Ελευθερία είναι…

0
653

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι eleyueria.jpg

Ελευθερία.

Άνοιξη είναι. Λουλούδια, αρώματα, μπλε ουρανός. Όλος ο κόσμος μπροστά σου κι εσύ εκεί, δυνατός, να λες είμαι εδώ, είμαι εγώ. Έτοιμος να ζήσω.

Το λευκό. Το απόλυτα λευκό. Αυτό που σε θαμπώνει σαν το κοιτάς. Που χάνονται όλα γύρω του. Το εκτυφλωτικό, το αγνό. Της γαλήνης. Το καθάριο χρώμα της ανατολής. Νέα μέρα, φως που απλώνεται να δώσει ελπίδα.

Το πλατύ άνοιγμα των φτερών ενός πουλιού. Ταξιδεύουν στον άνεμο, στροβιλίζονται, χαράσσουν πορεία, κυνηγούν το άπιαστο.

Η νηνεμία πλάι σε όλες τις καταιγίδες.

Η βαθιά ανάσα που γεμίζει το είναι σου σαν την πρώτη ανάσα του πρώτου ανθρώπου.

Κομμάτι χαρτί, με στίχους, με σκέψεις, με μολύβια και στιλό να χρωματίζουν την επιφάνειά του, να δηλώνουν προθέσεις, σκέψεις, να βάφουν με μελάνια βουτηγμένα στα θέλω, τις ιδέες, τα όνειρα.

Το χρώμα στο δέρμα σου που φοράς και το συστήνεις χωρίς φόβο γιατί λέγεσαι άνθρωπος.

Μαλλί της γριάς είναι. Γλυκό, που λιώνει στο στόμα. Αχνό, παιδικό, συννεφένιο.

Λευκή σημαία ανακωχής. Ειρήνης. Με τον κόσμο γύρω σου και μέσα σου.

~~

Ελευθερία είναι να είσαι ο εαυτός σου. Να λες όσα ο νους σου σπρώχνει στις άκρες των χειλιών σου. Να μπορείς να ζεις όπως θες και αισθάνεσαι στα βάθη της καρδιάς σου. Όπως είσαι όταν κανείς δε σε βλέπει. Όπως είσαι όταν κανείς δε σε κρίνει, δε σε αναγκάζει, δε σε τρομοκρατεί.

Κρυμμένη σε αυτό το αλατισμένο από τη θάλασσα χαμόγελο του παιδιού· μπλέκεται στις μπούκλες των μαλλιών του, στο αθώο βλέμμα που ψαχουλεύει τον ουρανό και τ’ άστρα. Πού να ξερε, σε λίγο θα ξεγλιστρήσει από τα δάχτυλά του σαν κόκκος άμμου της θάλασσας που τον μάγεψε.

˷ ˷

Είσαι ελεύθερος ή σκλαβωμένος;

Δεν είναι εύκολο πράγμα η ελευθερία.

Δεν είναι ανάσα που την παίρνεις αβίαστα. Είναι αγώνας, είναι μάχη, είναι δικαίωμα.

Δεν έρχεται η ελευθερία μια ωραία πρωία σε καλοσιδερωμένα σεντόνια και μυρωδάτο πρωινό.

Είναι πουλί. Τώρα κάθεται αναπαυτικά στις παλάμες σου και ξαφνικά ανοίγει τα φτερά του, πετά. Και μένεις με τις παλάμες αδειανές κι αυτά τα δάχτυλα ψυχρά, βαριά.

Τι είναι ελευθερία για το παιδί που βλέπει τον πόλεμο; Για τη μάνα που δεν έχει να ταΐσει το παιδί, για τον παππού που ξεθωριάζουν οι μνήμες της ζωής του; Για τη γυναίκα πνιγμένη στα στερεότυπα του φύλου της; Τον πατέρα που καταβροχθίζεται από λογαριασμούς, «πρέπει», ευθύνες, που ξεχνά πώς είναι να ζεις;

~~

Η ελευθερία φυλακίζεται. Πετιέται σε μπουντρούμια υγρά, στενά, σε σκοτεινά υπόγεια.

Να είσαι, να εκφράζεις όσα νιώθεις και σου αρέσουν. Μα αρπάζουν τα χέρια σου, χειροπέδες περνούν. Δεν μπορείς να είσαι εκεί έξω ο εαυτός σου. Τους τρομάζει, τους φοβίζει, φυλακίζουν το ξένο, το διαφορετικό, σε φυλακές πότε από σίδερο πότε από λέξεις. Και νιώθεις πιο μόνος από ποτέ. Εξόριστος στο ίδιο σου το σώμα.

Ελευθερία να κυνηγήσεις τους στόχους, τις φιλοδοξίες σου. Μα «πρέπει» ορθώνονται μπροστά σου, σου κλείνουν το δρόμο. Γιατί πολλοί περιμένουν από σένα, πολλές οι υποχρεώσεις, πολλά τα κομμάτια σου που μοιράζεσαι με άλλους. Δεν είσαι κτήμα σου να σε πάρεις και να σε φτάσεις μακριά. Άγκυρες βυθίζουν τα πόδια σου. Βαραίνει η καθημερινότητα. Σαν τον κόσμο όλο στις πλάτες του Άτλαντα. Ίδιες μέρες, ίδιο πρόγραμμα, στο ίδιο μονοπάτι βαδίζεις κάθε μέρα, σκυφτός. Δεν έχεις χρόνο να κοιτάξεις πάνω, να δεις το φως. Ελεύθερος δεν είσαι, σ’ έναν κόσμο απαράλλαχτο που έμαθες να ζεις. Φυλακισμένη η σκέψη, τα θέλω σου ξεχάστηκαν, σαν πατημασιές στην άμμο που σβήστηκαν από τα κύματα της θάλασσας.

Δεν έκανες αυτό που ονειρευόσουν.  Ποια όνειρα; Ποιος έχει χρόνο για όνειρα; 

Δεν πρόλαβες, μεγάλωσες. Σε πρόφτασε η ζωή.

Δε θες να σου μιλάνε έτσι. Μπορείς εσύ να καθορίσεις τη ζωή σου; Μα πώς; Αυτός είναι το αφεντικό. Έχεις στόματα να θρέψεις. Ποια αξιοπρέπεια; Την έθαψες κι εκείνη τότε που έθαψες εκείνο το πολύχρωμο όνειρο που άλλοτε σκέπαζες γλυκά να κοιμηθεί πλάι σου. Βιάσου, δεν έχεις χρόνο. Πέρασε η ώρα. Πρέπει να τελειώσεις. Μην κάνουν παράπονα. Σωρό πτυχία περιμένουν έξω από την πόρτα σου να κατασπαράξουν το δικό σου το ξεφτισμένο. 6 η ώρα, ξύπνα, πρέπει να πας. Όσο κι αν δε θες. Πού κρύφτηκε η ελευθερία;

~~

Να ζεις στη χώρα σου και να μην ακούς σειρήνες και καμπάνες που φωνάζουν θάνατο. Δίχως βαλίτσες έτοιμες κάτω από το κρεβάτι. Να βλέπεις το κόκκινο στα λουλούδια και στον ήλιο και όχι σε κορμιά ανθρώπων που κείτονται μπροστά σου. Να κλείνεις τα αυτιά σου, τα μάτια σου μόνο για να αφουγκραστείς τη θάλασσα, τη φύση, τον αέρα και όχι να τρέμεις να αντικρίσεις τον κόσμο που διέλυσαν. Να μην παίρνεις τον πόνο και την ελπίδα στο σάκο στους ώμους σου ξεριζωμένος. Να απλώνεις το χέρι και να φτάνεις το όνειρο. Να απλώνεις το χέρι και να αγγίζεις ζωή. Πού κρύφτηκε η ελευθερία;

˷ ˷

Είσαι ελεύθερος. Νιώθεις ελεύθερος;

Φώναξε! Είμαι ελεύθερος! Βγαίνει η φωνή από μέσα σου; Ή πνίγεται βουβά, τρομακτικά; Να η απάντησή σου.

Στις πιο ελεύθερες κοινωνίες ζουν οι πιο σκλαβωμένοι άνθρωποι.

Ο πιο φυλακισμένος άνθρωπος μπορεί να είναι πιο λεύτερος από σένα που ζεις εκεί έξω. Γιατί έκανε ειρήνη με τον εαυτό του. Και ο πιο λεύτερος να ζει στην πιο απόκοσμη φυλακή. Γιατί η ελευθερία είναι θέμα της ψυχής. Η ελευθερία είναι μέσα μας, στο μυαλό, στην καρδιά μας.

Υπάρχουν κλουβιά, σίδερα ψηλά, βαριά, ορατά στον ανθρώπινο μάτι και άλλα ορατά στην ανθρώπινη ψυχή. Δεν ξέρω ποια είναι τα χειρότερα. Εκείνα που υπάρχουν πραγματικά και ξέρεις τι αντιμετωπίζεις, ξέρεις ότι όντως δεν είσαι ελεύθερος και θα πρέπει να τα υπομείνεις ή εκείνα που ενώ στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν, δεν μπορείς να τους ξεφύγεις, είσαι ελεύθερος και σκλαβωμένος μαζί;

Να βαραίνει το βήμα σου, να χάνονται οι λέξεις, να σου στερούν το νόημα, το κίνητρο για ζωή.

Σίδερα ψηλά και ο κόσμος να ορίζεται από την κάθετη φορά τους -μαχαίρι που μπήγεται στο στέρνο σου. Περνάς τα χέρια σου ανάμεσά τους να αρπάξεις ζωή. Σαν το χέρι πνιγμένου που πετάγεται στον αφρό των κυμάτων ζητώντας βοήθεια.

Λες εδώ είμαι. Φυλακισμένος.

Ελπίζεις κάποιος να δει το χέρι που στέκει εκεί να τρεμοπαίζει στον αέρα. Ελπίζεις κάποιος να πιάσει το χέρι, να πει «δεν είσαι μόνος», να σε βοηθήσει να ξεγλιστρήσεις από τις μεταλλικές ράβδους που έφτιαξε ο άνθρωπος για τον άνθρωπο. Να γίνεις λιγνός να περάσεις διαμέσου τους. Να γίνεις φως που τρυπώνει στη χαραμάδα, τις γρίλιες το πρωινό.

~~

Παγιδευμένοι στη ζωή.

Να σου παίρνουν τα πιστεύω, να σκορπίζουν όσα με μόχθο υπερασπίστηκες, αγαπάς. Και να πενθείς τα ιδανικά σου γιατί στα στέρησαν. Να κλαις τους κόπους, τις σκέψεις, τη γη και πατρίδα σου.

Μουδιάζει το σώμα. Τεντώνεται η καρδιά να βγει έξω να αποδράσει. Σε φυλακή κι αυτή.

~~

Ελευθερώσου.

Ελευθερώσου. Γίνε μικρός πάλι. Σαν να ‘σαι μόνος, σαν όλα να είναι πιθανά. Σαν να ‘χεις άπλετο χρόνο και χώρο στις αποσκευές σου. Σαν τα μάτια τους να μην μπορούν να σε φτάσουν, οι λέξεις τους να μην μπορούν να σ’ αγγίξουν. Σαν να μπορούσες να συγχωρήσεις όσους σε πρόδωσαν. Σαν να μπορούσες να συγχωρήσεις τον εαυτό σου για όσα έκανες, για όσα χάθηκαν, για όσα έγιναν.

Πες ναι. Πες όχι. Όταν πρέπει. Εκεί που πρέπει.

Ανάλαφρος σαν πούπουλο χωρίς βαρίδια, όσο μπορείς, έστω και λίγο, πέτα.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Το κείμενο έγραψε η Χαρά Κουλοπούλου, στο πλαίσιο του Συνεργείου Δημιουργικής Γραφής