Γκουζουνόμετρο

0
255

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι 9CF80132-F4C7-430A-98DB-FCE6DF817283-1024x700.jpg

Μια φορά και έναν καιρό, ζούσε μία αγαπημένη οικογένεια, σε ένα όμορφο και ήσυχο αγρόκτημα, μέσα στο δάσος.

Η ζωή κυλούσε ήρεμα, με τα παιδιά να μαζεύουν τα ανοιξιάτικα λουλούδια, τη μητέρα να μαγειρεύει αχνιστές πίτες ροδάκινο, και τον πατέρα να διαβάζει παραμύθια τη νύχτα στο τζάκι.

Τι; Έτσι δεν ξεκινούν όλα τα καλά παραμύθια; Μακάρι να ήταν και τούτο ‘δω ένα.

Αυτό που πλέει στο μυαλό μου αυτή τη στιγμή σίγουρα δεν είναι παραμύθι, όχι. Οπότε, αν θέλετε να διαβάσετε για ροδομάγουλα παιδάκια και πίτες ροδάκινο, σας προτείνω να σταματήσετε το διάβασμα τώρα. Αλλιώς, προχωρήστε με δική σας ευθύνη.

~~[]~~

Ποτέ δεν μου άρεσε να τρέχω. Κάθε τι πιο γρήγορο από το βιαστικό περπάτημα που σου προκαλεί ο ψυχρός αέρας του Νοεμβρίου μου φαίνεται ασήκωτη αβαρία. Πώς τα κατάφερα να τρέχω σαν τρελός αυτή τη στιγμή που τα σκέφτομαι αυτά;

Τέλος πάντων, ακόμα και η σκέψη με λαχανιάζει περισσότερο. Δεν πρέπει να σταματήσω τώρα. Δεν μπορώ να το κάνω. Πρέπει να συνεχίσω ως το τέλος.

Ας δω τι λέει το Γκουζουνόμετρο… δεκατέσσερα άλφα και επτά δέκατα έκτα βήτα. Εντάξει, όχι και πολύ άσχημα, δεδομένων των συνθηκών του γύρου.

Και να σκεφτεί κανείς ότι κάποια πρωινά παραπονιόμουν ότι μου βγήκε ξινό το τσάι λεμόνι.

~~{}~~

Τη μαγεία του συνηθισμένου πρωινού λίγοι θα την καταλάβουν και ακόμα λιγότεροι θα τη ζήσουν. Το να ξυπνάς και να ακολουθείς ευλαβικά μια προκαθορισμένη ρουτίνα, κάνοντας βήματα που συμπληρώνουν τα κουτάκια στο μυαλό σου είναι το απαύγασμα της άνετης ζωής.

Σου επιβεβαιώνει τη θέση σου στο αχανές σύμπαν, και σου δίνει ένα σημείο μηδέν, μια καρφίτσα αναφοράς.

Αυτή ήταν η θεωρία μου μέχρι και εκείνη τη ζεστή ημέρα του Ιουλίου, που σηκώθηκα από το κρεβάτι μου και έβαλα το βραστήρα στη φωτιά.

Οι εφημερίδες, μια απ’ τα ίδια. Πόλεμοι, πολιτικά σκάνδαλα, ποδόσφαιρο, δίνουν μια επιπλέον σιγουριά ότι ο πλανήτης ταξιδεύει με την ίδια ταχύτητα όπως πάντα.

Όλα ήταν στη θέση τους. Όλα, εκτός από το ενοχλητικό πλιτς πλιτς που έκανε η βρύση.

Αρνήθηκα να του δώσω σημασία. Τίποτα δεν μπορούσε να χαλάσει εκείνο το τέλειο πρωινό. Το πλιτς πλιτς όμως συνέχισε απτόητο, καθώς όπως φαινόταν, δεν νοιαζόταν για το πρωινό μου.

Αποφάσισα να δοκιμάσω τον εύκολο και γρήγορο τρόπο.

Γύρισα δεξιά – αριστερά τη στρόφιγγα της βρύσης, θέλοντας να την καλιμπράρω, για να σταματήσει η διαρροή.

Μάταια, το πλιτς πλιτς τώρα είχε γίνει εντονότερο.

Απομακρύνθηκα από τη βρύση, θέλοντας να αποδεχτώ ότι αυτή θα ήταν μια από εκείνες τις ημέρες που έχουν κάποια ατέλεια.

Δεν πρόλαβα να κάνω δύο βήματα όταν ένιωσα ένα ελαφρύ αεράκι στην πλάτη. Γύρισα πάλι προς το νεροχύτη.

Το αεράκι δυνάμωσε. Μα καλά, από που ερχόταν; Αφουγκράστηκα για λίγο, κοιτάζοντας την κούπα με το τσάι μου.

Η επιφάνεια του υγρού έκανε ρυτίδες από αέρα.

Ξαφνικά, ένιωσα ένα ρεύμα να με τραβάει προς τη βρύση. Οι σταγόνες είχαν σταματήσει, αλλά ένας περίεργος θόρυβος από αέρα ακουγόταν τώρα να βγαίνει, κατευθείαν μέσα από το σωλήνα.

Προχώρησα δειλά προς τη βρύση και έσκυψα προς το στόμιο. Θυμάμαι ακόμα την τελευταία ματιά που έριξα στη ζεστή κουζίνα μου πριν γυρίσω το κεφάλι μου προς τα πάνω και κοιτάξω κατευθείαν μέσα στο σωλήνα της βρύσης.

Ο σωλήνας ήταν στενός και σκοτεινός.

Μόνο που στο βάθος φαινόταν ένα μικρό κόκκινο φωτάκι. Η περιέργεια μου μεγάλωσε απότομα, μόλις το φωτάκι από κόκκινο έγινε πράσινο.

Ξαφνικά, ο σωλήνας άρχισε να μεγαλώνει. Ή εγώ μίκραινα; Εκείνη την ώρα δεν ήμουν σίγουρος.

Το παράξενο πρωινό μου δεν θα μπορούσε να ολοκληρωθεί με πιο ταιριαστό τρόπο από το χτύπημα που δέχθηκα στο κεφάλι μου από ένα μεταλλικό αντικείμενο.

Περιμένετε να σας πω τι έγινε μετά; Μακάρι να θυμόμουν. Σκοτείνιασαν όλα.

~~{}~~

Καλά το μαντέψατε. Ξύπνησα μετά από κάμποση ώρα.

Δεν μπορούσα να κουνηθώ, αλλά γρήγορα κατάλαβα το γιατί. Ήμουν δεμένος.

Άνοιξα τα μάτια μου αλλά η όραση μου ήταν θολή. Προσπάθησα να κεντράρω στα κοντινά αντικείμενα. Ο αέρας και η σκόνη που χτυπούσε με ριπές το πρόσωπο μου έκαναν τη διαδικασία ανώφελη.

Όταν συνήθισα στις νέες συνθήκες, το σοκ που έπαθα ήταν το μεγαλύτερο της ημέρας, μετά από τη συνειδητοποίηση ότι τελείωσε το τσάι λεμόνι, λίγες στιγμές νωρίτερα.

Δεν ήμουν σε κάποιο δωμάτιο. Δεν ήμουν καν στο έδαφος.

Ήμουν δεμένος σε ένα μεγάλο πάσσαλο. Γύρω μου δεμένοι και άλλοι άνθρωποι σε άλλους πασσάλους, μάλλον το ίδιο τρομοκρατημένοι με εμένα.

Μόλις ανέκτησα πλήρως τις αισθήσεις μου, κατάλαβα ότι όλοι φορούσαν κάτι δερμάτινα φίμωτρα στα πρόσωπά τους. Λίγες στιγμές αργότερα κατάλαβα ότι φορούσα κι εγώ.

Κοίταξα προς το έδαφος. Το ύψος πρέπει να ήταν γύρω στα τρία μέτρα.

Ήμασταν μέσα σε ένα χωμάτινο στάδιο, στη μέση της αρένας.

Η σκόνη από το έδαφος ανέβαινε και με τύφλωνε.

Ο αέρας ήταν πολύ δυνατός, αλλά σε αυτό βοηθούσε και αυτό που συνέβαινε στο εσωτερικό του τεράστιου χωμάτινου σταδίου.

Χιλιάδες άνθρωποι, εντελώς γυμνοί, έτρεχαν γύρω γύρω, σαν σε αυτούς τους αγώνες του Μαραθωνίου που δείχνει η τηλεόραση μια φορά το χρόνο.

Το μόνο που φορούσαν ήταν τα δερμάτινα φίμωτρα και ένα περίεργο ρολόι στον καρπό τους, που δεν μπορούσα να διακρίνω από τη σκόνη.

Το στάδιο περιβαλλόταν από πέτρινες κερκίδες. Πάνω σε αυτές, κείτονταν αποκαμωμένοι και άλλοι αθλητές, που ούρλιαζαν και προσπαθούσαν να βγάλουν τα φίμωτρά τους.

Σήκωσα το βλέμμα μου στον ορίζοντα, μήπως και καταφέρω και προσανατολιστώ. Μα καλά, σε ποιο διαολεμένο μέρος με είχαν φέρει, και για ποιο λόγο;

Στον ορίζοντα μαινόταν μια απειλητική καταιγίδα και τα σύννεφα είχαν κρύψει εντελώς τον ήλιο.

Η σουβλιά που ένιωσα στον ώμο μου με έκανε να γυρίσω και να προσπαθήσω να δω τι μου την προκάλεσε. Το φίμωτρο δεν έκανε εύκολη τη διαδικασία.

Δίπλα μου, αιωρούνταν ένα παράξενο πράσινο πλάσμα, καθισμένο οκλαδόν σε μια πιατέλα.

Ήταν σα διασταύρωση βατράχου με σαύρα, και κρατούσε ένα ξύλινο μπλοκάκι.

“244-ΑΕ, είσαι έτοιμος;” Η σφυριχτή του φωνή ήταν εντυπωσιακά μονότονη, σαν να με ρώτησε μόλις αν θέλω κι άλλο τσάι.

“Ποιος είσαι; Τι θέλετε από μένα; Τι είναι εδώ; Όνειρο βλέπω;” Η συνειδητοποίηση της πραγματικότητας μου έφερε δάκρυα στα μάτια και οι τελευταίες λέξεις μπερδεύτηκαν με τις μύξες μου.

“Α, μάλιστα, καινούργιος”, είπε ακόμα πιο βαριεστημένα το παράξενο πλάσμα. Κατόπιν, ψαχούλεψε λίγο στην πιατέλα και έβγαλε ένα λουρί, σαν κι αυτό που φορούσαν όσοι έτρεχαν στο στάδιο. Ξεκίνησε να διαβάζει:

“244-ΑΕ, η Μπαχαλοχωρατία σε καλωσορίζει. Δέξου αυτό το Γκουζουνόμετρο και χρησιμοποίησε το σωστά.

Κάθε γύρος μετράει για τρία άλφα, εκτός από τους περιττούς γύρους που μετράνε για ένα. Οι γύροι που διαιρούνται ακριβώς με το 3,14 μετράνε για τέσσερα έκτα του βήτα. Κάθε ολοκληρωμένο βήτα που θα γίνεται σε γύρο που αν προστεθεί στο λογάριθμο του δεκαέξι μας κάνει πενήντα οκτώ, θα προσθέτει ένα δωδέκατο του άλφα.“

Ένιωσα ένα πόνο στο κεφάλι. Δεν προσπάθησα καν να επεξεργαστώ τί ήταν αυτά που μου αράδιαζε το παράξενο πράσινο πλάσμα. Ήθελα να πάω σπίτι.

“Τι είναι όλα αυτά; Σας παρακαλώ, αν θέλετε λύτρα αφήστε με να κάνω ένα τηλεφώνημα!”

Το πράσινο πλάσμα σήκωσε για λίγο το βλέμμα του, και συνέχισε το διάβασμα:

“Όταν μαζέψετε δεκαοκτώ άλφα και ογδόντα έξι τριακοστά δεύτερα βήτα, θα κάνετε αναγκαστική παύση στις εξέδρες. Μπορείτε να καταναλώσετε μόνο το γήινο φαγητό ‘μπάμιες με μαρμελάδα από αγκινάρα’. Ακριβώς σαράντα μία κουταλιές.”

“Μισό λεπτό. Δηλαδή μου λες ότι θα πρέπει να κατέβω κάτω εκεί και να τρέξω; Για πόσο; Και ποιο φαγητό; Δεν είναι δυνατόν! Θα φωνάξω την αστυνομία!”

Τα σάλια μου πλημμύρισαν το εξωτερικό από το φίμωτρο και με έπνιξαν.

Το πράσινο πλάσμα δεν με άκουγε καν. Έπιασε το δεμένο μου χέρι και μου φόρεσε αυτό το λουρί. Είχε μια οθόνη που έγραφε: “ΝΕΟΣ ΠΑΙΚΤΗΣ. 1 ΑΛΦΑ ΚΑΙ 1 ΒΗΤΑ.”

Το πράσινο πλάσμα άρχισε να με λύνει. Δεν ένιωθα τα χέρια μου από τον πόνο.

Όταν πλέον κρατιόμουν από το στύλο μόνο με το ένα μου χέρι, με κοίταξε με ένα σαρδόνιο μειδίαμα: “244-ΑΕ, καλώς ήρθες. Καλή διασκέδαση.”

~~

Με μια γρήγορη κίνηση έκοψε και το τελευταίο σχοινί του χεριού μου, και με κλώτσησε δυνατά. Έπεσα στο έδαφος. Έκαιγε. Σηκώθηκα γρήγορα και είδα τους αμέτρητους άλλους ανθρώπους που έτρεχαν κοιτώντας τα Γκουζουνόμετρά τους.

Προσπάθησα να σταματήσω κάποιον, αλλά γρήγορα κατάλαβα ότι δεν με έβλεπαν. Παρά μόνο παραμιλούσαν για κλάσματα άλφα και βήτα, και κοιτούσαν τα Γκουζουνόμετρα.

Ξεκίνησα να τρέχω.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Το διήγημα έγραψε ο Παύλος Ίσαρης, στο πλαίσιο του Συνεργείου Δημιουργικής Γραφής