Ο ξεχασμένος δημοσιογράφος Καλέλης

0
248

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι dfdfdf-1024x768.jpg

Είχαν περάσει τόσα χρόνια που πια δεν τα μετρούσε. Ατελείωτα χρόνια. Είχε παραδοθεί πια στον τιμωρό χρόνο που κανένα δεν ξεχνά. Κανένα δεν αφήνει πίσω. Κανένα.

Τα μαλλιά του που ήταν παλιά κατράμι, τώρα είχαν γίνει ασήμι, σχεδόν πεθαμένο ασήμι. Και είχαν αραιώσει κιόλας. Το τσουλουφάκι που έπεφτε κάποτε παιχνιδιάρικα στο μέτωπό του, είχε δεν είχε δέκα τρίχες.

Μα όλη αυτή τη παραίτηση, τη βιολογική παραίτηση, την ήθελε. Αυτή ήταν ο σκοπός. Άλλο δεν είχε. Όλα τα άλλα τα είχε καταφέρει. Χαμογέλασε πικρά. Αργά ή γρήγορα θα τα κατάφερνε και σε αυτό.

Έτριζαν οι δύο σκουριασμένες ρόδες από το ταλαιπωρημένο καροτσάκι, ενώ ανέβαινε με σοφή υπομονή τη καυτή Σόλωνος. Λίγο ακόμα και θα έφτανε στο χαμόσπιτο. Ένας λασπωμένος χωματόδρομος είχε μείνει στην Αθήνα και εκεί έμενε. Έμεναν. Μαζί με τη αιώνια κυρά του και τις δεκαεφτά αλήτισσες γάτες τους.

Μέσα στο παλιό καροτσάκι ένιωθε το καρπούζι να τρίζει. Ένας λόγος που επέλεξε την ταλαιπωρημένη αυτή χώρα ήταν τα καρπούζια της. Έτυχε μια φορά να δοκιμάσει, ύστερα κόλλησε. Κόλλησε το μυαλό του. Πετούσε πίσω για μια μπουκιά ακόμα. Για τη στιγμή της γλύκας, της δροσιάς, τη στιγμή που η στεγνή δίψα τα βρίσκει με τον κόκκινο χυμό. Όπως ο δράκουλας αναζητά το αίμα, ξανά και ξανά ξανά.

“Ε, κυρ Χριστόφορε…” έκανε η γιαγιούλα, η γειτόνισσα.

“Γεια σου Μαριώ, καλημέρα σου”, έκανε ο Χριστόφορος και το χαμόγελό του ήταν ασπρόμαυρο, σαν πλήκτρα πιάνου. “Να, πάρε” είπε και έβγαλε από το καρότσι ένα ματσάκι φρέσκα ιδρωμένα κρεμμύδια και ένα δροσερό μαρούλι “για τη σαλάτα σου. Τη δροσιά του να ‘χεις.”

“Αν δεν ήταν η φονική ανηφόρα, θα πήγαινα ‘γώ. Αλλά που… Να ‘σαι καλά κυρ Χριστόφορε. Που το βρήκες τέτοια εποχή;”

“Ξύπνησ’ η Λίτσα; Ξέρεις;”

“Πέρα από τη γατοχορωδία, δεν άκουσα κάτι άλλο” είπε η Μαριώ. “Να ‘χεις το νου σου, κυρ Χριστόφορε, ο καφές σήμερα που τον διάβασα δεν μου τα ‘πε καλά. Πολυλογάς, αλλά κάποια μου τα έκρυψε. Και δεν τα κάνει αυτά συνήθως. Συνήθως δεν τα κάνει αυτά.”

Ο Χριστόφορος κράτησε τα τελευταία λόγια της Μαριώς στο μυαλό του. Ίσως να σήμαιναν κάτι. Ίσως όχι. Έστριψε στο λασπωμένο αδιέξοδο. Οδός Κρυπτώνας. Ξεχασμένη από όλους, αυτή η γωνιά στην Αθήνα. Από όλους; Ναι, από όλους.

~~

Έσπρωξε τη μικρή ξύλινη κόκκινη αυλόπορτα. Αυτή έτριξε και μαρτύρησε τον ερχομό του. Πάνω της καρφωμένο ένα μικρό ταμπελάκι που έγραφε “ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΚΑΛΕΛΗΣ, ΛΙΤΣΑ ΛΕΪΝΟΥ”. Αυτός και αυτή. Μια ζωή χωρίς τέλος, μια ατελείωτη ζωή μαζί. Αυτός και αυτή περιμένανε μαζί. Περιμένανε αν θα αδειάσει κάποτε το μέλλον. Αν θα ψάξουν ποτέ το χρόνο και τον βρουν απών.

Με το τρίξιμο της πόρτας μαζεύτηκαν από παντού οι αλήτισσες οι γάτες. Χρώματα, σχήματα, λυγερά σώματα και ουρές κεραίες. Γέμισε η αυλίτσα κίνηση και νιαουρίσματα. Γέμισε θέληση για ζωή.

Μπαίνοντας καθάρισε τα παπούτσια του από τις καφετιές λάσπες, ενώ οι ουρές μπλέκονταν ανάμεσα στα πόδια του.

“Κάντε πέρα βρε τρελές, θα σας πατήσω.”

Το καρότσι το άφησε δίπλα στην πόρτα και έβγαλε με δυσκολία από μέσα το καρπούζι. Ήταν ίσαμε μια κοιλιά, τόσο μεγάλο, τόσο βαρύ. Το έβαλε στην κάμαρα και το ακούμπησε στο ξύλινο τραπεζάκι. Ήταν έτοιμο να σκάσει, έτσι το ένιωθε. Τα σαγόνια του πονούσαν και μόνο στην ιδέα ότι θα το φάει.

Φόρεσε τις μαδημένες παντόφλες του και πήγε δίπλα, στην χαμηλή κρεβατοκάμαρα. Σκοτάδι. Μόνο το παραθύρι το έσχιζε λιγοστό φως. Δεν είχε καταφέρει ακόμα να το σφραγίσει. Το ξύλο στους τοίχους, σκούρο, σχεδόν υγρό. Η ατμόσφαιρα βαριά.

Στην άκρη το φασαριόζικο ντιβάνι του. Στη μέση του δωματίου στάλες φωτός. Κάποια μικρά λεντ αναβόσβηναν. Είχε ξεχάσει να ανοίξει στη Λίτσα. Για αυτό δεν είχε ξυπνήσει ακόμα.

Ψαχούλεψε με τα σταφιδιασμένα δάχτυλά του. Γέμισαν κοκκινωπές σκιές. Μέχρι που βρήκε το κουμπί και το πάτησε. Αργά, η σκιά υποχώρησε και πίσω από το θαμπό τζάμι φωτίστηκε το γερασμένο πρόσωπο της Λίτσας. Το τζάμι αφού ξεφύσηξε, άρχισε αργά να ανοίγει ανεβαίνοντας από τη μια μεριά προς τα πάνω. Τα μάτια της Λίτσας μέσα στις κουφάλες τους κουνήθηκαν.

~~

Ο Χριστόφορος πήγε πάλι στην κουζίνα, στο καρπούζι του που περίμενε υπομονετικά πάνω στο τραπέζι. Την ένιωθε τη δύναμη ο Χριστόφορος. Την ένταση που υπήρχε μέσα στο καρπούζι. Ήταν εκεί, πάνω στο τραπέζι, γεμάτο, έσφυζε από το αποτέλεσμα του ζήλου του.

Άνοιξε αργά το συρτάρι της κουζίνας. Μέσα, τακτοποιημένα, δύο πιρούνια, δύο κουτάλια, δύο μαχαίρια και δύο κουταλάκια. Πιο δίπλα ένα μεγάλο μαχαίρι. Θανατηφόρο σε λάθος χέρια. Πήρε το Θανατηφόρο μαχαίρι. Έκλεισε το συρτάρι και επέστρεψε στο βασανισμένο καρπούζι.

Με το ένα χέρι το ακούμπησε στο πλάι. Ένιωθε μέσα του χυμούς να ρέουν, ένιωθε τη δύναμη, την πίεση, την επιθυμία για λύτρωση. Απλά ακούμπησε το λεπτό μυρωδάτο μέταλλο στην πράσινη επιφάνεια και πίεσε ελαφριά. Αυτή η μικρή πίεση, αυτό ήταν που έλειπε. Σαν σε οργασμό, όπως ξεθυμαίνουν οι πλάκες της γης με ένα σεισμό, άνοιξε το καρπούζι στα δύο και πετάχτηκαν από μέσα τα ζουμιά και τα κουκούτσια του στο πάτωμα. Μύρισε φρεσκάδα.

Η Λίστα στεκόταν στην άκρη της κουζίνας και χαμογελούσε. Ύστερα πλησίασε το Χριστόφορο και τον αγκάλιασε. Φιληθήκανε και το φιλί τους είχε τη γεύση της νιότης. Της δύναμης. Του αγνώστου. Για μια στιγμή. Αρκούσε τόσο.

~~

Ο Χριστόφορος έπιασε ένα κομμάτι φλούδας και το έκοψε. Δάγκωσε το κόκκινο ψαχνό και ένιωσε να πετά. Η Λίτσα τρόμαξε. Είχε να πετάξει τόσα χρόνια. Πώς συνέβη αυτό; Πώς ήταν δυνατόν; Τον έπιασε να τον κατεβάσει μα ήταν σκληρός, ατσάλινος. Κατάλαβε.

Η γραμμή που χαράζουμε στη ζωή μας δεν είναι μια ευθεία. Μόνο ευθεία δεν είναι. Κάθε απόφασή μας της αλλάζει κατεύθυνση. Στο τέλος έχουμε μια μουτζούρα. Κάποια στιγμή, σηκώνουμε το μολύβι και κοιτάζουμε τι κάναμε. Τη μουτζούρα μας.

Έτσι και ο Χριστόφορος σηκώθηκε και μετά έπεσε κάτω. Η Λίτσα έβγαλε μια μικρή κραυγή. Ήξερε, αλλά παρόλα αυτά τρόμαξε. Τρόμαξε, γιατί κατά βάθος δεν είχε πιστέψει πως θα ερχόταν ποτέ αυτή η στιγμή. Έσκυψε πάνω του. Έβαλε το χέρι της στο πλατύ στήθος του. Τίποτα. Το Τέλος ήταν εκεί. Τα κατάφερε επί τέλους.

Του έλυσε τη βαριά ζώνη. Τη ζώνη που όλα αυτά τα χρόνια επέτρεψε τον χρόνο να επιβληθεί στο κορμί του. Στο κορμί αυτό, που πιο δυνατό δεν γνώρισε ο πλανήτης αυτός. Πέταξε τη ζώνη με τον κρυπτονίτη στην άκρη.

Εκείνη τη μέρα, ύστερα από πολλές δεκαετίες, ατελείωτης αναμονής, θα κοιμόταν έξω από τη γυάλα της.

Η λύτρωση. Η ολοκλήρωση της αγάπης στην πιο απλή της μορφή. Το μολύβι που μετά από αμέτρητα χρόνια μουτζούρας βρίσκει το ξεκίνημά του και κλείνει τον κύκλο. Έτσι που κανείς πια δεν μπορεί να ξεχωρίσει την αρχή με το τέλος. Έτσι αισθάνθηκε η Λίτσα αφήνοντας την τελευταία της πνοή πάνω από το σώμα του Χριστόφορου.

Από την πόρτα της κουζίνας φάνηκε το άτακτο φατσούλι από ένα μικρό τιγρέ γατάκι. Προχώρησε άγαρμπα μέχρι το τραπέζι και σκούντηξε με τη χνουδωτή πατουσίτσα του ένα μαύρο κουκούτσι. Έκανε να το πιάσει, μα σκόνταψε και κάνοντας μια τούμπα κύλησε και έπεσε πάνω σε μια παλιά εφημερίδα που ήταν πιο κει.

Στο πρώτο φύλο έγραφε κάτω από τις τιγρέ αγγελικές τρίχες:

“Η επική Λόις Λέιν ξαναχτυπά: Σε πολυσέλιδο άρθρο της σε τοπικό φανζίν των Εξαρχείων ξεσκεπάζει όλη την αλήθεια του παρελθόντος με αποδείξεις και γεγονότα. Ο κορονοϊός, η πανδημία του αιώνα, δεν νικήθηκε από τα εμβόλια. Νικήθηκε και αυτός από τον ανίκητο Σούπερμαν.”

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Το διήγημα έγραψε ο Χάρης Χρυσικόπουλος, στο πλαίσιο του Συνεργείου Δημιουργικής Γραφής