Το κλουβί και το όνειρο

0
524

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι ts9-1024x678.jpg

Θα πρέπει να ήταν περίπου 10 χρόνων όταν είδε για πρώτη φορά το όνειρο: Το αυτοκίνητο να έχει πέσει σε γκρεμό και το μικρό παιδί, το μόνο που επέζησε, να προσπαθεί έρποντας να βγει από τα συντρίμμια για να ανέβει, μπουσουλώντας, το γκρεμό. Δεν είχε πληγές, δεν είχε κακώσεις. Μόνο μια δυνατή θέληση για ζωή. Όταν βγήκε στο μεγάλο δρόμο, το παιδί το περιμάζεψε διερχόμενο αυτοκίνητο με τριμελή οικογένεια.

~~

Έζησε σε μια φυσιολογική οικογένεια. Για τα δεδομένα της επαρχίας το οικογενειακό περιβάλλον δεν είχε καμιά ιδιαιτερότητα. Για τα δεδομένα της ψυχολογίας όμως ήταν ένα αρρωστημένο, συντηρητικό και ψυχοφθόρο πλαίσιο.

Ο πατέρας στερημένος το πατρικό πρότυπο, ένας άδειος από συναισθήματα άνθρωπος, γεμάτος ενοχές και φοβίες δεν άφηνε κανένα περιθώριο έκφρασης. Ελεγκτικός και αυστηρός, τόσο που πολλές φορές άγγιζε τα όρια του παράλογου με τη συμπεριφορά του.

Δεν επέτρεπε σε κανέναν να βγαίνει από το σπίτι όσο εκείνος δούλευε οδηγός ταξί. Μόνη παραχώρηση αυτού του περιορισμού ήταν οι ώρες του σχολείου για τα παιδιά. Ποτέ δεν κατάλαβε την υποχρεωτικότητα αυτή από την μεριά του υπουργείου. Πίστευε πως τα παιδιά είναι κτήμα των γονιών τους και μπορούν εκείνοι να αποφασίζουν για τα υποχρεωτικά ή μη της ζωής τους.

Τα απογεύματα, που ήταν στο σπίτι, απαιτούσε την οικογένεια γύρω του. Άλλος να του μαγειρεύει, άλλος να του φροντίζει τα ρούχα, να του έχει έτοιμη την εφημερίδα του. Εκείνος αφοσιωνόταν στην τηλεόραση ή μάθαινε τα νέα από τον τύπο. Δεν άνοιγε ποτέ κουβέντα άλλη παρά μόνο για πολιτικά. Όταν έμπαιναν στη συζήτηση πρόσωπα καθημερινά ήταν πάντα οι φταίχτες. Ποτέ δεν έβλεπε τα θετικά χαρακτηριστικά των άλλων παρά μόνο τα κουσούρια τους, κι αυτά μεγεθυμένα.

Αγαπούσε, έλεγε, με πάθος τη γυναίκα του. Μια πανέμορφη κοπέλα, μια αέρινη παρουσία. Ψηλή, με μπλε μάτια, στο χρώμα του ωκεανού. Μόλις την αντίκρισε, είκοσι χρονών, έστειλε την προξενήτρα στα πέντε της αδέλφια και στη χήρα μάνα της για να του τη δώσουν. Τους υποσχέθηκε να την κάνει ευτυχισμένη και να την αγαπάει μέχρι το τέλος της ζωής του. Την πήρε μακριά από τον τόπο της για μια καλύτερη ζωή.

Εκείνη κατάλαβε γρήγορα πως μαζί του δεν θα ζούσε ευτυχισμένη, αλλά τα αρσενικά της οικογένειας θέλανε να πάρουν τη σειρά τους για το γάμο. Πως θα αντίκριζαν την κοινωνία με μια αδερφή χωρισμένη;

Έζησε το υπόλοιπο της ζωής της με μια σακούλα χάπια. Γιατροί μπαινόβγαιναν στο σπίτι προσπαθώντας να διαγνώσουν τι φταίει και η όμορφη σύζυγος είχε δυνατούς πονοκεφάλους. Νευρολόγοι, καρδιολόγοι, παθολόγοι έρχονταν και ξανάρχονταν μήπως και καταφέρουν να τη σηκώσουν από το κρεβάτι όπου περνούσε το μεγαλύτερο μέρος της μέρας.

Έζησε με βαριά κατάθλιψη κι ένα εγκεφαλικό επεισόδιο, χωρίς να νιώσει καμιά χαρά από την ημέρα που παντρεύτηκε. Στερήθηκε τη στοργή και την αγάπη, κι ένιωθε το βάρος μιας οικογένειας που της φορτώσανε με το ζόρι. Γρήγορα έπαψε να πιστεύει τα λόγια της συγχωρεμένης μάνας: «θα τον αγαπήσεις με τον καιρό». Μέσα της αυτό το μετέφραζε έτσι: Η ζωή θα σε αναγκάσει να ζεις χωρίς να χρειάζεται να τον αγαπήσεις. Έτσι κι έγινε. Η ζωή την ανάγκασε να ζει κλεισμένη στη μιζέρια και την αρνητικότητα.

~~

Το πρώτο της παιδί, αγόρι, το έφερε στον κόσμο με πολύ πόνο. Για οχτώ χρόνια δεν έκλεισε μάτι όλη τη νύχτα που ο μικρός ήθελε… Τι ήθελε; Ποτέ δεν κατάλαβε. Ήλπιζε να ξημερώσει για να βρει την ησυχία  της, μα ο μικρός δεν έκλεινε μάτι ούτε όταν ο ήλιος έλουζε το δωμάτιο.

Όταν ήρθε η ώρα να πάει στο σχολείο άρχισαν να φαίνονται τα πρώτα σημάδια πως θα έμοιαζε στον μπαμπά του. Γινόταν επικριτικός, σφιχτός στις εκφράσεις του και πολύ απαιτητικός. Εξελίχτηκε σε μεγάλο κηφήνα, που σκοπό του είχε να ρουφάει από τους γονείς του ό,τι μπορούσε προκειμένου να φαίνεται στον έξω κόσμο άτομο ποιότητας κι επιπέδου. Δεν μορφώθηκε ποτέ, προς απογοήτευση του πατέρα, που ήθελε γιο πανεπιστημίου και δεν έφυγε ποτέ από τον τόπο του, δεν είχε φίλους και δεν ήθελε να παντρευτεί καμιά γυναίκα. Δεν άνοιξε την καρδιά του και δεν γνώρισε τα εσωτερικά δωμάτια ποτέ του.

Όταν στα δέκα του γεννήθηκε η μικρή του αδερφή άρχισε η ζήλεια του να τον κατατρώει. Η μικρή ήταν ένα πανέμορφο πλασματάκι, ξανθό, γελαστό και καλόβολο. Τους πρώτους μήνες της ζωής της έζησε με τη γιαγιά  μιας και η μάνα με την κατάθλιψή της δεν ήθελε ούτε να τη βλέπει.

Όταν στη συνέχεια την έφεραν στο σπίτι, την εναπόθεσαν σε ένα κρεββάτι για σιγουριά πως δεν θα πάθει κάτι κακό. Εκεί, παίζοντας με ένα ψαλιδάκι, περίεργη καθώς ήταν, έβαλε τις άκρες στην πρίζα, που ήταν πάνω από το κεφαλάρι της, και προκάλεσε βραχυκύκλωμα. Σκοτείνιασε το σπίτι και ακούστηκε ένας κρότος που σκόρπισε το φόβο όλων. Ήταν η πρώτη φορά που ένιωσε το κορίτσι πως επέζησε της καταστροφής.

Όταν έγινε 18 χρονών έφυγε από το σπίτι για να σπουδάσει στην πρωτεύουσα. Άνοιξε φτερά και πέταξε ελεύθερη στη χαρά της ζωής. Μορφώθηκε, απέκτησε φήμη. Όσοι τη γνώρισαν είχαν να λένε για την καλοσύνη της, την ηρεμία και την δοτικότητά της. Φρόντιζε με τα λόγια και τις πράξεις της κάθε κατατρεγμένο που τύχαινε να βρεθεί μπροστά της. Συνέχισε να βλέπει την οικογένειά της μια φορά το χρόνο από υποχρέωση στη φωλιά που την έφερε στη ζωή.

Μέχρι που έκανε δικιά της οικογένεια και ένιωσε να ανοίγει ο κόσμος όλος με χρώματα και συναισθήματα αγάπης, τρυφερότητας, στοργής, φροντίδας. Το πρόσωπό της ζωγραφίστηκε από την ευτυχία της ελευθερίας, της αθωότητας και της ανεμελιάς.

~~

 Τελευταία φορά που πήγε να επισκεφτεί τους δικούς της πέρασε τη γέφυρα που ένωνε τον τόπο της με το δικό τους με ένα αίσθημα εκπλήρωσης άγνωστο μέχρι τότε για αυτήν.

Η μάνα αρνιόταν επί μέρες να φάει. Δεν κατέβαινε μπουκιά στο στομάχι της. Δεν υπήρχε λόγος να πιέζεται να ζήσει μια ανυπόφορη ζωή. Δεν άφησε χρόνο να σκεφτεί γιατρό ούτε να συζητήσει για να καλυτερεύσει την καθημερινότητά της. Ήταν από καιρό νεκροζώντανη. Το ποτήρι με χλωρίνη που της έδωσε να πιει ήταν το ποτήρι της λύτρωσης. Την είδε να φεύγει με ευχαρίστηση στο βλέμμα της.

Το φέρετρό της στήθηκε στη μέση του σαλονιού Γιος και σύζυγος οι μόνοι που την αποχαιρετούσαν μέχρι που η νύστα τους οδήγησε στα μέσα δωμάτια. Πήραν από ένα χάπι για να κοιμηθούν βαριά.

Απέμεινε να πενθεί τη ζωή που έζησε μέσα σε αυτό το σπίτι αποφασισμένη να δώσει τέλος στη θλίψη και να καλωσορίσει τη χαρά. Έλουσε το φέρετρο με πετρέλαιο που βρήκε στο ντουλάπι κι άφησε τις τελευταίες σταγόνες για τις κάλτσες του πατέρα που ήταν αφημένες δίπλα του στο κρεβάτι. Πήρε μόνο το βικτωριανό κλουβί από το μπαλκόνι για να φυλακίσει εκεί τις μνήμες της και έβαλε φωτιά σε ό,τι της έκαιγε τη ζωή της.

Δεν την κατηγόρησε κανένας. Ήταν ατύχημα, είπαν, η κακιά στιγμή.

Φεύγοντας θυμήθηκε εκείνο το όνειρο που έβλεπε συχνά όταν ήταν παιδί. Ήταν η μόνη που επέζησε του δυστυχήματος, προσπαθώντας, έρποντας, να βγει από τα συντρίμμια για να ανέβει, μπουσουλώντας, το γκρεμό. Δεν είχε πληγές, δεν είχε κακώσεις. Μόνο μια δυνατή θέληση για να ζήσει. Όταν βγήκε στο μεγάλο δρόμο, την περιμάζεψε διερχόμενη η ζωή .

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Το διήγημα έγραψε η Λένα Κούτσικα, στο πλαίσιο του Συνεργείου Δημιουργικής Γραφής