Διπλή ταυτότητα

0
204

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι ced21e7059813952abe6c427b90e9508.jpg

Ο Γουίνστον ξύπνησε πρώτος. Κάθισε και κοίταξε το γεμάτο φακίδες πρόσωπο που κοιμόταν ακόμα ήρεμα ακουμπισμένο στην παλάμη της. Εκτός από το στόμα της, δεν μπορούσες να την πεις όμορφη. Όταν την κοίταζες από κοντά, ξεχώριζαν μια δυο ρυτίδες γύρω από τα μάτια. Τα κοντά μαλλιά της ήταν πολύ πυκνά και απαλά. Σκέφτηκε πως δεν ήξερε ακόμα ούτε το επίθετό της ούτε τη διεύθυνσή της.

Χάιδευε με τα μάτια του το γυμνό κορμί της. Δεν ήθελε να την ξυπνήσει. Η ώρα ήταν 06:00. Έπρεπε να φύγει. Σηκώθηκε, ντύθηκε βιαστικά και έγραψε ένα σημείωμα, αφήνοντάς το στο τραπέζι.

Θα με περιμένεις;

~~~{}~~~

Το φως του πρωινού μπήκε βιαστικά στο δωμάτιο και μ’ έκανε να σηκώσω τα βλέφαρα. Διάβασα το σημείωμα του. Τύλιξα το σεντόνι γύρω μου, έβαλα καφέ και στάθηκα να κοιτάω έξω από το παράθυρο -τον κόσμο.

«Τι θα κάνω;» ψιθύρισα στο κενό. Ένα παιχνίδι ήταν, ένα γαμημένο παιχνίδι και τίποτα παραπάνω. “Γιατί Κλαιρ, γιατί;”

~

Η Κλαιρ συνομιλούσε για χρόνια στο internet. Ο χρόνος της ήταν υπερβολικά διαθέσιμος. Ο Γουίνστον ήταν διαφορετικός, την πρόσεχε, ενδιαφέρθηκε, αυτό ήταν, ενδιαφέρθηκε. Η Κλαιρ δεν ένιωθε να την νοιάζονται, χωρίς να την λυπούνται. Η σοφίτα, το καταφύγιό της από βλέμματα λύπησης. Από εκεί έβγαινε μόνο για τις φυσικοθεραπείες. Το ήξερε πια, δεν θα περπατούσε ξανά.

Κάθε Κυριακή μου ήταν αφιερωμένη στην Κλαιρ. Έτσι μου μίλησε για ‘κείνον. Ήταν κοντά δυο μήνες που επικοινωνούσαν. Της ζητούσε επίμονα να συναντηθούν. Εκείνη έβρισκε δικαιολογίες. Δεν έλεγε την αλήθεια. Μου ζήτησε να κάνω μια τρέλα.

«Πες μου ότι θα το κάνεις, πες μου ότι θα με βοηθήσεις. Δεν θέλω να σταματήσει όλο αυτό. Είναι ο μόνος τρόπος. Σε παρακαλώ.»
«Έχεις τρελαθεί τελείως, δεν γίνονται αυτά τα πράγματα. Δεν μπορώ, τι λες!»

Μετά από μέρες αποφάσισα να την επισκεφτώ. Μπήκα στο δωμάτιό της, ήταν βουτηγμένο στο σκοτάδι. Τράβηξα τις κουρτίνες, άνοιξα το παράθυρο. Δεν με κοιτούσε. Δεν απαντούσε. Το βλέμμα της καρφωμένο στον τοίχο. Καμία έκφραση στο πρόσωπό της. Σταμάτησα να μιλώ και κοιτούσα έξω. Την σιωπή στο δωμάτιο διέκοψε η φωνή της.

«Είσαι εγωίστρια. Καλύτερα να φύγεις.»

Κατέβηκα τις σκάλες της εξώπορτας κι ένιωθα ένα κόμπο στο λαιμό. Τα πόδια μου κλείδωσαν, καμία κίνηση εμπρός, κανένα βήμα πίσω. Κάθισα στα σκαλιά, έβγαλα ένα τσιγάρο και το άναψα. Στο πάρκο απέναντι περπατούσε ένα ζευγάρι αγκαλιασμένο, πιο πέρα ένα παιδί έσερνε την μαμά του στις κούνιες. Η Κλαιρ δεν θα ζούσε ποτέ τέτοιες στιγμές;

~~

Την επόμενη εβδομάδα χρειάστηκε να πάρω άδεια, γιατί η Κλαιρ εισήχθη στο νοσοκομείο. Είχε τρομερούς πόνους και έπρεπε να κάνει ένα ακόμα χειρουργείο. Ο γιατρός της μόλις μπήκε στο δωμάτιο και μας είδε μαζί, έμεινε με ανοικτό το στόμα, λέγοντας:

«Μα τόσο ίδιες, πια; Μου το είπε η νοσοκόμα, αλλά δεν το πίστεψα.»

Είμαστε δίδυμες. Νιώθουμε πολύ έντονα η μια την άλλη. Όταν συνέβη το ατύχημα, είχα νιώσει ένα έντονο πόνο στα πόδια μου. Οδηγούσε ο πατέρας μας, δίπλα καθόταν η Κλαιρ και πίσω η μητέρα. Γυρνούσαν από το Λονδίνο. Είχε ομίχλη και ψιλόβροχο, ένα φορτηγό έπεσε πάνω τους. Οι γονείς μας σκοτώθηκαν ακαριαία. Η Κλαιρ επέζησε.

~~

Με είχε πείσει πια. Είχα συμφωνήσει στο παλαβό σχέδιό της. Μου είχε στείλει να διαβάσω όλες τις διαδικτυακές συνομιλίες τους, τα πάντα.

Το ραντεβού ήταν στις 8:30 στο «Pavlof», ένα πολύ ωραίο εστιατόριο. Ακόμα και την τελευταία στιγμή ήξερα πως ήταν λάθος. Το ταξί σταμάτησε έξω ακριβώς από το εστιατόριο.

«Κλαιρ;». Γύρισα προς το μέρος της φωνής. Μου άπλωσε το χέρι ένας ψηλός άντρας, κομψά ντυμένος. «Επιτέλους. Είμαι ο Γουίνστον.»
«Τι εννοείς, μήπως άργησα;» απάντησα.
Γέλασε δυνατά.
«Όχι, προς θεού. Σε περίμενα τόσο καιρό. Και άξιζε τον κόπο.»
«Ααα», είπα για να πω κάτι. Δεν έβρισκα λέξεις να τις βάλω σε σειρά.
«Θέλεις να περάσουμε μέσα ή άλλαξες γνώμη;»
«Πώς, πώς, όχι, ναι, εννοώ… Πάμε.»

Καθίσαμε στο τραπέζι μας. Ο Γουίνστον ήταν πολύ περιποιητικός. Είχε τόσες ιστορίες από τη δουλειά του ως χειρουργός. Με ρωτούσε για τη δουλειά μου. Η Κλαιρ του είχε πει ότι κάνει την ίδια δουλειά με μένα, επιμελήτρια βιβλίων.

Το μαγαζί έκλεινε έπρεπε να φύγουμε. Σταθήκαμε και οι δυο έξω από το μαγαζί.

«Θέλεις να περπατήσουμε;» με ρώτησε.
Ήθελα τόσο να πω ναι.
«Είναι αργά. Αύριο έχω πτήση στις 8:00. Πρέπει να γυρίσω.»
«Εντάξει. Αν και θα ήθελα να μην έφευγες αύριο.»
«Όταν επιστρέψω, υπόσχομαι να βρεθούμε.»

Κράτησε τα χέρια μου μέσα στα δικά του και τους έδωσε ένα απαλό φιλί και μου είπε: «Θα σε περιμένω».

~~

Της τα είπα όλα. Δεν την ξαναρώτησα τι είπαν μετά το ραντεβού. Δεν ήθελα να μάθω.

Σε λίγες μέρες επέστρεφε ο Τζέικομπ. Είχαμε κανονίσει τον γάμο σε ένα χρόνο. Όλα έμοιαζαν να τακτοποιούνται. Πήγαμε μια εκδρομή στο εξοχικό του. Πόσο γρήγορα πέρασαν οι μέρες. Ο Τζέικομπ θα έλειπε για έξι μήνες, στο τελευταίο του ταξίδι.

Η Κλαιρ είχε ένα κρύωμα που δυσκόλεψε το αναπνευστικό της. Έμεινα μαζί της. Ένα βράδυ με παρατηρούσε, τα μάτια της ήταν βουρκωμένα και τα χέρια της έμοιαζαν ιδρωμένα.

«Θέλω να συναντηθείτε ξανά.» μου είπε. «Μην μου πεις κάτι, μόνο, σε παρακαλώ, καν’ το. Μου λέει ότι με σκέφτεσαι συνέχεια από εκείνο το βράδυ, δηλαδή, εσένα, αλλά δεν με νοιάζει. Δεν του έχει ξανασυμβεί να νιώθει τόσο έντονα.»

Ήταν τα λόγια που δεν ήθελα να ακούσω. Δεν ήξερα τι έπρεπε να κάνω και για ποιον. Αυτή τη φορά της είπα πιο εύκολα το ναι.

~~

Σάββατο βράδυ, 21:30, “Saint-Angel” ένα τζαζ μπαρ στα νότια της πόλης. Στην είσοδό του με περίμενε ο Γουίνστον. Με πλησίασε και με αγκάλιασε τόσο σφιχτά που ανταποκρίθηκα. Με κοίταξε βαθιά μέσα στα μάτια και με φίλησε. Αφέθηκα να απολαύσω το φιλί του. Δεν είχαμε προλάβει να πούμε ούτε κουβέντα. Δεν μπήκαμε ποτέ σε κείνο το μπαρ. Με πήρε από το χέρι και ξεκινήσαμε να προχωράμε αντίθετα.

«Πού πάμε;» τον ρώτησα.
«Κάπου πιο ήσυχα. Δεν με εμπιστεύεσαι;»

Σταμάτησε το αυτοκίνητο του. Σταθήκαμε μπροστά από μια μονοκατοικία, έβγαλε τα κλειδιά του και μπήκαμε.

«Κάθισε. Κάνει κρύο. Θα ανάψω το τζάκι να ζεσταθούμε. Θέλεις ένα ποτήρι κρασί;»
«Ναι, σε παρακαλώ.»

Έβγαλα τα παπούτσια και κάθισα χάμω. Δεν ξέρω αν ήταν η υγρασία της βραδινής βροχής ή αν το ρίγος που ένιωθα προερχόταν από την ένταση του χάους που ένιωθα μέσα μου. Μια μελωδία διέκοψε τις σκέψεις μου κι εκείνος εμφανίστηκε με δυο ψηλά ποτήρια και ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί.

«Ελπίζω να έχεις ζεσταθεί λίγο. Χαίρομαι που είσαι εδώ.»
«Κι εγώ.» Δεν το σκέφτηκα πολύ και το είπα.

Μιλούσαμε για ώρα. Υπήρχαν άπειρες στιγμές που με κοιτούσε και δεν μιλούσε.

«Ενώ νιώθω να είσαι εδώ, ταυτόχρονα σε νιώθω να προσπαθείς να κρατήσεις μια απόσταση.»

Τι θα μπορούσα να του πω; Πώς θα μπορούσα να εξηγήσω αυτό το αλλόκοτο παιχνίδι;

~~

Το χθεσινό βράδυ μείναμε ως το ξημέρωμα αγκαλιασμένοι, να κάνουμε έρωτα. Απολάμβανε αχόρταγα ο ένας το κορμί του άλλου. Χαθήκαμε σε έναν πόλεμο άπνοων φιλιών, με ιαχές τους αναστεναγμούς μας. Νικήτριες της βραδιάς στέφθηκαν οι αισθήσεις. Τα λόγια αναδείχθηκαν δρομείς σε μαραθώνιο που γεννούσαν ξανά και ξανά το πάθος των στιγμών. Δεν ξέρω ποια ήμουν χθες βράδυ. Η Κλαιρ; Εγώ; Ποια λόγια ανήκουν σε μένα και ποια σε κείνη;

Ο ήχος του τηλεφώνου με ξύπνησε απ’ τις σκέψεις. Το όνομα του Τζέικομπ στην οθόνη. Δεν απάντησα. Ντύθηκα γρήγορα. Έγραψα ένα σημείωμα κι έφυγα.

~~{}~~

Αργά το βράδυ.

Ο Γουίνστον μπαίνει στο σπίτι και σκοντάφτει πάνω στο σημείωμα.

Δεν μπορώ. Δεν είμαι αυτή που σου έχω πει. Μην με αναζητήσεις.

Ο Γουίνστον ψιθυρίζει: «Άραγε θα μάθω το όνομα σου;»

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Το διήγημα έγραψε η Αναστασία Χρόνη, στο πλαίσιο του Συνεργείου Δημιουργικής Γραφής