Το γάλα

0
216

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι ff.jpg

Το ξημέρωμα ήταν παγωμένο, αν και ο Μάρτης είχε ήδη φτάσει στα μισά του. Ο ήλιος μόλις είχε αρχίσει να σπάει την πρωινή πάχνη και να ζεσταίνει τη γη. Έριξε ένα ξύλο στη σόμπα, τύλιξε την μαντήλα στο κεφάλι και βγήκε έξω να ταΐσει τις κότες. Ο κρύος αέρας μύριζε βρεγμένο χώμα και καμένο ξύλο.

«Μέλπω καλημέρα, τι γίνεσαι;», άκουσε μία φωνή και γύρισε κατά το δρόμο.

«Α, καλημέρα Μαριώ. Τι να κάνω; Βρίσκομαι όσο αντέχω ακόμα. Συ;»

«Να, παγαίνω με τα πόδια ως τα ριζά του βουνού να φέρω ένα φόρτωμα ξύλα γιατί θα χαλάσει ο καιρός», της είπε και έδειξε προς τα σύννεφα που είχαν καβαλήσει την κορυφογραμμή και κατέβαιναν προς το χωριό. «Μου είπε εψές η δασκάλα ότι πήρες γράμμα. Ποιός από τους δυο ήτανε;»

«Ο Νικολάκης, μου έγραψε το παληκάρι μου την περασμένη εβδομάδα που σταθήκαν στην Πυρσόγιαννη και έβγαλαν ταχυδρομείο. Καλά είναι, δόξα τω Θεώ», είπε κι έκανε το σταυρό της.

«Από τον Μανώλη, είχες κανένα μαντάτο;», την ρώτησε η Μαριώ κατεβάζοντας το βλέμμα ασυναίσθητα

«Όχι Μαριώ μου, τίποτις εδώ και τρεις μήνους», είπε ψέμματα, ελπίζοντας να μην το καταλάβει. Όλοι στο χωριό ήξεραν ότι το στόμα της Μαριώς πήγαινε ροδάνι.

Ο Μανώλης της είχε έρθει πριν από τρεις μέρες, κρυφά μέσα στη νύχτα και της χτύπησε στην πόρτα. Τρόμαξε να τον γνωρίσει, αδύνατος, χλωμός και σκυφτός. Με μάτια κόκκινα αγριεμένα, σαν το αστέρι που είχε ραμμένο στο πέτο.

Η μονάδα του είχε σταματήσει σε ένα ύψωμα δύο ώρες από εκεί, εμπροσθοφυλακή της υποχώρησης προς τα σύνορα, εκείνος κι άλλος ένας είχαν κατέβει με τα μουλάρια στην πηγή έξω από το χωριό να γεμίσουν τα μπιτόνια. Ο Μανώλης ξέκοψε, ακολούθησε το μονοπάτι που μόνο οι χωριανοί γνώριζαν αποφεύγοντας τον δρόμο και κατέβηκε να πάρει την ευχή της μάνας του, ποιος ξέρει πότε θα την ξανάβλεπε.

Έτρεχαν να ξεφύγουν, από όταν έπεσε ο Γράμμος δεν έβρισκαν σημείο να σταθούν. Μόνη ελπίδα τα σύνορα. Της είπε ακόμα ότι είχαν πιάσει οι δικοί τους κάτι πληροφορίες ότι ένα τάγμα από την Πυρσόγιαννη είχε ξεκινήσει κατά κει, για να τους κυνηγήσει μέχρι τέλους.

Η καρδιά της σφίχτηκε, ο ένας γιος να κυνηγάει τον άλλον.

Σκέφτηκε για μία στιγμή να του πει την αλήθεια, αλλά δεν θα άλλαζε τίποτα. Κανείς τους δεν ήταν ελεύθερος πραγματικά, ο ένας χαμένος μέσα στην παραζάλη της επανάστασης και ο άλλος απέναντι σε δέκα κάννες έτσι κι έκανε να αρνηθεί την στράτευση.

Έδωσε την ευχή της στον Μανωλιό, μαζί με ένα τορβά με πίτα, λίγα αυγά, ψωμί και λίγα χρήματα. Ό,τι είχε του το ‘δωσε, μα πάνω από όλα του έδωσε την ευχή να γυρίσει ξανά σπίτι. Της χαμογέλασε και την πήρε αγκαλιά και τότε, αυτό το φοβισμένο πλάσμα, της θύμισε κάτι από τον γιο της.

~~{}~~

Εκείνο το βράδυ, λίγο πριν πέσει για ύπνο άκουσε φασαρία από την αποθήκη με τα ξύλα, σκέφτηκε ότι μάλλον θα ήταν πάλι τα παιδιά του Στέργιου, που όλο έπαιζαν έξω και χώνονταν στη αποθήκη ψάχνοντας όπλα και κρυψώνες για το φανταστικό τους πόλεμο.

Πήρε την μαγκούρα της και βγήκε έξω αγριεμένη. Δεν βρήκε τα παιδιά μέσα, αλλά είδε ένα σώμα να κείτεται μπρούμυτα δίπλα στα ξύλα.

«Μανωλιό μου», ψιθύρισε και έτρεξε κοντά του.

Αλλά δεν ήταν ο Μανωλιός της, ήταν ένα παιδί κι αυτό, ίσαμε 20 χρονών, με στολή του Στρατού και χωρίς κόκκινο αστέρι. Είχε αίμα στο κεφάλι αλλά καμία άλλη πληγή. Αναρωτήθηκε αν είχε πεθάνει, εκείνη τη στιγμή όμως εκείνος ξύπνησε τρομαγμένος και τράβηξε το πιστόλι κι αυτή έκανε ένα βήμα πίσω τρομαγμένη. Μόλις συνήλθε και κατάλαβε που είναι άφησε το πιστόλι να του πέσει κάτω, και προσπάθησε να σηκωθεί. Αλλά μάταια.

«Βοήθα με θειά», είπε ξεψυχισμένα. «Δεν με βαστούν τα πόδια μου.»

«Έλα παιδί μου, σήκω.» Τον σήκωσε και του έδωσε τον ώμο της μέχρι να πάνε στο σπίτι. Κοίταζε κλεφτά τριγύρω, μην την πάρει κανά μάτι. Δεν ήταν εποχές αυτές να λένε ότι διαλέγεις πλευρά.

«Ευχαριστώ», ψέλλισε μόλις τον άφησε στο ντιβάνι. Τον βοήθησε να βγάλει τα άρβυλα και να ξαπλώσει.

«Στάσου, να ζεστάνω λίγο γάλα να ρίξεις μέσα σου να στυλωθείς», είπε και έβαλε το κατσαρολάκι πάνω στη σόμπα. Μέχρι να ξαναγυρίσει όμως στο άλλο δωμάτιο, εκείνος είχε κοιμηθεί και ροχάλιζε δυνατά. Έκατσε και τον κοιτούσε, μέχρι να ξημερώσει, που να καταφέρει να κοιμηθεί με ξένο άνθρωπο μέσα στο σπίτι. Όταν πια ξύπνησε, του έφτιαξε γάλα, του έδωσε πίτα να φάει και κάπως φάνηκε να συνέρχεται. Έριξε νερό σε μία λεκάνη να πλύνει την πληγή στο κεφάλι.

«Ευχαριστώ θειά», της είπε και πήγε να σηκωθεί, αλλά αμέσως ξανακάθισε ζαλισμένος.

«Κάτσ’ πιδάκι μου, που τρέχεις να πας; Κινάς αύριο το πρωί με το ξημέρωμα.»

«Όχι, θειά. Πρέπει να φύγω. Πέσαμε σε μία ενέδρα από αντάρτες, εδώ πιο πάνω στην πηγή. Ούτε που ξέραμε ότι ήταν τόσο κοντά, παγαίναμε νυσταγμένοι και μας μπήκαν από παντού. Τρέξαμε στα τυφλά, αλλά τα είδα τα αμπριά τους, ξέρω που είναι φυλαγμένοι. Τώρα δα, σήμερα αύριο, έρχεται ένα τάγμα από την Πυρσόγιαννη, πρέπει να πάω πίσω να δώσω μήνυμα που θα τους βρουν. Πριν προλάβουν να κινήσουν κατά τα σύνορα.»

Η καρδιά της σφίχτηκε, το ένα παιδί της κρυμμένο μέσα στο δάσος, αγκαλιά με ένα κόκκινο αστέρι, και το άλλο να τρέχει καταπάνω του με μία ξιφολόγχη φρεσκογυαλισμένη. Έκανε το σταυρό της.

«Άστα πιδί μου ετούτα τα λόγια, σάματις κι αυτά τα παιδιά εκεί πάνω που λες μανάδες δεν έχουν; Όπως κι εσύ. Τι σας φταίξαν και τους κυνηγάτε σαν λυσσασμένα σκυλιά; Δεν είναι πράγματα του Θεού αυτά.»

Εκείνος την κοίταξε εξεταστικά, σμίγοντας τα φρύδια.
«Εσένα, μπάμπω, που είναι οι δικοί σου;», την ρώτησε. Τρόμαξε εκείνη και μαζεύτηκε.

«Ο άντρας μου έχει πεθάνει εδώ και χρόνια, μόνη μου ανάστησα τα πιδιά μου», είπε και έδειξε τη φωτογραφία του Νικολιού της, που της είχε στείλει από το Νοσοκομείο των Ιωαννίνων την πρώτη εβδομάδα στο στρατό. «Ο άλλος είναι φθισικός, δεν τον πήραν στον στρατό. Έχει κατεβεί στην Καστοριά, μαθαίνει σε έναν μάστορα τη γούνα.» Εκείνος ηρέμησε ξανά και έπεσε στο ντιβάνι εξουθενωμένος, ούτε που μυρίστηκε το ψέμα.

«Όχι θειά, πρέπει να πάω. Δεν μπορούμε να τους αφήσουμε τους κερατάδες να ξεφύγουν, δεν έχουν Θεό και ψυχή ετούτοι, μαύρα σκυλιά είναι. Ας είναι και να πεθάνουμε, αν είναι να καθαρίσουμε τον τόπο από αυτούς.»

«Αχ, οι μανάδες σας πιδάκι μου, ξεύρεις ότι δεν κοιμούνται τα βράδια από φόβο μην έρθει το πρωί κακό μαντάτο; Άστα να πάνε στην ευχή, αρκετό αίμα ήπιε το χώμα μας, πολύ κλάψανε μάνες, γιοί και θυγατέρες.»

«Όχι θειά, πρέπει να πάω πίσω. Να δώσω ορμήνια πού θα τους εύρουν και να τους προλάβουμε. Κι όσα λες για τις μάνες μας, η πατρίδα θέλει θυσίες και αν ο Θεός θελήσει να πάρει εμάς, ας είναι.»

«Ο Θεός δεν τα θέλει αυτά τα πράγματα και τους σκοτωμούς», είπε ξανά και κατέβασε το κεφάλι. «Κι εσύ δεν είσαι ακόμα γερός, άσε, θα πάει κανένας άλλος από τους δικούς σου να δώσει ορμηνιά.»

«Μόνο εγώ γλίτωσα, τους άλλους τέσσερις τους χάλασαν. Κι εγώ παρά τρίχα γλίτωσα, η χειροβομβίδα έσκασε κανά δυο μέτρα πιο κει και με πήρε λίγο μόνο στο κεφάλι καθώς κουτρουβαλούσα στην κατηφόρα.» Έριξε το κεφάλι πίσω και βόγκηξε. Εκείνη κοίταζε ακόμα κάτω, τρίβοντας τα γόνατά της έντονα, χωρίς να ακούει ή να βρίσκεται εκεί. Κούνησε το κεφάλι λυπημένα, σηκώθηκε, και χωρίς να τον κοιτάξει πήγε στην κουζίνα.

«Θα σου φτιάξω λίγο γάλα ακόμα», του είπε και χώθηκε στην μικρή αποθήκη με τα τρόφιμα.

Έσκυψε στο τελευταίο ράφι και έβγαλε το μπουκάλι με την άσπρη σκόνη που είχε πάρει από τον παντοπώλη πριν κάνα μήνα για να καθαρίσει το μικρό χωράφι πίσω από το σπίτι από τα ποντίκια. Πήγε πάνω από την κατσαρόλα, έριξε το γάλα και έμεινε να κοιτάζει παγωμένη, ενώ το μυαλό της έτρεχε στα παιδιά της. Μόλις άρχισε το γάλα να βράζει, άνοιξε το μπουκάλι και έριξε τη μισή σκόνη μέσα. Έκανε το σταυρό της, έβαλε το γάλα σε μία κούπα και του το πήγε.

«Ευχαριστώ θειά, να σε έχει ο Θεός καλά. Θα κοιμηθώ λίγο να ξεκουραστώ και ύστερα θα κινήσω για κάτω», της είπε και ήπιε το γάλα μονοκοπανιά.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Το διήγημα έγραψε ο Κωνσταντίνος Κυριάκος, στα πλαίσια του Συνεργείου Δημιουργικής Γραφής. Περισσότερες ιστορίες φόνου μπορείτε να βρείτε εδώ Murder Ballads https://sanejoker.info/category/murder-ballads