Το βαλς των χαμένων ονείρων

0
349

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι 1-1-1024x683.jpgΤο διήγημα αυτό έχει μπερδεμένη πλοκή, όπως το Κουτσό του Χούλιο Κορτάσαρ ή το Pulp Fiction του Ταραντίνο. Μπορείτε να το διαβάσετε όπως γράφτηκε ή -αν είστε τίποτα ξενέρωτοι μικροαστοί- να το διαβάσετε ακολουθώντας την χρονολογική σειρά 1- 2- 3- 4- 5.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

{3}

«Σε 3΄ να είστε στις θέσεις σας. Θα το πάρουμε από την αρχή. Άνναμπελ, Τζόζεφ με περισσότερη ζωντάνια αυτή τη φορά».

Ζαλιζόταν και πονούσε. Ούτε που ήξερε πώς κατάφερε να το κάνει την πρώτη φορά. Ειδικά στην έκτη πιρουέτα ένιωσε ότι ο αστράγαλός της θα έσπαγε στα δύο, όπως σπάνε τα κόκαλα της γαλοπούλας την Ημέρα των Ευχαριστιών για ευχή και καλή τύχη. Για καλή της τύχη στην όγδοη πιρουέτα κράτησε μέσα της τον οχετό που θα έβγαινε από το στόμα της. Είχε ξεράσει ήδη τρεις φορές, αλλά η ξινίλα δεν έλεγε να την αποχωριστεί. Ο λαιμός της έκαιγε. Είχε ακόμα τρία λεπτά να μείνει σωριασμένη στην πορφυρή, αναπαυτική πολυθρόνα που την έκαιγε κι αυτή. Έκανε να πιει μια γουλιά νερό, αλλά αυτό τροφοδότησε τα έσω της να γίνουν έξω της για ακόμα μια φορά.

Δεν θα την έβγαζε την πρόβα. Δεν θα την έβγαζε την παράσταση. Σίγουρα θα έβγαζε το πόδι της κι ότι άλλο είχε απομείνει μέσα της. Γαμώ, τι μαλακίες κάνω; Γιατί δεν πιάνει αυτή τη μαλακία τέλος πάντων;

«Σε 1΄ παιδιά». Ψηλάφισε τη τσάντα της και σε μια γωνία βρήκε μια ακόμα λύση. Το κούμπωσε ξεροσφύρι. Έριξε νερό στη μούρη της και με μια μόνιμη ξινίλα πήγε στητή προς την σκηνή.

«Άνναμπελ κορίτσι μου, σίγουρα είσαι εντάξει; Στο είπα και νωρίτερα. Μπορεί να δοκιμάσει η Τζίνα αυτή τη σκηνή. Την ξέρει τη χορογραφία».

«Είμαι μια χαρά,  ματμαζέλ Μαρί. Λίγο αδιάθετη μόνο» χαμογέλασε με κλειστό στόμα. Τα χείλη της άσπρα και ξηρά, σφιχτά σαν ραμμένα μην και στα δόντια είχε αποφάγια, μη και βρομοκοπούσε ακόμα καπνίλα.

Η μουσική ξεκίνησε. Αυτή τη φορά δεν χάιδευε γλυκά τα αυτιά της. Ηχούσε εκκωφαντικά σαν ξένο το κομμάτι. Έξι, εφτά, οκτώ ΚΑΙ ένα, δύο, τρία, τέσσερα, πέντε, έξι, εφτά, οκτώ ΚΑΙ. Μετρούσε από μέσα της. Χαμογελούσε με κλειστό το στόμα και μισόκλειστα μάτια. Σαν κούκλα βουντού.

Συναντήθηκε με τον Τζόζεφ στη σκηνή, στη μέση περίπου. Τη σήκωσε ψηλά, πλιέ και στροφή, πλιέ, σήκωμα, πλιέ και στροφή, πλιε, σήκωμα, πλιέ και στροφή, στροφή, στροφή. Όλα τώρα γύριζαν, ο Τζόζεφ την είχε αφήσει. Εκείνη γύριζε. Έβλεπε την αίθουσα να γυρίζει, τα φώτα να την τυφλώνουν, τη μουσική να τρυπάει τα αυτιά της, τον εμετό να ανεβαίνει στη στοματική της κοιλότητα. Και ανέβαινε και γύριζε, μέχρι που τα φώτα έσβησαν.

{2}

«Ένα, δύο, τρία, άσπρο πάτο!»

«Έλα, για πάμε λίγο».

«Άλλη μια γύρα κερασμένη από μένα».

«Ένα τσιγάρο βρε παιδιά».

Το διασκέδαζαν με όλη τους την ψυχή. Και γιατί όχι; Νέοι δεν ήταν; Όλη τη ζωή μπροστά του δεν είχαν; Τα όνειρα τους πραγματικότητα δεν γίνονταν; Γίνονταν;

«Μωρό μου, πάμε σιγά σιγά. Έλα, πάμε σπιτάκι να συνεχίσουμε» της ψιθύρισε στο αυτί.

«Μην είσαι ξενέρωτος μωρέ. Περνάμε καλά. Άσε με επιτέλους να το χαρώ» έκανε και σηκώθηκε. Στητή, λυγερή με την πλούσια, σφιχτή αλογοουρά της να πηγαίνει μια απ’ εδώ μια απ’ εκεί, πήγε στο μπαρ για πολλοστή γύρα ρούμι κόλα. Ξέχασε να ζητήσει διαίτης. Αλλά ούτε που την ένοιαζε. Σάμπως και δεν θα το έβγαζε.

«Τι λέει κούκλα;»

«Μπίλι, τι σκατά θες πάλι; Δεν έχω όρεξη»

«Επειδή είναι ο μαμούχαλός σου εδώ;»

«Δεν σε κάνω όρεξη αγόρι μου, ξεκόλλα».

«Σε είδα το πρωί. Δυσκολευόσουν. Καλά ε, η προσγείωσή σου ξεκαρδιστική».

«Μια χαρά ήμουν. Απλά κουρασμένη».

«Κόψε αυτές τις μαλακίες σε μένα. Ξέρω τι χρειάζεσαι κι όπως πάντα το έχω».

«Φεύγω».

Τη γράπωσε από τον καρπό και την τράβηξε κοντά του. Μύρισε τον καπνό στην ανάσα του.  Αναγούλιασε.

«Ξέρεις ότι δεν την βγάζεις αλλιώς. Το καλό κοριτσάκι στον καλό σου»

«Τι έχεις;» υπάκουσε. Της χάρισε ένα σαρδόνιο χαμόγελο.

{5}

Ο χώρος ευωδίαζε λεβάντα κι ευκάλυπτο. Ο αγαπημένος της συνδυασμός. Ως προέκταση κι απόλυτο συνταίριασμα με τη μυρωδιά της αίθουσας δέσποζαν δύο γλάστρες με ολάνθιστες ορχιδέες, δεξιά κι αριστερά στο περβάζι του παραθύρου. Στητές και λυγερές σαν την κορμοστασιά της. Οι ολόσωμοι καθρέπτες κάλυπταν ολόκληρους τους τρεις τοίχους και μια ξύλινη μπάρα τους χάραζε στο πέρασμα της. Στον τέταρτο τοίχο ήταν το παράθυρο με τις ορχιδέες δεξιά κι αριστερά. Έβλεπε στον πίσω κήπο όπου είχε φυτέψει λίγα δεντράκια. Ήθελε δουλεία ακόμα, αλλά δεν αγχωνόταν. Είχε όλο τον καιρό μπροστά της,

Την επομένη ξεκινούσαν τα μαθήματα. Είχαν μαζευτεί είκοσι παιδάκια. Θα τα χώριζε σε δύο τμήματα. 16:00 με 17:00 και 17:00 με 18:00. Θα ακολουθούσαν κι άλλα τμήματα. Ήταν αισιόδοξη. Μα κυρίως ήταν ευτυχισμένη. Όλη μέρα δεν μπορούσε να αποχωριστεί το γλυκό χαμόγελο ικανοποίησης που είχε χαραχτεί στο πρόσωπό της.

Πήγε να ελέγξει το σύστημα ήχου. Τυχαία ή όχι, μπήκε το βαλς της Ωραίας Κοιμωμένης. Το χαμόγελο πλάτυνε. Όλα πήγαιναν περίφημα. Άφησε τη μελωδία του Τσαϊκόφσκι να την παρασύρει για μια ακόμα φορά. Ένα, δύο, τρία, τέσσερα, πέντε, έξι, εφτά, οκτώ. Με το δειλινό φως να γλυκαίνει την αίθουσα συνέχισε να χορεύει. Κι αφέθηκε σαν ωραία υπνωτισμένη. Η μαύρη μακριά φούστα της ανέμιζε ανέμελα. Είχε χαϊδέψει γλυκά με τις γυμνές πατούσες της κάθε σπιθαμή του ξύλινου πατώματος κι ούτε ήξερε πόση ώρα χόρευε.

Η γνώριμη κόρνα του αυτοκινήτου την επανάφερε στο όμορφο δωματιάκι. Την ξύπνησε σαν το αδέξιο φιλί του πρίγκιπα. Έξω είχε σκοτεινιάσει. Κοίταξε τη σιλουέτα της που διαγραφόταν στον καθρέπτη. Έκανε βαθιά υπόκλιση στο αόρατο κοινό, στις ορχιδέες και στον Τσαϊκόφσκι. Ασφάλισε την πόρτα και κατευθύνθηκε προς το αυτοκίνητο σαν να χόρευε ακόμα.

 

{4}

Ένιωσε ένα γνώριμο παρατεταμένο σφίξιμο στο χέρι της. Όταν έγινε πιο επιτακτικό, σαν αδέξιο φιλί ανυπόμονου πρίγκιπα, άνοιξε σιγά σιγά τα μάτια της. Τα βλέφαρά της δύσκολα αποχωρίστηκαν το ένα το άλλο, έτσι κι έμειναν πολύ κοντά. Το φως την τύφλωσε. Στην αρχή έβλεπε μόνο λευκό. Όταν λίγο συνήθισε, το λευκό πήρε σχήμα και υπόσταση. Λευκοί τοίχοι γύρω, λευκές ντουλάπες στους τοίχους. Το πάπλωμα που τη σκέπαζε λευκό. Λευκό και το μανίκι της. Το σωληνάριο στο χέρι της διάφανο με λευκό επίδεσμο να το κρατάει στη θέση του.

Μόνο ο κάτοχος του χεριού με το γνώριμο άγγιγμα έδινε χρώμα στο δωμάτιο. Μια καλοστεκούμενη κυρία με παραπανίσια κιλά που της έδιναν ζωντάνια και γοητεία κι ένα πλουμιστό φλοράλ φόρεμα. Τα οικεία μάτια της ήταν μουσκεμένα και το χέρι της κλειστή, σφιχτή γροθιά προστάτευε το δικό της.

«Μαμά» ψέλλισε με φωνή που δεν αναγνώρισε.

Η γυναίκα χαμογέλασε, τα μάτια της βράχηκαν με φρέσκα δάκρυα και η γροθιά της έσφιξε κι άλλο.

«Μωρό μου. Τι έγινε αγάπη μου; Με κοψοχόλιασες. Γιατί μωρό μου;»

«Μαμά» ξαναψέλλισε.

«Αγάπη μου, νόμιζα πως ήσουν ευτυχισμένη. Νόμιζα πως όλα πήγαιναν καλά, πως αυτό ήθελες. Νόμιζα πως θα έρθω να σε δω να πετάς, να ονειρεύεσαι. Οι γιατροί ανησυχούν καρδιά μου».

Τα δάκρυά της πότισαν τα λουλούδια στο φόρεμά της.

«Δεν…δεν»

«Το ξέρω μωρό μου, δεν το ήθελες. Το ξέρω, αλλά γιατί; Ήσουν πιεσμένη; Ο γιατρός μου είπε ότι έχεις σοβαρό κάταγμα στον αριστερό αστράγαλο. Κάταγμα αγάπη μου και χορεύεις;»

«Εγώ…Δεν μπορώ». Ένα δάκρυ πόνεσε για να βγει από τα μάτια της. Ένιωθε ξερή. Στραγγισμένη από δάκρυα και σάλιο.

«Θα γίνεις καλά μωράκι μου. Όλα θα πάνε καλά». Με το ελεύθερο χέρι της χάιδευε το πόδι της. Χαλάρωσε λίγο η Άνναμπελ κι έκλεισε τα μάτια της να τα ξεκουράσει από το λευκό.

«Ξεκουράσου αγάπη μου» συνέχισε η μαμά «Όλα θα πάνε καλά. Θυμάσαι τότε;»

Θυμόταν. Μικρό κοριτσάκι. Με το γαλάζιο της κορμάκι, την ασορτί φουστίτσα και κατακόκκινα ζουμερά μάγουλα. Η αίθουσα γεμάτη από χορούς, γέλια και μελωδίες. ΚΑΙ ένα, δύο, τρία, τέσσερα, πέντε, έξι, εφτά, οκτώ ΚΑΙ ένα. Η μαμά πριν κάθε μάθημα της έπιανε σφιχτό κότσο τα μαλλιά και τα στήριζε με ένα ροζ διχτάκι, να μην πέφτουν στα μάτια της τουφίτσες.

Πρώτη ποζισιόν, δεύτερη, τρίτη, τέταρτη, πέμπτη και ξανά από την αρχή με τη μπάρα για στήριγμα. Το αγαπημένο της ήταν η πεταλούδα. Καθόταν στο πάτωμα με τις πατούσες της να ακουμπάνε αντικρυστά, χέρια να προφυλάσσουν τους αδύναμους αστραγάλους της και γόνατα να πηγαίνουν πάνω κάτω, πάνω κάτω. Λίγο ακόμα και θα απογειωνόταν. Προσγειώθηκε στον κόσμο των ονείρων μακριά από λευκά δωμάτια και μαύρα κοστούμια. Σε έναν κόσμο που αντηχούσε το βαλς της Ωραίας Κοιμωμένης με ροζ και γαλάζια νούφαρα να κρατάνε το χορό.

{1}

«Τι λέει κούκλα;»

«Τι θες Μπίλι; Βιάζομαι»

«Άραξε, σε 5΄ ξεκινάς. Πήρε και ρολάκι το μωρό μου. Θα ανοίξει την παράσταση».

Έστρωσε τη μαύρη φούστα της, κάθισε στην πορφυρή αναπαυτική πολυθρόνα που αγκάλιασε τους γλουτούς της. Έσκυψε να φορέσει τις πουέντ.

«Τι έγινε μωρό μου; Παραφάγαμε χθες; Θα γεμίσεις πάλι τη σκηνή;»

Έπιασε την κοιλιά της και το βλέμμα της σάρωσε τα κοκαλιάρικα πόδια της. Για βραδινό είχε φάει πράσινη σαλάτα με ένα παξιμάδι. Για πρωινό μπάρα δημητριακών και χυμό πορτοκάλι. Η κοιλία της γουργούρισε και η ξινίλα του χυμού αναρριχήθηκε στον ουρανίσκο της.

«Όταν ήσουν μαζί μου πέταγες. Θυμάσαι; Τον πρωταγωνιστικό τον είχες στο τσεπάκι σου».

«Όταν ήμουν μαζί σου δεν θυμόμουν τι μέρα ήταν».

«Καλή τύχη αδυναμία μου, σε 4΄ βγαίνεις».

«Σε 4΄ Άνναμπελ και Τζόζεφ στις θέσεις σας. Μπίλι, πήγαινε να ετοιμαστείς επιτέλους, είσαι ο επόμενος» αντήχησε δυνατά η φωνή της ματμαζέλ Μαρί.

Η Άνναμπελ είχε το χέρι ακουμπισμένο στην κοιλιά της. Τη γέμιζε με αέρα κι απότομο την άδειαζε ψηλαφώντας την. Προλαβαίνω, σκέφτηκε. Φορώντας τις πουέντ πήγε σαν πιγκουίνος στις τουαλέτες. Ήταν άδειες. Περίφημα. Έβαλε δάχτυλο. Έβηξε μια φορά. Τη δεύτερη έβηξε με τη συνοδεία των απομειναριών της μπάρας δημητριακών και του χυμού. Πάτησε καζανάκι. Έριξε νερό στο πρόσωπό της, αλλά η ξινίλα δεν άφησε έτσι εύκολα τη συντροφιά του ουρανίσκου της.

«Παιδιά στις θέσεις σας. Βάζω μουσική»

Έτρεξε σαν άχαρος πιγκουίνος στη σκηνή. Στάθηκε. ΚΑΙ ένα, δύο, τρία, τέσσερα, πέντε, έξι, εφτά, οκτώ ΚΑΙ ένα. Η σκηνή επαναλήφθηκε ξανά και ξανά. Άρχισε να ζαλίζεται και η ξινίλα που είχε απομείνει προμήνυε νέο κύμα πολτοποιημένου πρωινού. Προσπάθησε να συγκεντρωθεί. Ο Τζόζεφ την έπιασε άγαρμπα στο άλμα της και σωριάστηκαν χάμω. Ένιωσε τον αριστερό της αστράγαλο αγκιστρωμένο, μουδιασμένο. Είχε προσγειωθεί όλη πάνω του.

«Πάγο γρήγορα!» φώναξε η ματμαζέλ Μαρί.

Ο Μπίλι χτυπούσε αργά παλαμάκια με το χαρακτηριστικό σαρδόνιο χαμόγελο. Η παράσταση απείχε μόλις λίγες μέρες.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Το διήγημα έγραψε η Βασιλεία Ζέρβα, στο πλαίσιο του Συνεργείου Δημιουργικής Γραφής.

Η φωτογραφία από εδώ https://tetragwno.gr/texnes/xoros/to-mpaleto-tis-els-parousiazei-to-diptycho-chorou-equilibre-cacti