Δυο εξόριστοι στο Σπίτι των Εξόριστων

0
206

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι 34-gavdos.jpg

Απομεσήμερο, νωρίς το απόγευμα. Ώρα να ξεκουραστεί λιγάκι, πριν αρχίσει η τρέλα της βραδινής βάρδιας. Να πιει ένα καφεδάκι, να καπνίσει ένα τσιγαράκι και να ακουμπήσει το βλέμμα της στη θάλασσα του Σαρακήνικου.

Από πέρσι την άνοιξη έχει αναλάβει τη διεύθυνση του Σπιτιού των Εξόριστων που δεσπόζει στην αριστερή πλευρά του κόλπου. Δυο μεγάλα δωμάτια όλο κι όλο. Το ένα λειτουργεί ως μουσείο και το άλλο ως κουζίνα. Η αυλή τεράστια, ένα μέρος προστατεύεται από πέργκολα και το μεγαλύτερο είναι ανοιχτό, εκτεθειμένο στα στοιχεία της φύσης, να κάθεσαι και να βλέπεις τα άστρα ή το φεγγάρι να καθρεφτίζεται στη θάλασσα.

Ως τουρίστρια ερχόταν στη Γαύδο χρόνια πολλά, παλιότερα στον Άι Γιάννη και τον Λαυρακά, τα τελευταία χρόνια στο Σαρακήνικο. Η αλήθεια είναι ότι στην αρχή πολύ την είχε ξενίσει το γεγονός ότι το Σπίτι των Εξόριστων έγινε ταβέρνα. Μεμφόταν τον Δήμο, τον ιδιοκτήτη, το κράτος, τους πάντες. Δεν ήξερε τότε και δεν την ενδιέφερε να μάθει ποιος ήταν ο υπεύθυνος για την κατάντια αυτή. Έτσι το σκεφτόταν. Τότε.

~~

Στα χρόνια της δικτατορίας του Μεταξά, αλλά και πιο πριν ακόμα, μετέφεραν στο «Νησί του Θανάτου», στο «Ποντικόνησο» εξόριστους κομουνιστές, τους εγκατέλειπαν στο έρημο, άνυδρο και φαλακρό τόπο, για να πεθάνουν από φυσικά αίτια, πείνα, φυματίωση, ελονοσία. Καυτή άμμος και κατσάβραχα. Ούτε σπίτια, ούτε αντίσκηνα. Μόνο σπηλιές.

Ούτε ρούχα ούτε σύνεργα για ψάρεμα και όργωμα. Μόνη τροφή τα χόρτα, και κάπου κάπου λίγα δράμια λάδι, λίγα όσπρια και κριθαρόψωμο, που συμπληρωνόταν με κεδρόκουκα που μύριζαν ρετσίνι. Αργότερα, οι συνθήκες διαβίωσης βελτιώθηκαν όταν αντιπρόσωποι της κολλεκτίβας των εξόριστων νοίκιασαν το οικόπεδο για να χτίσουν το δικό τους σπίτι και να δημιουργήσουν τον δικό τους κήπο.

Και τώρα, αυτός ο ιερός χώρος, που μυρίζει ακόμα κέδρο και φύκια, που είναι ποτισμένος με τις ανάσες του Άρη, του Μάρκου και του Μενέλαου να λειτουργεί σαν ταβέρνα. Όνειδος! Έτσι πίστευε τότε,

Αλλά όλα τα συνηθίζει ο άνθρωπος, αλλάζει, η ανάγκη τον αλλάζει, ο χρόνος τον αλλάζει, βάζει νερό στο κρασί του, βλέπει αλλιώς τα πράγματα, προσαρμόζεται, αποδέχεται.

Έτσι και η Αριάδνη, έβαλε και αυτή νερό στο κρασί της, σκέφτηκε αν όχι εγώ τότε θα το κάνει κάποιος άλλος, γιατί να αφήσω την ευκαιρία να πάει χαμένη. Και έτσι από επισκέπτρια, από τουρίστρια του καλοκαιριού, έγινε κάτοικος.

Κοντεύει δυο χρόνια πια εξόριστη στο νησί. Τον χειμώνα μοναξιά, το καλοκαίρι μες τη φούρια και την κούραση. Όμως το μαγαζί πέρσι πήγε καλά, δυο τρεις μουσικές βραδιές, μια βιβλιοπαρουσίαση, μια εκδήλωση για το μεταναστευτικό, κάτι παλιοί φίλοι από την Αθήνα που ήρθαν για να σε στηρίξουμε βρε φιλενάδα, έτσι είπαν. Λίγα τα έξοδά της το χειμώνα, μια χαρά της πήγαν τα πράγματα, παράπονο ουδέν. Και φέτος, μέχρι στιγμής, καλά πάνε όλα. Και πάλι ουδέν παράπονο. Μόνο που…

~~

Άναψε ένα ακόμη τσιγάρο, ήπιε μια γουλιά καφέ και κοίταξε τον Αλί τον Αφγανό που σκούπιζε τα τραπέζια και τακτοποιούσε τις καρέκλες. Εξόριστος στο Σπίτι των Εξόριστων και αυτός.

Τράβηξε ακόμα μια τζούρα από το τσιγάρο της και του φώναξε,

“Άστο Αλί, έλα να κάτσεις. Δεν έχεις σταθεί από το πρωί.”

“Δεν θα προλάβουμε”, της απαντά. “Τόσο κόσμος έρθει το βράδυ.”

“Κάτσε λίγο, θα σηκωθώ και εγώ και θα τα κάνουμε όλα μάνι μάνι. Δεν θα ρθουν δα και άγνωστοι. Όλοι δικοί μας είναι.”

Ο Αλί τράβηξε μια καρέκλα και κάθισε δίπλα της. Έμειναν για λίγο αμίλητοι να κοιτάνε τη θάλασσα και τον απογευματινό ήλιο. Ζέστη και άπνοια, το μόνο που ακουγόταν ήταν που και που οι μακρινές φωνές των λουόμενων κάτω από την παραλία και κάνα αυτοκίνητο που πέρναγε στον δρόμο από πάνω, για να πάει στον Άι Γιάννη.

“Μουσάκα, έγινε; Ανησύχησε ο Αλί. Έχουμε ετοιμάσουμε και τσιγαριαστό.”

“Ναι, Αλί, χαλάρωσε λίγο. Όλα θα γίνουν.”

~~

Το μυαλό της χάνεται πάλι στις εικόνες που βλέπουν τα μάτια της, στην ξανθιά άμμο, τους κέδρους, τα αρμυρίκια της παραλίας. Χάνεται στο σπίτι πίσω της, στο παρελθόν του τόπου. Τα φαντάσματα των εξόριστων κυκλοφορούν και πάλι μέσα στο σπίτι, όπως και χθες και προχθές. Μέρα, νύχτα, δεν παίζει ρόλο. Βγαίνουν σε κάθε ευκαιρία, πότε του ενός το φάντασμα πότε του άλλου. Ανάλογα με το ποιόν καλεί κάθε επισκέπτης.

Άρης, Στρίγκος, Τζήμας, Βλαντάς, Βαφειάδης, Μπαρτζιώτας, Αύρα και Πέρσα Βλάσση, Παρτσαλίδης, Νεφελούδης, Σκλάβαινας, Λουντέμης κάνουν παρέλαση μπροστά της.

Κουρελιάρηδες και πεινασμένοι, να χτίζουν το «παλάτι» με πέτρες που είχαν συγκεντρώσει σιγά σιγά. Να φτιάζουν την οροφή με φύκια από τη θάλασσα, με χώμα και άργυλο. Να τη στηρίζουν με δοκάρια από κέδρους κομμένους στη λίγωση για να μη σκουλικιάσουν. Πόση δύναμη κρύβει ο άνθρωπος μέσα του!

Αυτό είναι, σκέφτεται, συντροφικότητα. Η δύναμη των εξόριστων ήταν το μοίρασμα, η συντροφικότητα.

~~

Τινάζει απότομα το κεφάλι της για να επανέλθει στην πραγματικότητα και γυρνώντας προς τον Αλί τον ρωτά με κάποια ελπίδα ότι θα πάρει μια άλλη απάντηση σήμερα.

“Και για πες, τι σκέφτεσαι να κάνεις φέτος τον χειμώνα;”

“Τι κάνω; Μένει καβάτζα Αι Γιάννη.”

“Δεν κουράστηκες;”

“Δύσκολα λίγο, όχι πολύ. Καλά είναι, όχι φόβος, όχι πόλεμος, όχι πολύ κρύο.”

“Σου έχω πει τόσες φορές, έλα να σε φιλοξενήσω, να μείνουμε μαζί. Δεν υπάρχει πρόβλημα. Θα χαρώ. Θα έχω και παρέα.”

“Αριάδνη, όχι σωστό. Καλά είμαι.”

Πόσες φορές έχει ευχηθεί να πάρει μια άλλη απάντηση. Πόσο πολύ θα ήθελε να έχει κάποιον άνθρωπο πλάι της, κάποιον να τη στηρίζει και να τον στηρίζει, κάποιον που να μοιράζεται, ένα φίλο, ένα σύντροφο. Να κάθονται πλάι πλάι, να καπνίζουν και να αγναντεύουν, χωρίς να μιλάνε. Να πάψει να νιώθει εξόριστη μέσα στην μοναξιά της.

Όμως άλλος ο κόσμος του Αλί -κι αυτός ο κόσμος δεν θα αλλάξει ποτέ. Ή μήπως όχι;

Όλα αλλάζουν, όλα προσαρμόζονται στις νέες συνθήκες, αλλιώς βαλτώνουν και πεθαίνουν. Όλα αλλάζουν, όμως θέλει χρόνο για να γυρίσει ο ήλιος. Και δουλειά πολλή…

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Το διήγημα έγραψε η DoG, στο πλαίσιο του Συνεργείου Δημιουργικής Γραφής