Δύο αποχαιρετισμοί

0
695

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι 222.jpg

Απρόσμενο

Τότε δεν ήμουν ακόμα απύθμενα χορτοφάγος.
Τότε δεν ήταν κανείς ούτε ένα χιλιοστό χορτοφάγος.

Τότε νόμιζα πως ο βορβορώδης πόνος του έρωτα κρατάει για πάντα. Αυτό, το νομίζω ακόμα.

Τότε το αγαπημένο μου φαγητό ήταν ατμοσφαιρικό κοτόπουλο με κάρυ.
Τώρα θέλω να φαντάζομαι τις χρωματιστές κοτούλες να πίνουν αστραφτερό νερό ατενίζοντας το γάργαρο ουρανό.

Τότε έρωτας σήμαινε αρρυθμικό πάθος και αναρίθμητο πόνο.
Τώρα έρωτας σημαίνει περπατητή πορεία σφιχτή αγκαλιά σε κυματιστά δάση.

Τότε τον είχα καλέσει στο σπίτι για να φτιάξουμε ένα χιλιοκομματιασμένο παζλ – διόλου εύσχημο ψέμα.
Τώρα με το που βλέπω το όνομά του στο φέισμπουκ, τα νύχια μου τρίζουν.

Τότε είχαμε βάλει κάποια κομμάτια του παζλ στη θέση τους και μετά βρήκαμε τη δική μας θέση στο κρεβάτι.
Τώρα όταν πονάει η κοιλιά μου ξερνάω ακόμα κομμάτια παζλ – προτιμώ να χαϊδεύω μεταξένια πλήκτρα πιάνου.

Τότε του είχα στείλει μουσκεμένα γράμματα, όπου είχα αδειάσει την ψυχή μου.
Τώρα ούτε άγραφο μήνυμα δεν θα του έστελνα.

Τότε τον έβρισκα τον πιο γοητευτικό άσχημο του κόσμου.
Τώρα τον βρίσκω απλώς άσχημο.

Τότε τον έβρισκα αστείο και πανέξυπνο.
Τώρα δεν θα ήθελα να ακούσω ούτε μια λέξη να γλιστράει από το στόμα του.

*

Όταν τον κάλεσα να φτιάξουμε το παζλ δεν ήξερα πως έπαιρνα ένα κίτρινο μαχαίρι και το έμπηγα κυκλικά στο δέρμα μου.

Δεν ήξερα πως με κάθε κομμάτι του παζλ που έβαζε στη θέση του, έσπρωχνε το κίτρινο μαχαίρι λίγο πιο οδυνηρά.

Δεν ήξερα ότι κάποιος που νομίζεις πως αγαπάς μπορεί να γίνει αυτός που θα χαράξει την ψυχή σου με πόνο-τατουάζ, σχεδόν ανεξίτηλο.

*

Αφού μπήκαν στη θέση τους τα κομμάτια του παζλ και σκορπίστηκαν τα κομμάτια της καρδιάς μου, δεν τον ξαναείδα ποτέ.

Πέταξα το κοτόπουλο με κάρυ που είχα ετοιμάσει γι΄ αυτόν στα σκουπίδια και έβαλα στο πλυντήριο την αθωότητα των 22 μου χρόνων, να πλυθεί στους 90 βαθμούς, μαζί με τα άσπρα ασπρόρουχα. 90+22=112, 1+1+2=4, Δέλτα, δεν τον έλεγαν Δημήτρη, Δαμιανό ή Δευκαλίωνα, αν και ήταν τόσο γομάρι που και κατακλυσμός να γινόταν αυτός θα είχε επιζήσει.

Ελπίζω να το διαβάσει κάποια στιγμή αυτό.
Αλλά είναι τόσο ματαιόδοξος που σίγουρα θα νομίζει πως γράφτηκε για πάρτη του.

*

Αν χαμογελάσεις αυτάρεσκα, να θυμάσαι πως το μάτι μου τώρα πια γυαλιστερίζει.

Με τροφαντή αγάπη,
Η μαζί-ποτέ σου

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Το κείμενο έγραψε η Ξένια, στο πλαίσιο του Συνεργείου Δημιουργικής Γραφής

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Αποχαιρετισμός
ή το κόστος του να φεύγεις και να γυρνάς

Το παρακάτω διαβάζεται έχοντας στο μυαλό την εξής εικόνα: είναι Αύγουστος, διαολεμένη βραδινή ζέστη και υγρασία Θεσσαλονίκης, η οποία έχει καταλαγιάσει κάπως όσο πλησιάζει το ξημέρωμα. Η κουρτίνα ανεμίζει σε ένα αχνό αεράκι που έκανε τη χάρη να κατέβει και να ανακουφίσει για λίγο τα κορμιά που μισο-κοιμούνται. Το θέμα είναι ένας άλλου είδους αποχαιρετισμός. Η τέχνη – ή και το κόστος – του φεύγεις και να γυρνάς πάντα άλλος, αλλά πάντα εσύ.

Ξεχασμένες ιστορίες μιας άλλης ζωής, αυτής της ζωής. Ιστορίες που δεν έζησες. Η κουρτίνα ανεμίζει απαλά και ήρεμα σε μια αύρα που μυρίζει καλοκαίρι, ήλιο, υγρασία, βραδινή ανακούφιση. Πώς αποχαιρετάς απωθημένα; Πώς αποχαιρετάς ιστορίες που δεν έζησες; Πώς αποχαιρετάς λαχτάρες κι όνειρα που ξέχασες ότι είχες κάνει; Που θυμήθηκες, τώρα δα μπροστά σε αυτή την κουρτίνα, ότι είχες κάνει;

Όπως οι πτυχές της πεταρίζουν, έτσι πεταρίζουν κι οι αναμνήσεις όλων εκείνων που δεν έδωσες σημασία και τώρα πια έχουν περάσει κι έχουν φύγει. Κάποια σκυλιά ακούγονται να γαβγίζουν από μακριά. Απο πού φτάνουν άραγε τα γαβγίσματά τους; Πάνε χρόνια. Κι εδώ που τα λέμε δεν είναι πολλά. Πότε πέρασαν όμως; Από μπροστά σου; Από πάνω σου; Δεν ξέρω. Πέρασαν, πάντως.

Η ώρα είναι τέσσερις το πρωί κι αναπολείς τις μέρες που νόμιζες ότι είχες τις απαντήσεις. Τις ημέρες της αναμονής. Ποτέ δεν έμαθες πώς τραβάς την κουρτίνα για να περάσεις, επιτέλους, σε αυτό που περίμενες. Περίεργο, ε; Τώρα που κοιτάς πίσω τις στιγμές σου μοιάζουν εκείνες πιο σίγουρες, πιο παρούσες. Ίσως τα επόμενα καλοκαίρια, η κουρτίνα να σου θυμίζει αυτήν εδώ τη στιγμή και να βλέπεις το χορό της στο αεράκι πιο καθαρό, πιο σταθερό, πιο σίγουρο από ποτέ.

Ποτέ δεν ξέρεις πότε είναι η τελευταία φορά και, κανονικά, αυτό δεν πρέπει να σε νοιάζει. Εκείνοι που αισθάνονται το κάτι παραπάνω είναι καταδικασμένοι. Καταδικασμένοι που βλέπουν αυτό που δεν βλέπεις, ακούν αυτό που δεν θέλεις να ακούσεις, αισθάνονται εκείνο που πονάει. Η άρνηση, αυτή είναι η μεγαλύτερη ασπίδα, η άρνηση. Πάρ’ το απόφαση.

Δεν αποχαιρετάς, δεν σε νοιάζει, δεν παραδέχεσαι και προχωράς. Εκτός από τις στιγμές που αποχαιρετάς, που δεν γίνεται να μη σε νοιάζει, δεν αντέχεις να μην παραδεχτείς. Τότε, προχωράς πάνω σε στενά που τα πόδια σου τραγουδούν όταν τα περπατάς. Κοιτάς ψηλά τα απλωμένα σεντόνια πάνω από το κεφάλι σου. Κρέμονται σαν λάβαρα κάποιας νίκης. Νίκησες, ναι. Νίκησες γιατί γνώρισες ανθρώπους, γιατί έζησες, γιατί έκλαψες, γιατί γέλασες, γιατί πόνεσες, γιατί ένιωσες. Νίκησες, κι ας έφευγες συνέχεια. Κι ας έλεγες αντίο συχνά. Πάντα γυρνούσες, εσύ, αλλά ποτέ ο ίδιος. Δεν το πίστεψες το αντίο για να μη πονάνε οι απέραντοι δρόμοι που είχες μπροστά σου.

Δεν υπάρχει κάτι άλλο να πούμε. Αυτό που ψάχνουμε μπορεί τελικά και να μην είναι τίποτα. Μια απλή καθαρότητα της στιγμής. Μια κουρτίνα που ανεμίζει ένα βράδυ του Αυγούστου. Κοιμήσου τώρα.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Το κείμενο έγραψε η Βασιλική, στο πλαίσιο του Συνεργείου Δημιουργικής Γραφής

~~~~~~~~~

Η φωτογραφία είναι του Αζέρου Anzor Bukharsky