Τα χρώματα στα φτερά της πεταλούδας

0
923

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι 1920x4000-1-1024x670.jpg

Ο Μαραμπάς εισήλθεν εις την οικογένεια δια της θαλασσίας οδού, σημείωσε η μικρή Κλάρα με τα μικρά καλλιγραφικά της γράμματα. Είχε από τότε αποκτήσει τη συνήθεια να γράφει τα σπουδαία πράγματα κι αργότερα, όταν βουβάθηκε, έγραφε ακόμα και τα πιο ασήμαντα, χωρίς να υποπτεύεται πως πενήντα χρόνια υστερότερα τα τετράδιά της θα μου χρησίμευαν για να περισώσω τη μνήμη του παρελθόντος και να επιζήσω μες τον ίδιο μου τον τρόμο.

Ο Μαραμπάς κατέβηκε από το καράβι που μόλις είχε δέσει στο λιμάνι της Χώρας, τεράστιος, επιβλητικός, ηλιοκαμένος. Κουβαλούσε ένα μεγάλο μπαούλο και δεν άφησε κανένα χαμίνι και κανένα χαμάλη του λιμανιού να το ακουμπήσει. Έστρεψε απότομα το κεφάλι του για να κοιτάξει ένα γύρο και τα μακριά μαλλιά του τινάχτηκαν στον αέρα σαν φύκια. Πάνω από το κεφάλι του τα γλαροπούλια πετούσαν κρώζοντας.

Παρά το επιβλητικό παρουσιαστικό του, κινήθηκε σβέλτα, σχεδόν σα να αιωρούνταν και η Κλάρα, από το παράθυρό της, είδε να τον περιβάλει μια χρυσή αύρα. Είναι φτιαγμένος για σπουδαία πράγματα σκέφτηκε και έγραψε στο τετράδιό της Εισήλθε εις το στενό και κατευθύνθηκε προς την οικεία της οικογενείας. Το ρόπτρο της βαριάς ξύλινης πόρτας του αρχοντικού του καραβοκύρη Υπάτιου Τζανέτου ήχησε και η ψυχοκόρη με τα ρόδινα μάγουλα και τα βαριά στήθη έτρεξε να ανοίξει. Έτσι μπήκε ο Μαραμπάς στο σπίτι του παππού και μια πεταλούδα μπήκε ξοπίσω του και στάθηκε πάνω στις ντάλιες που κοσμούσαν το ανθοδοχείο του σαλονιού όπως έσπευσε να σημειώσει η Κλάρα, η μοναδική που την πρόσεξε.

Τον υποδέχθηκαν με σαματά και η Κλάρα, που τα παρακολουθούσε όλα από το παράθυρό της που έβλεπε στην εσωτερική αυλή και τα παράθυρα της σάλας απέναντι, έγραψε στο τετράδιό της Σήμερα το πρωί μας επισκέφθη ο μνηστήρ δια πρώτην φοράν.

Δεκατεσσάρων χρονών η Κλάρα, λυγερή, ομορφούλα, ήλιος δεν είχε αγγίξει το κατάλευκο δέρμα της.Τριάντα δύο ο Μαραμπάς. Το συνοικέσιο είχε κανονιστεί ένα χρόνο τώρα και βάλε. Καπετάνιος ο Μαραμπάς, ήξερε τη θάλασσα, ήξερε και τις δουλειές της. Είχε συναντήσει όλα της τα τέρατα, είχε αντιμετωπίσει τις σειρήνες και τα στοιχειά της, είχε διαβάσει τον καιρό στο πέταγμα των πουλιών, το μέλλον στη θολούρα του φεγγαριού, είχε ακούσει τις γοργόνες να ρωτούν εμμονικά τους ναυτικούς.

Εισήλθαν μετά του πατρός εις την σάλαν, έγραφε παρακάτω η Κλάρα. Άναψαν τσιγάρα, κάθισαν στις βαριές πολυθρόνες, άνοιξε ο Μαραμπάς το μπαούλο και πρόσφερε τα πεσκέσια που είχε φέρει από τα πέρατα της γης. Ήρθε και ο νοτάριος, πέσαν οι υπογραφές για την προίκα, έδωσαν και τα χέρια, έκλεισε η συμφωνία. Σε δυο χρόνια θα γινόταν και ο γάμος. Ένα τελευταίο μπάρκο για τον Μαραμπά, όσο να ‘ναι χρειαζόταν να μεγαλώσει λίγο και η Κλάρα, να ολοκληρώσει την εκπαίδευσή της στο πιάνο και τα γαλλικά, να κεντήσει και κάποια προικιά ακόμα.

Η γιαγιά Φραντζέσκα ετοίμασε τον δίσκο με τα κεράσματα, γλυκό του κουταλιού, καλτσούνια και αμυγδαλωτά, έβαλε τα μικρά ποτηράκια της ρακής και μια μικρή κρυστάλλινη καράφα γεμάτη με το διάφανο δυνατό υγρό και φώναξε τη θυγατέρα της να πάει να τρατάρει τους άντρες, να την ειδεί και ο γαμπρός. Σφραγίστηκε έτσι η συμφωνία.

Ήταν αποφασισμένο. Ο καπετάν Υπάτιος θα αποσυρόταν πλέον από τις ναυτιλιακές επιχειρήσεις του. Στο πόδι του θα έμπαινε ο Μαραμπάς. Αυτό ήταν και το κυρίως μέρος του προικοσύμφωνου. Η μεταβίβαση της επιχείρησης και των καραβιών. Από την άλλη, ο Μαραμπάς θα είχε την υποχρέωση να δίνει στον πεθερό του ένα σταθερό ποσό ετησίως, σε λίρες βεβαίως, προκειμένου να συμπληρώνει τα λοιπά στεριανά εισοδήματα του καραβοκύρη και να διατηρεί την ευζωία αυτού και της ωραιοτάτης Φραντζέσκας.

Στο προικοσύμφωνο επίσης αναφερόταν και η παραχώρηση στον γαμπρό ενός δίπατου σπιτιού, όχι και πολύ μεγάλου, όχι και πολύ καινούριου είναι η αλήθεια, στο Παραπόρτι, έξω από τα τείχη της Χώρας, κάτω από το λόφο, δίπλα στη θάλασσα. Μα δεν πείραζε που ήταν έξω από τα τείχη. Είχε το ίδιο τείχη δικά του, ψηλά τείχη, άνθρωπος να μην μπορεί να δει ούτε τον κήπο, ούτε το ίδιο το σπίτι. Να εξασφαλιστεί η συνέχιση της φυλάκισης της Κλάρας, της πολύτιμης μοναχοκόρης. Από το ένα κλουβί θα έφευγε στο άλλο θα έμπαινε. Αλλά τα πράγματα δεν έχουν μόνο μια όψη.

Η Κλάρα θα ήταν από τις λίγες γυναίκες της Χώρας που θα είχε τον άντρα της δίπλα της. Που δεν θα ανησυχούσε κάθε φορά που ο ορίζοντας γέμιζε κεραυνούς, η θάλασσα φούσκωνε, ο αέρας σήκωνε τις στέγες των σπιτιών. Που δεν θα μεγάλωνε μόνη τα παιδιά της, μάνα και πατέρας μαζί. Άλλωστε η Κλάρα δεν θα άντεχε μια τέτοια ζωή. Η αλλοπαρμένη μοναχοκόρη δεν θα μπορούσε να τα βγάλει πέρα με κανένα πρακτικό ζήτημα. Έπρεπε πάντα κάποιος να την παίρνει από το χέρι και να την καθοδηγεί.         

Και ο Μαραμπάς ήταν ο πιο κατάλληλος «κάποιος». Αυτός που δέχτηκε να αφήσει θάλασσα και ταξίδια και να ριζώσει στη στεριά. Η Κλάρα αναρωτήθηκε Για πόσο άραγε; Όμως δεν το έγραψε στο τετράδιό της.

~~{}~~

Τα δυο χρόνια πέρασαν γρήγορα. Πάντα λέμε ότι ο χρόνος περνά γρήγορα ή περνά αργά. Ποτέ όμως δεν είναι έτσι. Ο χρόνος περνά κανονικά. Όπως είναι γραφτό του να περάσει. Ο γάμος έγινε την άνοιξη στην μεγαλύτερη εκκλησία της Χώρας με καλεσμένους καπετανέους και πλοιοκτήτες. Σε όλο το μυστήριο μια πεταλούδα πετούσε γύρω από τον Μαραμπά. Κανένας δεν το πρόσεξε. Μόνο η Κλάρα.

Το ζευγάρι ξεκίνησε την κοινή του ζωή στο σπίτι της παραλίας. Κοινή ζωή βέβαια δεν θα την έλεγες αφού ο Μαραμπάς όλη τη μέρα έλειπε, πολλές φορές και τη νύχτα και η Κλάρα έμενε κλεισμένη στο χρυσό κλουβί της παρέα με το τετράδιό της και μια πεταλούδα, που είχε πάψει πια να ακολουθά τον Μαραμπά. Μια πεταλούδα που έμενε σπίτι και έχανε σιγά σιγά τη ζωντάνια των χρωμάτων της, ώσπου στο τέλος έχασε και τα χρώματά της και έγινε σαν αυτές τις άχρωμες, μουντές πεταλούδες που πετάνε τη νύχτα γύρω από το φως μέχρι να καούν και ο κόσμος λέει ότι είναι οι ψυχές των νεκρών. Όλα αυτά όμως γίναν πολύ μετά. Όταν γεννήθηκα εγώ, εννέα μόλις μήνες μετά το γάμο, η πεταλούδα είχε ζωντανά και υπέροχα χρώματα. Έτσι έγραψε στο τετράδιό της η Κλάρα μόλις κατάφερε να συνέλθει από τον δύσκολο τοκετό.

~

Είμαι η Βιργινία, κόρη του Γιαννούλη Μαραμπά και της Κλάρας το γένος Τζανέτου. Εγγονή του Υπάτιου και της Φραντζέσκας Τζανέτου. Κόρη καπετάνιου και εγγονή πλοιοκτήτη. Και η αλήθεια είναι ότι τα πρώτα χρόνια έτσι μεγάλωσα, στα πούπουλα. Με την Κλάρα να κάνει ότι μπορούσε για την φροντίδα μου. Όχι όμως και πολλά πράγματα. Ήταν πάντα χαμένη στο τετράδιό της και τις σκέψεις της. Παρατηρούσε τα πάντα χωρίς όμως να αντιλαμβάνεται τα πεζά πράγματα που συνέβαιναν γύρω της, ή τις ανάγκες ενός παιδιού να φάει, να πιεί, να ….

Ήμουν η κούκλα της. Με στόλιζε, με έντυνε, με χάιδευε, μου έπλεκε υπέροχες πλεξούδες τα μαλλιά, έπαιζε για χάρη μου πιάνο ώρες ατελείωτες, αλλά ως εκεί. Ευτυχώς είχα την Μαρία την παραμάνα μου να με ταΐζει, να με βάζει για ύπνο, να με γιατροπορεύει. Όμως και τις δύο τις λάτρευα. Η κάθε μία τους μου πρόσφερε το περισσότερο που μπορούσε, το καλύτερο κομμάτι του εαυτού της. Δεν το καταλάβαινα έτσι τότε, τόσο καθαρά, αλλά τις λάτρευα και τις δύο.

Ο Μαραμπάς όμως όλο και απογοητευόταν από τα καμώματα της Κλάρας, όλο και την κατηγορούσε για τον γιο που δεν του έκανε, όλο και απομακρυνόταν. Πλέον οι απουσίες του γίνονταν όλο και πιο συχνές. Η Κλάρα τις σημείωνε ανελλιπώς στο τετράδιό της με τα καλλιγραφικά γράμματά της Έφυγε και απόμεινα πάλι μόνη. Παρακολουθούσε σιγά σιγά την πεταλούδα να χάνει τη λαμπρότητα των χρωμάτων της, να ξεθωριάζει, και αντιλαμβανόταν ότι οι κατηγορίες του Μαραμπά στο πρόσωπό της δεν ήταν τίποτα άλλο παρά δικαιολογίες.

~~{}~~

Άλλα τον απασχολούσαν. Η θάλασσα που την αποζητούσε, γιατί κυλούσε στο αίμα του και μακριά της η ζωή του είχε γίνει λειψή. Οι έγνοιες του για τον μεγάλο πόλεμο που έβλεπε να έρχεται. Οι έγνοιες του για τις δουλειές, που δεν πήγαιναν πιά όπως θα ήθελε. Ξενυχτούσε στα γραφεία της εταιρείας, συχνά κοιμόταν εκεί, παρακολουθούσε όλες τις πολιτικές εξελίξεις, ενημερωνόταν για ότι συνέβαινε στην Ευρώπη, σε θάλασσα και σε στεριά. Γινόταν όλο και πιο ανήσυχος.

Ο καπετάν Υπάτιος δεν συμμεριζόταν τους φόβους και τις ανησυχίες του. Πίστευε ότι η νέα τάξη πραγμάτων όχι μόνο δεν θα τους έβλαπτε αλλά θα τους ωφελούσε κιόλας. Θα άνοιγαν ακόμα περισσότερο οι δουλειές. Ο κόσμος θα γινόταν πιο ασφαλής. Το εμπόριο θα άνθιζε. Για να χτιστεί μια αυτοκρατορία χρειάζονται πρώτες ύλες και η Γερμανία δεν έχει δικές της. Εμάς και τα καράβια μας χρειάζονται για να τα φέρουμε όλα. Ε, τι λες και εσύ Μαραμπά; Αυτά έλεγε και ο Μαραμπάς απορούσε πως ο άνθρωπος αυτός, που δεν είχε καμία διορατικότητα, που εν ολίγοις δεν ήξερε τίποτα από διεθνείς σχέσεις, οικονομία και πολιτική, είχε καταφέρει να γίνει πλοιοκτήτης.

Εγώ μεγάλωνα χωρίς αυτές τις έγνοιες αφού τίποτα σχετικό δεν συζητιόταν ποτέ στο σπίτι. Μεγάλωνα με τις φροντίδες της Κλάρας και της Μαρίας, τα ταχταρίσματα των παππούδων και την απουσία του Γιαννούλη Μαραμπά και της χρυσής του αύρας.

Ήμουν πια δεκάξι χρονών όταν κάθε φόβος του Μαραμπά επαληθεύτηκε και ο παππούς Υπάτιος κατάλαβε επιτέλους ότι η νέα τάξη πραγμάτων όχι μόνο δεν θα τους ωφελούσε αλλά θα τους έβλαπτε κιόλας.

Ήμουν πια δεκάξι χρονών όταν η πεταλούδα άρχισε να χάνει τα χρώματά της και να σκοτεινιάζει η χρυσή αύρα του Μαραμπά.

Ήμουν πια δεκάξι χρονών όταν βυθίστηκε το πρώτο μας καράβι και ο Μαραμπάς αποφάσισε να μπαρκάρει με τη σκέψη ότι ως έμπειρος καπετάνιος αυτός θα κατάφερνε να περισώσει κάποιο μέρος της προίκας.

Ένα τελευταίο μπάρκο. Έτσι είπε στην Κλάρα. Δεν του απάντησε τίποτα.  Απλά έπαψε να μιλάει από τη στιγμή αυτή. Έπαψε να μιλάει πολύ πριν μας βρουν όλες οι δυστυχίες που μας επιφύλασσε το μέλλον. Έπαψε να μιλάει πολύ πριν την εποχή του τρόμου.

Πράγματι, για τον Μαραμπά αυτό ήταν το τελευταίο μπάρκο. Το πλοίο βυθίστηκε κάπου στη Βαλτική χτυπημένο από γερμανικές τορπίλες και κανείς ποτέ δεν άκουσε τίποτα για τον καπετάνιο. Η πεταλούδα εκείνο το βράδυ έκαψε τα φτερά της στο φως και αφέθηκε στον θάνατο και τη λήθη.

Όσο για μένα και την εποχή του τρόμου θα σας μιλήσω μια άλλη φορά. Όταν θα βρω το κουράγιο να τα ιστορήσω όλα όπως έγιναν. Όταν θα βρω το κουράγιο να σταθώ με ψηλά το κεφάλι και ανοιχτά τα μάτια μπροστά στον πόνο.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Το διήγημα έγραψε η DoG, στο πλαίσιο του Συνεργείου Δημιουργικής Γραφής.

Η πρώτη παράγραφος είναι από το “Σπίτι των Πνευμάτων” της Ιζαμπέλ Αλιέντε. Η φωτογραφία είναι του Νίκου Οικονομόπουλου.