Ο οιωνός (ένα διήγημα μαγικού ρεαλισμού)

0
450

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι 26.jpg

Την μέρα που ξαναείδε την από χρόνια πεθαμένη μαμά της ήταν παραμονή 21 Νοέμβρη, των Εισοδίων της Θεοτόκου, εκείνη την δύσκολη χρονιά του 1944. Το θυμάται καλά η Λένη γιατί ήταν την ίδια ημέρα που είχε γεννηθεί στο χωριό και το κατσίκι με τα 3 κεφάλια.

Πρωί ήταν κι ετοίμαζε τα μπόμπολα*, με ό,τι υλικά τους είχαν ξεμείνει, βλέπεις τα έθιμα δεν πρέπει να ξεχνιούνται ακόμα και στον πόλεμο, οι άγιοι δεν αστειεύονται.

Δεν είχε διαλυθεί ακόμη η πάχνη έξω και τα σύννεφα στέκονταν χαμηλά και βαριά. Χειμώνιασε για τα καλά αναλογίστηκε η Λένη κι αναστέναξε. Πώς θα την βγάλουμε και φέτος, αν την βγάλουμε.

Για φαγητό ευτυχώς, όσο και να τους αρπάζανε οι Γερμανοί τις σοδειές, κάτι καταφέρνανε να κρύψουνε, κάπως την κουτσοβγάζανε μέχρι στιγμής. Αλλά τα αντίποινα… Βδομάδες τώρα κυκλοφορούσαν τα νέα από στόμα σε στόμα, τις προάλλες ο Γιώργης από το διπλανό χωριό τους είπε ότι οι Γερμανοί είχαν πυρπολήσει τα χωριά γύρω από το Καρπενήσι. Όλο και ζυγώνανε.

Όταν πρόφτασε ο μικρός Μήτσος από δίπλα και της είπε τα νέα για τα γεννητούρια.

«Θειά, είναι κακό σημάδι, έτσι είπε ο πατέρας».

Η Λένη δεν είπε τίποτα, μόνο του χάιδεψε το μάγουλο. Ήξερε γιατί το έλεγε ο Χρήστος, ο γείτονάς τους. Η μοναδική φορά που είχαν ξαναδεί τέτοια γέννα ήταν λίγες μέρες μετά την γέννα του Μήτσου, όταν η γυναίκα του η Ελένη και μάνα του μικρού αρρώστησε από επιπλοκές. Το ζώο κι η μάνα πέθαναν με λίγες ώρες διαφορά. Κι απόμεινε ο Χρήστος να μεγαλώνει δυο παιδιά.

Πόσα έχει τραβήξει κι αυτό σκέφτηκε η Λένη. Ορφάνια, φτώχεια και τώρα ο πόλεμος. Τόσο είχε συνδεθεί ο θάνατος της κακομοίρας της συνονόματής της Ελένης με την γέννηση του μικρού που ώρες ώρες της φαινόταν της Λένης σαν το παιδί να ένιωθε υπεύθυνο γι’ αυτό που είχε γίνει. Ήξερε η Λένη από αυτά. Πόσο σκληροί μπορούσανε να γίνουν οι συγχωριανοί της. Αυτή ποτέ της δεν είχε καταφέρει να κάνει παιδί όσο κι αν ήθελε. Όλα της πεθαίνανε στην γέννα ή δεν φτάνανε καν τους 6 μήνες εγκυμοσύνης. Όλο το χωριό είχε να λέει για τον άτυχο τον Κωστή, τον άντρα της, που του έτυχε γυναίκα σαν αυτή, στέρφα.

Έτσι, σαν να την είχε δέσει μια αόρατη κλωστή με τον Μήτσο, αυτός ορφανός από μαμά, αυτή ορφανή από παιδί.

«‘Αστα τώρα αυτά, κι έλα να σε φιλέψω λίγα μπόμπολα, πετσί και κόκαλο έχεις μείνει. Κοίτα, σου έχω κρατήσει και λίγο πετιμέζι και σταφίδες», συνήλθε από τις σκέψεις της. «Και μην νομίζεις ότι δεν καταλαβαίνω αυτά τα ξεστρατίσματα σου πάνω στο βουνό, να προσέχεις».

Ο Μήτσος γέλασε, αλλά δεν αποκρίθηκε. Την αγαπούσε την Λένη, ήταν πάντα στοργική μαζί του στο σπίτι όμως πάντα λέγανε ότι η οικογένεια δεν ήταν από τους δικούς τους. Έτσι, ο Μήτσος δεν της εξομολογούταν ποτέ τα μηνύματα που πήγαινε στους αντάρτες κι ας ήξερε ότι αυτή καταλάβαινε, ας ήξερε κι ότι δεν ήταν σαν τον άντρα της, που ήταν πάντα αγέλαστος και σκληρός κι ας τον εκτιμούσαν οι περισσότεροι στο χωριό, εκτός από την οικογένειά του και μερικούς άλλους.

Όταν έφυγε ο Μήτσος, η Λένη συγύρισε την κουζίνα και δεμάτιασε ένα σωρό ξύλα για να γεμίζει την σόμπα. Ο Κωστής στα χωράφια, θ’ αργούσε να έρθει. Τον τελευταίο καιρό κοιμόταν συχνά και στην καλύβα.

Μόλις είχε πάρει να βρέχει και συδαύλιζε την φωτιά, όταν ακούστηκε ένα σιγανό χτύπημα κι η πόρτα έτριξε. Η Λένη την άνοιξε. Απέξω στεκόταν η μητέρα της, η Κατίνα φορώντας την χαρακτηριστική εμπριμέ μαντίλα της, τόσο συνυφασμένη με αυτή, που όταν την θάψανε της την είχανε φορέσει στο κεφάλι.

«Έτσι θα με κοιτάς μωρή Λένη; έχω γίνει μούσκεμα, βάλε γρήγορα έναν καφέ μέχρι να στεγνώσω λίγο δίπλα στην φωτιά».

«Δίκιο έχεις βρε μάνα, είναι που δεν σε περίμενα και τα έχασα προς στιγμήν».

«Της Παναγιάς αύριο, ελπίζω να ετοίμασες τα μπόμπολα» είπε η μάνα της χωρίς να χάσει χρόνο. «Αχ, ζεστά που είναι εδώ. Ελπίζω να μην άρπαξα κανά κρύωμα στην βροχή».

«Έτοιμα είναι μάνα, κάτσε να σου βάλω ένα μπολάκι, νομίζω τα πέτυχα».

«Δεν ντρέπεσαι μωρή, δεν κάνει να τα τρώμε την παραμονή, αύριο ανήμερα. Μια ζωή ανυπάκουη ήσουνα». Έκοψε κι έραψε η μάνα της, η Λένη γέλασε, εδώ ο κόσμος είχε έρθει ανάποδα, δεν είχανε να φάνε καλά καλά, αλλά η μάνα της, πόλεμος ξεπόλεμος, νεκρή ξενεκρή, θα τα τηρούσε τα έθιμα. Έτσι τις είχε μαθημένες από μικρές κι αυτήν και τις αδερφές της, μην πει το χωριό, μη φανούν διαφορετικές και τις συζητάνε.

Και τι κατάλαβες, μάνα; Όλα σωστά τα έκανα και πάλι με συζητάνε, σκέφτηκε και δεν είπε τίποτα.

«Άστα τώρα αυτά και κάτσε δίπλα μου, δεν έχουμε πολύ χρόνο» της είπε η μάνα μαλακωμένα, αλλά το βλέμμα της ήταν σοβαρό και φοβισμένο ταυτόχρονα.

«Τι είναι μάνα, τι συμβαίνει»;

«Οι Γερμανοί ετοιμάζουν απόσπασμα στην Σπερχειάδα, θα έρθουν να κάψουν τον χωριό. Μέχρι το βράδυ θα πρέπει να έχετε μαζέψει παιδιά, ζώα κι ό,τι ρούχα προλαβαίνετε και να ανεβείτε στο βουνό. Τρέξε βρες τον Γρηγόρη, αυτός είναι οργανωμένος με τους αντάρτες και θα ξέρει τι πρέπει να κάνετε. Μόνο να μη σας βρει το βράδυ εδώ. Φεύγα τώρα και θα σε περιμένω εδώ. Θα μαζέψω τα πράγματα να είναι έτοιμα».

Σαν αλαφιασμένη έτρεχε η Λένη, άμα ήταν ο άντρας της σπίτι αποκλείεται να την άφηνε να βρει τον Γρηγόρη, βλέπεις πάντα είχαν πολιτική έχθρα, αλλά κάτι στο βλέμμα της μάνας της την είχε κάνει να καταλάβει πως δεν υπήρχε χρόνος να λογαριάσει τέτοια πράγματα τώρα.

~~

Μέχρι να φτάσει το απόγευμα, όλο το χωριό είχε κινητοποιηθεί. Άλλοι κλαίγανε, άλλοι τρέχανε πανικόβλητοι τραβώντας τα ζώα, άλλοι κοιτάγανε τα σπίτια και δεν ξέρανε τι να πρωτοπάρουνε, ρούχα, κουβέρτες, τις κατσαρόλες και τα μπακίρια τους; Ευτυχώς, ο Γρηγόρης τους οργάνωσε γρήγορα. «να βγούμε ζωντανοί βρε χωριανοί, αυτό προέχει τώρα. Τα ζώα πάρτε μαζί και κουβέρτες, να φύγουμε». Τον Κωστή τον άντρα της, τον πέτυχε γυρνώντας από τα χωράφια κι έτρεξε να βοηθήσει να μαζέψουν τα ζώα και να βάλουνε τους μεγαλύτερους στα άλογα και τα γαϊδούρια, όσα είχανε μείνει, να αντέξουνε την πορεία.

Όταν έφτασε στο σπίτι της, να πάρει την μάνα της να φύγουνε, αυτή καθόταν δίπλα στη σόμπα με τις παντόφλες και δίπλα το μπογαλάκι έτοιμο.

«Μάνα γρήγορα, τι κάνεις;»

«Παιδί μου, πάρ’ τα πράγματα και φύγε, δεν θα έρθω εγώ. Δεν βαστώ μέχρι πάνω.»

«Μάνα, είσαι καλά; Δεν έχουμε χρόνο, εσύ το είπες».

Η μάνα της την κοίταξε σταθερά με αυτό το ύφος που την κάρφωνε από μικρή όταν η απόφαση ήταν τελεσίδικη και δεν υπήρχε περίπτωση να της αλλάξεις γνώμη. Αχ, πόσο το θυμόταν αυτό το βλέμμα η Λένη σε κάθε σκανταλιά της.

«Δεν θα φύγω, Λενιώ μου. Είμαι μεγάλη πια, τι θα μου κάνουν εμένα, θα μείνω εδώ να προσέχω τα σπίτια, τρέχα εσύ να γλιτώσεις, σε παρακαλώ. Κι έλα να σου δώσω ένα φιλί» της είπε με σπάνια τρυφερότητα.

~

Είχανε φτάσει ήδη στους πρόποδες του βουνού και περιμένανε τον σύνδεσμο με τους αντάρτες να τους πάνε σε ασφαλές μέρος για το βράδυ όταν είδανε τις πρώτες φλόγες κάτω στο χωριό. Μείνανε να κοιτάνε κλαίγοντας, άλλοι αναστέναζαν, άλλοι μείνανε σιωπηλοί  με τα μάτια ορθάνοιχτα κι η Λένη σκεφτότανε την μάνα της, πού να ήταν τώρα, τι να είχε γίνει.

‘Ένιωσε τον μικρό Μήτσο δίπλα της να την τραβάει από το χέρι.

«Θα βγω κι εγώ στο βουνό σε λίγο καιρό» της είπε. «Ξέρω πως δε θα με μαρτυρήσεις».

Στα χέρια του βάσταγε μέσα σε πανιά, σαν μωρό το κατσικάκι με τα 3 κεφάλια. Είχε επιζήσει.

~

Όταν την επόμενη μέρα, ο Γρηγόρης με μερικούς συγχωριανούς και κάποιους αντάρτες κατέβηκανε, να δούνε την κατάσταση του χωριού, ελάχιστα σπίτια ήταν καμμένα εντελώς. Η Κατίνα, είχε φροντίσει να ανοίξει όλα τα βαρέλια του χωριού με το κρασί και μαζί με μουσκεμένα πανιά είχε σβήσει τις περισσότερες φλόγες. Και τότε η Λένη κατάλαβε. Η μάνα της είχε γυρίσει όχι για να σώσει το χωριό, αλλά για να σώσει αυτήν από τις κουβέντες του χωριού. Τώρα πια δεν θα ήταν η στέρφα, η άκληρη, αλλά αυτή που είχε σώσει το χωριό από την πυρπόληση.

Όσο για την ίδια την Κατίνα, την βρήκανε ξαπλωμένη, γαλήνια, με τα μάτια σφαλιστά από καιρό σ’ ένα από τα σπίτια που είχε σώσει. Μόνο που είχε απανθρακωθεί το μαντίλι της.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

*Μπόμπολα ονομάζουνε σε πολλά χωριά της Φθιώτιδας ένα μείγμα από βρασμένο σιτάρι, ρόδι, καλαμπόκι, μέλι, σιτάρι και άλλα που είναι έθιμο να φτιάχνεται στις 21 Νοεμβρίου.

Το διήγημα έγραψε η Αφροδίτη Αυγέρη, στο πλαίσιο του Συνεργείου Δημιουργικής Γραφής

Η φωτογραφία είναι του μοναδικού Κώστα Μπαλάφα