίας που δεν είχε παράθυρα για να εκμηδενίζονται οι αντιπερισπασμοί και να αυξάνεται η αποδοτικότητα, και, μέχρι να σχολάσει, με εξαίρεση λίγες μέρες του καλοκαιριού, ο ήλιος είχε ήδη πέσει.

Καλύτερα, γιατί έναν καιρό που είχε βρεθεί χωρίς δουλειά και έμενε όλη την ώρα σπίτι, ο ήλιος τον άγγιζε μέσα από το παράθυρο και του προκαλούσε ισχυρούς πονοκεφάλους. Είχε συνηθίσει τη νύχτα και του άρεσε.

Μετά το σχόλασμα, συνήθιζε να πλησιάζει το μπαλκόνι και να κοιτά την άδεια λεωφόρο. Που και που περνούσαν ιπτάμενα περιπολικά για να ελέγχουν την τήρηση της απαγόρευσης κυκλοφορίας.

Η πόλη βρισκόταν στο 6Α5Β/2080 λοκντάουν -που θα πει στο 6ο σε αύξοντα αριθμό και βαρύτητας επιπέδου 5 λοκντάουν του έτους 2080. Πια όλοι γνώριζαν τα επίπεδα βαρύτητας του λοκντάουν απ’ έξω κι ανακατωτά. Έτσι, κάθε φορά που ανακοινωνόταν ένα νέο, στο ψηφιακό ΦΕΚ γραφόταν μόνο «6Α5Β/2080» χωρίς πολλά πολλά. Αυτή η πράξη ονομαζόταν «λευκή διαταγή». Όποιος ήθελε λεπτομέρειες, γυρνούσε να διαβάσει τις οδηγίες των πρώτων λοκντάουν, της πενταετίας 2020-2025 που έθεσε τα θεμέλια για ένα σπουδαίο εργαλείο αντιμετώπισης κάθε κοινωνικής αναταραχής.

Τον Μπίλι και τη γενιά του δεν τους πολυσκότιζαν όλα αυτά. Πού να μπλέκουν τώρα με το κράτος και με μεγάλες ιδέες; Μ’ αυτά ασχολούνταν ακόμη κάτι περιθωριακοί συντηρούκλες. Ευτυχώς ολοένα και λιγότεροι απέμεναν από δαύτους.

 Κοίταξε το ρολόι. Τη σωστή ώρα πέρασαν τα καταδιωκτικά περιπολικά. Μία ανατριχίλα από αίσθηση ασφάλειας και ανακούφισης τον διαπέρασε.

Στρογγυλοκάθισε στη δερμάτινη πολυθρόνα που είχε αγοράσει με τον ιδρώτα δέκα ημερών εργασίας και, ανοιγοκλείνοντας τα μάτια εμφανίστηκε μπροστά του μια αιωρούμενη οθόνη. Περιπλανήθηκε για κάμποσα λεπτά μπροστά από τις ψηφιακές βιτρίνες για να αποφασίσει τι θα παραγγείλει.

Διάλεξε ένα καινούργιο εστιατόριο που πρότεινε μία πρωτότυπη γευστική εμπειρία από τα παλιά: προβατίνα με τηγανητές πατάτες και τζατζίκι. Είχε προσφορά στα 40 ευρώ.

Θέλησε να πάρει και μια μπίρα για να το χαρεί, αλλά μετά θυμήθηκε ότι ήταν Σάββατο. Τα Σάββατα η προμήθεια αλκοόλ απαγορεύεται μετά τις 18:00 ώστε να αποφεύγονται οι συναισθηματικές παρεκτροπές.  Επέλεξε μόνο το γεύμα και πλήρωσε κάνοντας μια στροφή γύρω από τον εαυτό του.

Του κακοφάνηκε που δεν μπορούσε να πιει μια μπιρίτσα. Αμέσως θυμήθηκε ότι πρέπει να είχε αφήσει κάποιες στο ψυγείο. Έτρεξε στην κουζίνα. Μα που να πάρει και να σηκώσει! Είχε ξεχάσει ότι το ψυγείο είχε αυτόματα προσαρμοστεί στο νέο ΦΕΚ και το ράφι με τις μπίρες ήταν κλειδωμένο. Και τι να κάνει; Να τις είχε στο πάτωμα; Η μπίρα ζεστή δεν πίνεται. Αναστέναξε και ξανακάθισε στην πολυθρόνα περιμένοντας το φαγητό του.

Το φαγητό ήρθε σε πέντε λεπτά. Άκουσε τον γνωστό μεταλλικό ήχο, άνοιξε το παράθυρο και αφού έδωσε το αποτύπωμα του αντίχειρά του στο drone που περίμενε, παρέλαβε το φαγητό του σε μία συσκευασία που εξαϋλώθηκε με το που την ακούμπησε στο τραπέζι.

«Ευχαριστούμε που μας προτιμήσατε» έκανε το μικρό drone και χάθηκε φουριόζικο ανηφορίζοντας την Αλεξάνδρας.

  Το φαγητό μύριζε υπέροχα. Ο μαύρος κύβος ήταν η προβατίνα, ο κίτρινος οι πατάτες και ο λευκός το τζατζίκι. Ο Μπίλι έφαγε και τους τρεις, έναν έναν, κι αυτοί με τη σειρά τους ανέμειξαν με το σωστό τρόπο τις γεύσεις στη στοματική του κοιλότητα. Έγλειψε τα χείλη του και ξάπλωσε στον καναπέ ικανοποιημένος.

~~

  Η ώρα ήταν 20:45. Μέχρι να σχολάσουν οι φίλοι του, είχε αρκετό χρόνο ακόμη. Άγγιξε τον καβάλο του. Πετάχτηκε από τον καναπέ και άνοιξε το συρτάρι στο κομοδίνο του. Έβγαλε τη συσκευή της REALErotica και την ενεργοποίησε. Μόλις είδε ότι ήταν καλά φορτισμένη, χαμογέλασε πονηρά. Κάθισε πάλι στον καναπέ, την τοποθέτησε στο τραπέζι που πριν λίγο έτρωγε και είπε: «Καλησπέρα Τζέσι, θα ήθελα λίγη φάση».

Τότε μία γυναίκα σχηματίστηκε σε ολόγραμμα. Ήταν ξανθιά, με μεγάλα στήθη κι ένα τατουάζ τριαντάφυλλο στο δεξιό μηρό. Πρέπει να ήταν γύρω στα 25. Φορούσε ένα άσπρο αμάνικο μπλουζάκι και καυτό τζιν σορτσάκι. Έτσι του άρεσαν οι γκόμενες του Μπίλι.

 Η Τζέσι μίλησε με αισθησιακή φωνή: «Γεια σου Μπιλάκο. Για να βγάλω το μπλουζάκι, πρέπει να ανανεώσεις τη συνδρομή σου».

Πώς το είχε ξεχάσει; Είναι δυνατόν να ξεχνάς να ανανεώσεις τη σχέση σου; Έξυσε το κεφάλι προβληματισμένος κι άρχισε να σκαλίζει το ψηφιακό πορτοφόλι για να βρει το υπόλοιπο του λογαριασμού του.

Η Τζέσι επανέλαβε μηχανικά, μα πάντα αισθησιακά: «Γεια σου Μπιλάκο. Για να βγάλω το μπλουζάκι, πρέπει να ανανεώσεις τη συνδρομή σου». Ο Μπίλι είδε τελικά ότι τον έπαιρνε οικονομικά κι έτσι σηκώθηκε, έκανε μια στροφή γύρω από τον εαυτό του και κάθισε πάλι.

Τότε εμφανίστηκε ένας φωτεινός πίνακας με επιλογές και είπε: «Ευχαριστούμε για την ανανέωση της συνδρομής σας. Σε premium συνδρομητές όπως εσείς, προσφέρουμε μόνο με 100 ευρώ δύο μοναδικές εμπειρίες εικονικής πραγματικότητας που ξεπερνούν κάθε φαντασία!». Η επιλογή πληρωμής εμφανίστηκε ξανά χωρίς ντροπή. Ο Μπίλι λούστηκε από κρύο ιδρώτα. «…που ξεπερνούν κάθε φαντασία…» σκέφτηκε. Σηκώθηκε, έκανε μια στροφή γύρω από τον εαυτό του και κάθισε πάλι.

   Η Τζέσι εμφανίστηκε ξανά.

«Γεια σου Μπίλι. Πώς είσαι απόψε;»

«Ήταν κάπως ζόρικα στη δουλειά Τζέσι. Το αφεντικό με πιέζει πολύ αλλά ευτυχώς δουλεύω μόνο δεκάωρα κι έχω ρεπό τις Κυριακές».

  Η Τζέσι απάντησε σα να μην είχε ακούσει τίποτα.

«Εγώ πάντως είμαι έτοιμη για όλα απόψε, Μπίλι. Δεν κρατιέμαι να βγάλω το μπλουζάκι μου. Θα με βοηθήσεις;»

 Ο Μπίλι σηκώθηκε και πλησίασε το ολόγραμμα της Τζέσι. Την πασπάτεψε άγαρμπα σε διάφορα επίμαχα σημεία. Το ολόγραμμα παλλόταν και σκλήραινε όπου άγγιζε ο Μπίλι. Αντιδρούσε σαν να ήταν πραγματική γυναίκα.

«Άναψα τώρα Μπίλι. Πού θες να συνεχίσουμε;». Το δωμάτιο σκοτείνιασε και φωτίστηκαν με αμυδρό γαλάζιο φως το κρεβάτι, το τραπέζι, το χαλί, ο καναπές. Το μπάνιο και το γραφείο δεν είχε λεφτά να τα ξεκλειδώσει. Κοίταξε τα μάτια της Τζέσι και διέκρινε ένα ακόμη φως. Γύρισε πίσω του. Το παράθυρο. Μα τι να σημαίνει άραγε;

Άνοιξε το μπαλκόνι και εμφανίστηκε η premium επιλογή που είχε πριν λίγο αγοράσει. Ένα βελάκι του υποδείκνυε πού να τοποθετήσει τη συσκευή REALErotica για να πιάνει καλύτερα. Την τοποθέτησε στο τραπεζάκι του μπαλκονιού. Η Αλεξάνδρας από κάτω θλιμμένη κι έρημη. Άγγιξε την επιλογή που αιωρούνταν κι όλα γύρω άλλαξαν. Έσκυψε να δει.

 Το Αιγαίο απλωνόταν απέραντο και βαθύ και το φεγγάρι ασημόβαφε τις κορφές των κυμάτων. Στο κέντρο απλωνόταν μία βραχώδης επιφάνεια όλο ησυχία. Ανέβλυζε αιωνιότητα. Ολόγυρα μικρά φωτάκια τρεμοπαίζαν από τα οβάλ παράθυρα των λευκών σπιτιών. Βρίσκονταν στη Σαντορίνη. Ένα αλμυρό αεράκι έκανε τα μαλλιά του Μπίλι να ανεμίσουν.

Συγκινημένος, αγκάλιασε σφιχτά την Τζέσι. Τη φίλησε και της έβγαλε τα ρούχα. Εκείνη έσκυψε πάνω στο τσίγκινο τραπέζι με τα ηλιοτρόπια κι ο Μπίλι ξεκίνησε. Στα πλάγια εμφανίστηκε ένα χρονόμετρο 20 λεπτών και το έσπρωξε με το χέρι προς τα κάτω για να μην ενοχλείται. Εκεί που ο Μπίλι είχε πεισθεί πως ζούσε την πεμπτουσία του έρωτα, εμφανίστηκε ένα μπουκάλι μπίρας.

Από τον ενθουσιασμό του να το πιάσει έσπρωξε το πραγματικό τραπέζι που βρισκόταν στην Αλεξάνδρας και η συσκευή REALErotica έπεσε στο δρόμο. Μεμιάς η Σαντορίνη, το Αιγαίο κι η Τζέσι έγιναν καπνός.

Ο Μπίλι τρελάθηκε. Ξέχασε και την απαγόρευση και τις περιπολίες, άνοιξε την πόρτα της πολυκατοικίας και κατέβηκε στο δρόμο να βρει τη συσκευή του. Είχε δώσει μια περιουσία για να την αποκτήσει κι είχε επενδύσει σε τόσες νύχτες με την Τζέσι.  

~~

  Ένιωσε πολύ περίεργα περπατώντας έξω στο δρόμο. Δεν ήξερε καλά καλά κατά που έπεφτε το μπαλκόνι του. Περπάτησε από εδώ, περπάτησε από εκεί μέχρι που βρήκε τη συσκευή. Ήταν άθικτη. «Αυτές οι κατασκευές είναι φοβερές, αξίζουν τα λεφτά τους» σκέφτηκε ανακουφισμένος.

Γυρίζοντας προς την είσοδο της πολυκατοικίας του, συγκρούστηκε με μια κοπέλα που έτρεχε αλαφιασμένη. Το άρωμά της τον ζάλισε. Η Τζέσι δε φορούσε άρωμα. Η κοπέλα σηκώθηκε μεμιάς και του είπε τρομαγμένη:

«Τρέξε! Μας κυνηγούν οι κρατικοί!»
«Μα εγώ πάω σπίτι μου!»
«Θα σε συλλάβουν, έχεις αφήσει πατημασιές σε όλο το δρόμο! Έλα μαζί μου!»

  Ο Μπίλι δεν ήξερε πώς να αντιδράσει. Δεν έβλεπε συχνά ανθρώπους από κοντά.

«Με περιμένουν οι φίλοι μου για πάρτι στο zoom. Πρέπει να γυρίσω».

Η κοπέλα γέλασε.

«Θα σε πάω εγώ σε ένα πάρτι. Έλα!»

  Ο Μπίλι έβαλε στην τσέπη του στη συσκευή. Δεν ήξερε τι έκανε. Η κοπέλα τον τράβηξε απ’ το χέρι και τον οδήγησε δεξιά αριστερά σε κάτι στενά στου Γκύζη. Έφτασαν μπροστά από μία μικρή πόρτα, σ’ ένα σπίτι που έμοιαζε εγκαταλελειμμένο. Η κοπέλα έβγαλε την κουκούλα της και τον κοίταξε. Ήταν μελαχρινή. Του Μπίλι του αρέσαν οι ξανθιές, μα είχε χάσει τη μιλιά του. Η κοπέλα πλησίασε έναν πομπό κολλημένο στην πόρτα και είπε το συνθηματικό:

«Fuck the ΦΕΚ».

  Η πόρτα άνοιξε κι από τη νεκρική σιγή της πόλης βρέθηκαν σε ένα ξέφρενο πάρτι με αλκοόλ, πίτσα και μπαλόνια. Ένα αγόρι με φωσφοριζέ μαλλιά αγκάλιασε και φίλησε την κοπέλα σταυρωτά.

«Επιτέλους Καλυψώ! Ήρθες!» Αμέσως όλοι γύρισαν κι άρχισαν να τραγουδούν:

«Να ζήσεις Καλυψώ και χρόνια πολλά, μεγάλη να γίνεις με άσπρα μαλλιά…»

 Ο Μπίλι κι η Καλυψώ μπήκαν στο σπίτι και μέσα σε θερμά χειροκροτήματα και σφυρίγματα πλησίασαν την τούρτα. Εκείνη έσβησε τα κεράκια, οι καλεσμένοι επανέλαβαν το τραγούδι στα αγγλικά για τους ξενόγλωσσους φίλους, και τα έσβησε ξανά. Καθώς έσκυβε επάνω από την τούρτα, ο Μπίλι σκέφτηκε την Καλυψώ να σκύβει όπως η Τζέσι πάνω στο σαντορινιό τραπεζάκι. Παρατήρησε τα ζωντανά καστανά μαλλιά που κυμάτιζαν με τις λεπτές κινήσεις της, και τα πράσινα μάτια που γυάλιζαν γεμάτα γλύκα στο φως τον κεριών. Αμέσως η εικόνα της Τζέσι έσβησε. Η Καλυψώ γύρισε προς τους φίλους της:

«Αγαπημένοι μου φίλοι, ευχαριστώ που ήρθατε να γιορτάσουμε τα γενέθλιά μου απόψε, παρά τις απαγορεύσεις. Αν χάσουμε κι αυτή την ελάχιστη ανθρώπινη επαφή, θα χαθούμε εμείς οι ίδιοι. Έφερα μαζί μου το παιδί από εδώ, τον βρήκα στο δρόμο λίγο χαμένο. Ετοιμαζόταν για ξέφρενο πάρτι στο zoom και θέλησα να του δώσω λίγη χαρά, Σάββατο που’ναι.»

Οι καλεσμένοι γέλασαν με συμπάθεια. Η Καλυψώ στράφηκε στον Μπίλι:

«Και το ονοματάκι σου ξένε;»

«Μπίλι, με λένε Μπίλι».

  Η γιορτή ήταν μια ευχάριστη έκπληξη για τον Μπίλι. Όσο περνούσε η νύχτα, τόσο πιο πολύ αφηνόταν ελεύθερος και συζητούσε με όλους τους καλεσμένους, όπως δεν είχε συζητήσει ποτέ με ανθρώπους. Ο Όμηρος του διάβασε ποίηση που είχε γράψει, για κάτι δέντρα που κάλυπταν όλη την πλάση και ανθρώπους που έβγαζαν φτερά.

Ο Λουκάς του έδειξε μια ταινία μικρού μήκους που είχαν γυρίσει παράνομα με τους συμφοιτητές του στην Ακρόπολη.

Η Ιοκάστη του έφτιαξε νεγκρόνι με φυσικό πάγο, δυνατό τζιν και φρεσκοκομμένη φλούδα πορτοκάλι που πια δεν το έβρισκες ούτε στα τοπ DigiBars.

Η μπάντα του Άλεξ και της Ειρήνης έπαιζαν λάιβ μουσική. Λάιβ… Αλλιώς το ήξερε το λάιβ ο Μπίλι, με ολόγραμμα στο ΟΑΚΑ. Όλα τα παιδιά τον αγκάλιασαν σα να τον ήξεραν καιρό. Αυτή η ανεξήγητη οικειότητα του έκανε μεγάλη εντύπωση, δεν την είχε συνηθίσει. Όσο για την Καλυψώ, από την οποία δεν είχε λεπτό τραβήξει τα μάτια του, σε μια στιγμή αποφάσισε να τον πλησιάσει.

«Στην Αλεξάνδρας μένεις;»
«Ναι»
«Μόνος σου;»
«Με ποιον άλλον;»
«Δεν έχεις κοπέλα;»
«Μα δεν επιτρέπεται η συγκατοίκηση αν δεν είσαι παντρεμένος. ΦΕΚ 23419913/2057.»
«Άρα έχεις κοπέλα, αλλά δεν συγκατοικείτε» είπε η Καλυψώ προσπαθώντας να μη γελάσει.

  Ο Μπίλι για μια στιγμή δίστασε. Σκέφτηκε πως αν της το έλεγε, ίσως την έκανε να ζηλέψει. Έβγαλε τη REALErotica από την τσέπη του.

«Εδώ είναι η κοπέλα μου.»

  Η Καλυψώ έβαλε τα γέλια και ο Μπίλι έγινε κόκκινος σαν παντζάρι. Σούφρωσε τα χείλη και έκανε να φύγει. Η Καλυψώ τον σταμάτησε στην πόρτα και κόλλησε τα χείλη της στα δικά του. Σε δέκα δευτερόλεπτα ο Μπίλι ένιωσε να ζει όσα δεν έζησε σε είκοσι πέντε ολόκληρα χρόνια.

Αγκιστρώθηκε απάνω σε ένα συναίσθημα πιο ανεξερεύνητο και πιο ζωντανό από κάθε ολόγραμμα, από κάθε αφή και γεύση που είχε ποτέ βιώσει. Ρώτησε την Καλυψώ ποια ήταν η ταυτότητά της στο DigiLife -δεν είχε. Της ζήτησε το κινητό της -δε χρησιμοποιούσε κινητό για να μην τη βρουν. Ο Μπίλι βρισκόταν σε τέλμα. Η τεχνολογία που τόσο τον είχε διευκολύνει σε όλη του τη ζωή, για πρώτη φορά δεν έδινε λύση στην αγωνία του να την ξαναδεί.

Η Καλυψώ ήταν από αυτούς τους περιθωριακούς που δεν είχαν καταγραφεί πουθενά. Ζούσε πότε από εδώ πότε από εκεί. Δος ημίν σήμερον. Την αποχαιρέτισε με την υπόσχεση ότι θα ερχόταν να τη βρει το συντομότερο.

~~

  Έτρεχε μέσα στη νύχτα να γυρίσει σπίτι του κι απ’ τα μάτια του έφευγαν ανεξέλεγκτα χοντρές στάλες τα δάκρυα. Ξάπλωσε λίγες ώρες δίχως να κλείσει μάτι.

Στις 7:00 που έληγε η απαγόρευση κυκλοφορίας πετάχτηκε από το κρεβάτι και με τα ίδια ρούχα έτρεξε στους δρόμους. Πονούσαν τα μάτια του από το φως του ήλιου και με κόπο κατάφερε να βρει το σπίτι που του εμφύτευσε το μικρόβιο της ζωής. Έπεσε στα γόνατα καταρρακωμένος όταν διάβασε την τοιχοκολλημένη ανακοίνωση της αστυνομίας:

«ΠΑΡΑΚΑΛΟΥΜΕ ΜΗΝ ΠΛΗΣΙΑΖΕΤΕ. ΣΕ ΕΞΕΛΙΞΗ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΕΞΑΡΘΡΩΣΗΣ ΣΠΕΙΡΑΣ ΑΝΑΡΧΙΚΩΝ-ΑΔΗΛΩΤΩΝ ΜΟΝΑΔΩΝ»

  Παραπατώντας γύρισε στο σπίτι κι έβαλε να δει ειδήσεις. Πρώτη είδηση φιγουράριζε η εισβολή της αστυνομίας σ’ εκείνο το σπίτι στου Γκύζη. Τα ΦΕΚ που είχαν παραβιαστεί ήταν τόσα πολλά που έμοιαζαν με τίτλους τέλους ταινιών. Η παρουσιάστρια επεσήμανε πως στην επιτυχημένη επιχείρηση της αστυνομίας συνέβαλαν τα χνάρια ενός ατόμου στην Αλεξάνδρας περί τις 21:20 και ο γεωεντοπισμός που εξέπεμπε το βραχιολάκι του συγκεκριμένου. 

Ο Όμηρος, ο Λουκάς, η Ιοκάστη, ο Άλεξ, η Ειρήνη, η Καλυψώ, όλοι, όλοι ήταν αδήλωτες μονάδες. Δε θα μπορούσαν να εντοπιστούν αλλιώς. Οι ειδήσεις είχαν βγάλει στη φόρα και τα στοιχεία του Μπίλι φυσικά.

Ο Μπίλι είχε ντραπεί με την απερισκεψία του. Τους πρόδωσε άθελά του. Ξάφνου, η πόρτα χτύπησε δυνατά. «Αστυνομία!». Ο Μπίλι έτρεξε να ανοίξει με ανυπομονησία. Ίσως να ξανασυναντούσε τα παιδιά. Ίσως να ξαναζούσε.  

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Το διήγημα έγραψε ο Νίκος Μωραΐτης, στο πλαίσιο του Συνεργείου Δημιουργικής Γραφής