ΓΕΝΗΘΗΤΩ ΑΓΑΠΗ

0
296

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι Χωρίς-τίτλο.pngdffdfd.png

Ξημέρωσε. Ξημέρωσε Δευτέρα. Ξημέρωσε Η ΔΕΥΤΕΡΑ. Άραγε ξέρει κανείς ποια θα είναι αυτή η Δευτέρα στη ζωή του; Ο Πέτρος πάντως σίγουρα δεν το ήξερε.

Ξεκίνησε την καθημερινή ρουτίνα του. Δουλειά, μετά δουλειά και ίσως λίγο δουλειά στο τέλος για σβήσιμο. Εκτός από τις Δευτέρες βέβαια. Η μόνη ματζόρε νότα στην μινόρε ζωή του. Είχε γραφτεί σε ένα θεατρικό εργαστήρι πριν λίγο καιρό. Γνώρισε καινούριο κόσμο, γνώρισε και έναν καινούριο Πέτρο, που δεν ήξερε πως υπήρχε. Οι αυτοσχεδιασμοί που σκάρωνε τον σκάλωναν όταν γυρνούσε σπίτι του και τους αναλογιζόταν.

Ξημέρωσε η Δευτέρα. Στις έξι ακριβώς ήταν στο εργαστήρι, έτοιμος για το μονόπρακτο που του είχε δοθεί. Το είχε προβάρει, το είχε φανταστεί, το είχε ονειρευτεί. Το είχε ονειρευτεί; Όταν ο Βαγγέλης, ο δάσκαλος, τον φώναξε, ήταν πανέτοιμος. Σίγουρος για τον εαυτό του σαν τον μεσημεριανό ήλιο ψηλά στον ουρανό. Όταν ο Βαγγέλης βέβαια σήκωσε την Ανθή για να τον συνοδέψει, η σιγουριά του τον εγκατάλειψε και όλα σκοτείνιασαν. Το είχε ονειρευτεί;

Έψαξε μέσα του. Έψαξε παντού. Βρήκε τελικά μία δόση θάρρους. Έπιασε το χέρι της Ανθής και το φίλησε. Έπιασε το χέρι της. Δεν την είχε κοιτάξει ακόμα. Την κοίταξε. Αυτό ήταν. Ούτε πρόβες, ούτε φαντασία, ούτε όνειρα. Εκείνη η στιγμή δεν μπορούσε να συγκριθεί με τίποτα. Ερμήνευσε το ρόλο του. Δεν ήταν ο Πέτρος. Δεν ήταν εκεί. Ήταν ο Ρωμαίος; Δεν τον ένοιαζε. Την είχε κοιτάξει. Εκεί τελείωσαν όλα. Εκεί ξεκίνησαν τα πάντα.

~~

Όσο και να έψαξε τις επόμενες μέρες δεν βρήκε θάρρος. Δεν έκανε τίποτα. Ομίχλη, καταχνιά, μαυρίλα και την Δευτέρα λιακάδα. Την άκουγε να γελάει και γλύκαινε η ψυχή του. Το γέλιο της μύριζε θάλασσα, και αυτός κολυμπούσε μέσα. Έβρισκε αφορμές και την άγγιζε. Ο ηλεκτρισμός ήταν ακόμα εκεί. Τρόμαζε ή χαιρόταν; Δεν ήξερε ούτε ο ίδιος.

Ξημέρωσε Τρίτη. Ομίχλη, καταχνιά, μαυρίλα. Γύρω στις οκτώ, ήρθε ένα μήνυμα στο κινητό του. Ήταν η Ανθή. Καλησπέρα. Πώς γίνεται μία απλή καλησπέρα να του φτιάξει τη μέρα; Κι όμως. Μιλούσαν πάνω από τέσσερις ώρες. Μιλούσαν για μουσική, μιλούσαν για θέατρο, μιλούσαν για βιβλία, μιλούσαν για τη ζωή. Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά καθώς περίμενε τα μηνύματα της. Η καρδιά του πήγαινε να σπάσει όταν τα διάβαζε. Η καρδιά του σταμάτησε να χτυπάει όταν κανόνισαν να βρεθούν οι δυο τους από κοντά την επόμενη μέρα.

Ξημέρωσε Τετάρτη. Λιακάδα, γαλανός ουρανός, φως. Μάλλον δούλεψε εκείνο το πρωί. Μηχανικά. Μετρούσε τις ώρες σαν φαντάρος που περίμενε να απολυθεί. Ήταν έτοιμος δύο ώρες πριν το ραντεβού. Η Ανθή είχε φτάσει πρώτη. Την πλησίασε και την κοίταξε. Της έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο και πάγωσε. Λες και δεν είχε ξαναφιλήσει ποτέ στη ζωή του. Τι κι αν μιλούσαν το προηγούμενο βράδυ για ώρες. Είχαν τόσα να πουν. Οι λέξεις έπαιρναν μορφή μπροστά τους. Καθόντουσαν σε ένα τραπέζι και έβλεπαν ένα θεατρικό έργο με πρωταγωνιστές τους ίδιους.

Έψαξε ξανά μέσα του. Αυτή τη φορά κάτι βρήκε. Έσκυψε και την φίλησε. Ξαναγεννήθηκε ολόκληρος ο κόσμος. Χρόνος δεν υπήρχε. Το θεατρικό σταμάτησε και έγινε πίνακας ζωγραφικής. Σιγουρεύτηκε πλέον πως δεν είχε ξαναφιλήσει ποτέ στη ζωή του. Την πήγε στο σπίτι της και την φίλησε ξανά. Είχε ακούσει από φίλους για κάτι περίεργες πεταλούδες που εμφανίζονταν ξαφνικά. Τώρα τις ένοιωθε. Γύρισε σπίτι του. Έστριψε ένα τσιγάρο και ξαναείδε το θεατρικό έργο που είχε αποτυπωθεί στο μυαλό του πριν κοιμηθεί. Αυτό ήταν.

~~

Ξημέρωσαν πολλές μέρες από τότε. Σύννεφο δεν ξαναείδε. Μόνο φως. Κάθε μέρα ήταν Δευτέρα πλέον. Η αγάπη ήταν ένα όνειρο που ζωντάνευε όταν την συναντούσε. Όταν την κοιτούσε έβλεπε την ψυχή της. Τα μάτια της. Τα μάτια της ήταν ένας καινούριος κόσμος και αυτός κάθε μέρα εξερευνούσε νέους τόπους.

Ο Πέτρος ήθελε απλά να την αγγίζει. Η Ανθή ήθελε απλά να τον ακούει. Κανείς τους δεν μπορούσε να καταλάβει τι είχε γίνει. Τι είχε ξεκινήσει. Δεν ήθελαν να καταλάβουν. Ήθελαν απλά να το ζήσουν. Είχαν μπροστά τους ένα ανεξερεύνητο σύμπαν και όσο χρόνο ήθελαν για να το ανακαλύψουν. Μαζί με τις μέρες πέρασαν και οι μήνες. Μήνες με λιακάδα και φως. Ο έρωτας εκεί. Αγέρωχος, καμάρωνε το δημιούργημα του. Ήταν ζήτημα χρόνου να τρυπώσει και η αγάπη. Δυνατή, σαν μητέρα που κρατάει για πρώτη φορά το νεογέννητο παιδί της.

Έφτιαξαν το σπίτι τους. Ήταν ζεστό και φωτεινό. Ανυπομονούσαν να γυρνάνε σπίτι. Ένα φιλί, μια αγκαλιά και πέντε κουβέντες. Έφταναν, για να γίνεται κάθε μέρα μία έκρηξη σε ένα διαμέρισμα της Θεσσαλονίκης. Μία έκρηξη συμπαντική που γεννούσε κάθε μέρα καινούρια συναισθήματα και νέες εικόνες. Σε περίοπτη θέση στο σαλόνι, μία κορνίζα. Μία κορνίζα με το μονόπρακτο του Πέτρου. Το μονόπρακτο του Πέτρου που έμελε να είναι η αφορμή.

Η αφορμή για μια ζωή γεμάτη φως.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Το διήγημα έγραψε ο Νίκος Φαρμακιώτης, στο πλαίσιο του Συνεργείου Δημιουργικής Γραφής.

Προηγούμενο άρθροΌρκος
Επόμενο άρθροΔιπλή ταυτότητα
Γράφω μόνο τα βράδια, όταν όλοι κοιμούνται και η πόλη ησυχάζει. Είμαι επιρρεπής στους εθισμούς, αλλά πίνω μόνο κρασί –μετά τη δύση του ηλίου- και όλο σκέφτομαι ότι πρέπει να κόψω το κάπνισμα.