Σχεδόν 17 Νοέμβρη 1980

0
560

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι polutexneio-1024x576.jpg

Στις αρχές δεκαετίας του ‘80, τέσσερα κορίτσια, που τα ενώνουν δεσμοί αίματος και φιλίας, μεγαλώνουν μεταξύ Κυψέλης και Αμπελοκήπων. Ονειροπολούν, διψούν για σκανδαλιές και  ηρωισμούς, άλλες περισσότερο και άλλες λιγότερο βέβαια, παλεύουν να βρουν τα όριά τους, να ξεμπερδέψουν με την παιδικότητα και να μπουν στην αποκρουστική αλλά συγχρόνως υπέροχη εποχή της εφηβείας. Καταστρώνουν σχέδια και εμπλέκονται σε περίεργες και επικίνδυνες καταστάσεις οι οποίες όμως θα τις βοηθήσουν να ωριμάσουν και να αφήσουν πίσω τους ένα μέρος της παιδικής αθωότητας. Πρόκειται για την Πόπη, την Έλλη, την Άννα και την Ελένη.

<<…>>

Την λένε Πόπη, σαν τη γιαγιά της την Καλλιόπη. Μισεί το όνομά της και δεν τρέφει καμία ιδιαίτερη συμπάθεια για τη γιαγιά της τη συνονόματη. Ούτε άλλωστε και η γιαγιά της για εκείνη. Προτιμά την άλλη της εγγόνα, την Άννα, την μοναχοκόρη του άλλου της γιου. Η Πόπη είναι ένα μέτριο από κάθε άποψη κοριτσάκι. Για να ξεχωρίσει από τα άλλα παιδιά προσπαθεί να είναι καλή και δίκαια. Περιμένει απλά πότε θα περάσει ο χρόνος για να μεγαλώσει και, επιτέλους, να ζήσει. Που και που καταφέρνει και ξεφεύγει από τον ασφυκτικό κλοιό που έχει υφάνει γύρω της η οικογένειά της και που όλο σφίγγει καθώς η μικρή προχωρά ολοταχώς προς την εφηβεία. Με ψέματα και με τη βοήθεια της Άννας και της Ελένης καταφέρνει να ξεγλιστρά και να παίρνει ανάσες.

Εκεί όμως που όλα φαίνεται να πηγαίνουν κατ’ ευχήν, εμφανίζεται η Έλλη…

Η Έλλη είναι η μικρή αδελφή της Πόπης. Τις χωρίζουν τρία χρόνια και μια άβυσσος. Η Έλλη είναι το τσιράκι, ο σπιούνος, το γλειφτρόνι της μαμάς. Ομορφούλα και χαδιάρα. Η εξωτερική της εμφάνιση από τη μια και η ηλικία της από την άλλη, την κάνουν να φαίνεται ένας άγγελος. Μόλις όμως κάποιος την παρατηρήσει κρυφά, όταν εκείνη νομίζει ότι είναι μόνη της και δεν την βλέπει κανείς, καταλαβαίνει πόσο ύπουλη, κακομαθημένη και εγωίστρια είναι. Ένα μικρό τερατάκι κρύβεται κάτω από το προσωπείο της ανυπεράσπιστης και τρυφερής μικρούλας. Και είναι άξιο απορίας πως ένα τόσο μικρό παιδί έχει την ικανότητα να δείχνει τόσο διαφορετικό από ότι στην πραγματικότητα είναι. Καμία από την παρέα των παιδιών δεν την χωνεύει, συχνά τη φωνάζουν μαρτυριάρα και χαζή, αλλά με τίποτα δεν μπορούν να την ξεφορτωθούν γιατί θα χάσουν έτσι και την Πόπη.

Η Άννα είναι ξαδέλφη των κοριτσιών, συνομήλικη της Πόπης. Κοινωνική, έτοιμη για σκανδαλιές, ευγενική και πανέξυπνη. Το σχολείο είναι εύκολη πίστα γι αυτήν. Ασυμβίβαστη και επαναστάτρια, στα πρότυπα των δικών της γονιών, της Αλκυόνης και του Αχιλλέα. Η Άννα πάσχει από μια χρόνια αρρώστια και όλοι στην οικογένεια τρέμουν ότι κάποια στιγμή θα σβήσει το χαμόγελο από τα μάτια του παιδιού και όλα θα χαθούν. Όμως το κορίτσι έχει αποφασίσει να ζήσει μια, όσο το δυνατόν, κανονική ζωή. Όσο βέβαια της το επιτρέπουν οι τακτικές νοσηλείες της. Είναι αγωνίστρια. Τα άλλα παιδιά είναι σίγουρα ότι θα τα καταφέρει στο τέλος και δεν φοβούνται όπως οι μεγάλοι.

Η τέταρτη της κοριτσοπαρέας είναι η Ελένη, κόρη του Πέτρου, παιδικού φίλου των πατεράδων των άλλων παιδιών. Αθλητική, με μακριά μαλλιά, δεμένα σε κοτσίδα και καταγάλανα μάτια. Φοράει σχεδόν πάντα φόρμες και φθαρμένα αθλητικά παπούτσια. Λατρεύει τη γυμναστική, την εξοχή, το παιγνίδι, το τρέξιμο, το σκαρφάλωμα στα δένδρα, την αίσθηση ελευθερίας που της προσφέρουν όλα αυτά. Μεγαλώνει χωρίς αυστηρούς κανόνες, χωρίς πολλά πρέπει και μη. Οι γονείς της είναι μεροκαματιάρηδες άνθρωποι και έχουν να θρέψουν την Ελένη και τα άλλα δύο πολύ μικρότερα δίδυμα αδέλφια της. Μεγάλα πειραχτήρια παρεμπιπτόντως αλλά τελείως εκτός κοριτσοπαρέας.

Όμως η Ελένη έχει κάτι που όλοι στην παρέα ζηλεύουν: σπίτι με κήπο, σε ένα ήσυχο αδιέξοδο στους Αμπελόκηπους.

<<…>>

Εκείνο το Σαββατοκύριακο του Νοέμβρη, τα δύο αδέλφια, ο Αχιλλέας και ο Περικλής με τις γυναίκες τους και τη γιαγιά Καλλιόπη, θα πήγαιναν στο χωριό να μαζέψουν τις ελιές. Λίγα δένδρα είχαν, τους έφτανε ο χρόνος. Ήθελα κιόλας να συγυρίσουν και να κλείσουν το πατρικό σπίτι για τον χειμώνα. Η Μαρίκα, η μαμά της Πόπης και της Έλλης, ούτε να ακούσει δεν ήθελε για χειμώνα στο χωριό. Καλά καλά δεν της άρεσε το χωριό ούτε το καλοκαίρι και συχνά προφασιζόταν ότι δεν μπορούσε να πάρει άδεια και προέτρεπε τον Περικλή να πάρει τα παιδιά και να πάνε μόνοι τους διακοπές. Αυτές οι μέρες ήταν πραγματικά παραδεισένιες για την Πόπη.

Αφού θα τελείωναν τις δουλειές τους θα επισκέπτονταν πρωί πρωί τη Δευτέρα το Υποθηκοφυλακείο της περιοχής και μετά θα έπαιρναν το δρόμο της επιστροφής.

Εκείνο ήταν και το πρώτο Σαββατοκύριακο που τα παιδιά δεν ακολούθησαν τους γονείς. Κάτι η επιμονή της Πόπης και της Άννας να μείνουν στου θείου Πέτρου, κάτι ότι τα παιδιά θα έχαναν το σχολείο τους τη Δευτέρα, βοήθησαν για να παρθεί η πολυπόθητη απόφαση. Τα παιδιά θα έμεναν στο σπίτι της Ελένης.

<<…>>

Το Σάββατο κύλησε για όλους χωρίς απρόοπτα. Παιγνίδι στο αδιέξοδο με τα άλλα παιδιά της γειτονιάς, αυγά με τηγανητές πατάτες στο τραπέζι, το αγαπημένο φαγητό όλων, ξανά παιγνίδι έξω μέχρι να νυχτώσει, ελληνική ταινία στην τηλεόραση. Η Βουγιουκλάκη μια θεά να τινάζει το μαλλί προς τα πίσω, να κοιτάζει λοξά την κάμερα και να τραγουδάει. Στρωματσάδα ύπνος το βράδυ, τα παιδιά δεν έπαψαν να ψιθυρίζουν και να γελάνε πνιχτά μέχρι πολύ αργά. Η Άννα άκουσε ένα κόκορα να λαλεί πριν την πάρει ο ύπνος. Δεν θα αργούσε να ξημερώσει.

Την Κυριακή όμως βαρέθηκαν σύντομα το παιγνίδι. Από το πρωί το ραδιόφωνο έπαιζε Θεοδωράκη. Τα κορίτσια ήξεραν από το σχολείο ότι την 16η Νοέμβρη θα γινόταν η μεγάλη πορεία για την έβδομη επέτειο από την εξέγερση του Πολυτεχνείου. Πολλά μάλιστα παιδιά του Γυμνασίου, αλλά όχι από την δική τους τάξη, γιατί όλοι θεωρούσαν τα πρωτάκια νιάναρα, κατέβηκαν με πορεία την Παρασκευή για να καταθέσουν στεφάνι. Η Άννα και η Πόπη τους έβλεπαν να κατεβαίνουν τον φαρδύ δρόμο προς την πλατεία Κυψέλης με το πανό μπροστά που έγραφε “Ψωμί, Παιδεία, Ελευθερία”, τραγουδώντας το “Πότε θα κάνει ξαστεριά” και πέθαιναν από τη ζήλια τους.

Εκείνο το Κυριακάτικο πρωινό οι τρεις φιλενάδες κάθισαν σε μια γωνιά του κήπου και άρχισαν να ψιθυρίζουν καταστρώνοντας ένα “σχέδιο απόδρασης”. Έτσι το ονόμασαν αν και, η πραγματικότητα ήταν ότι, οι γονείς της Ελένης ήταν τόσο ανεκτικοί και χαλαροί άνθρωποι που δεν υπήρχε κάτι από το οποίο να θέλει ένα παιδί να αποδράσει. Αυτό θα έκανε πολύ πιο εύκολη την πραγματοποίηση του σχεδίου τους αφού κανείς δεν θα τις αναζητούσε μέχρι να νυχτώσει για τα καλά. Λυμένο επομένως το πρώτο πρόβλημα.

Το σχέδιο απόδρασης θα τους οδηγούσε στην πορεία του Πολυτεχνείου. Ήξεραν τους δρόμους, αφού το μαγαζί του θείου Πέτρου ήταν στην Ηπείρου και το γραφείο του θείου Αχιλλέα στη Χέυδεν. Είχαν κάνει πολλές φορές τη διαδρομή με τα πόδια, είτε από την Κυψέλη είτε από τους Αμπελόκηπους. “Ένα τσιγάρο δρόμος”, που λέγανε και οι μεγάλοι. Άλλο ένα πρόβλημα λυμένο.

Ήξεραν τι θα συναντήσουν όταν θα έφταναν στον προορισμό τους. Κόσμο πολύ, κόκκινες σημαίες να ανεμίζουν, πανό με συνθήματα, φυλλάδια να μοιράζονται χέρι με χέρι, αυτοκόλλητα με την πόρτα του Πολυτεχνείου που έριξε το τανκ, από τα μεγάφωνα τραγούδια που σε ξεσηκώνουν, φωνές του κόσμου ενωμένες “Ένας είναι ο αρχηγός, ο κυρίαρχος Λαός”, γροθιές σηκωμένες στον αέρα… Είχαν πάει δυο τρεις φορές στην πορεία μαζί με τους πατεράδες τους και τη θεία Αλκυόνη. Δεν είχαν μπει στο ποτάμι της πορείας όμως, είχαν σταθεί απλοί παρατηρητές στο πεζοδρόμιο της Πατησίων, λίγο πριν η πορεία πάρει την ανηφόρα προς τη Σταδίου.

Ήξεραν, το είχαν δει τις προηγούμενες φορές, ότι οι δρόμοι που θα ακολουθούσε η πορεία ήταν πήχτρα από διαδηλωτές και τα στενά πήχτρα από αστυνομικούς και αύρες. Και να μην το είχαν δει με τα ίδια τους τα μάτια, η θεία Αλκυόνη και ο θείος Πέτρος συνέχεια το συζητούσαν μεταξύ τους οργισμένοι. Ο Αχιλλέας και ο Περικλής κουνούσαν το κεφάλι συμφωνώντας μαζί τους χωρίς όμως να καταθέτουν στην παρέα και τη δική τους άποψη. Και τα παιδιά άκουγαν και ρουφούσαν φράσεις, εκφράσεις, αντιδράσεις, λέξεις, συναισθήματα.

Αυτό που δεν υπολόγισαν τα τρία κορίτσια ήταν η Έλλη, που κρυφάκουγε κρυμμένη.

“Θα έρθω και εγώ”, είπε.

“Μα είσαι πολύ μικρή, ποτέ δεν σε έχει πάρει ο μπαμπάς στο Πολυτεχνείο”, της αντιγύρισε με τρόμο η Πόπη.

“Είμαι στην τετάρτη τάξη πια. Δεν είμαι μικρή. Θα έρθω και εγώ μαζί σας αλλιώς θα τα πω όλα στη μαμά μόλις γυρίσει”

Η ‘Ελλη μόλις είχε πει τις μαγικές λέξεις, θα τα πω στη μαμά, τις λέξεις που έπειθαν χωρίς να χρειάζονται άλλα επιχειρήματα. Θα έπαιρναν και την Έλλη μαζί τους. Έτσι δεν θα τολμούσε να πει τίποτα και σε κανένα και θα είχαν το κεφάλι τους ήσυχο. Με μια ματιά συμφώνησαν όλες ότι το αναπόφευκτο φυγήν αδύνατον και ετοιμάστηκαν για την απόδραση.

“Μαμά, θα πάμε με τα παιδιά στο σχολείο να παίξουμε μπάλα”, φώναξε η Ελένη στην μαμά της και έφυγαν πριν προλάβει εκείνη να ρωτήσει κάτι παραπάνω. Γιατί όλα κι όλα, καλή και άγια η μαμά της Ελένης αλλά τα ψέματα με τίποτα δεν τα συγχωρούσε. Όσο πιο λίγα λοιπόν της έλεγαν τόσο το καλύτερο για τα κορίτσια.

<<…>>

Κατέβηκαν χαρούμενες την Αλεξάνδρας και σύντομα βρέθηκαν ανάμεσα σε κόσμο που πήγαινε στο Πολυτεχνείο, είτε σε μεγάλες ομάδες που κρατούσαν πανό και φώναζαν συνθήματα, είτε σε μικρότερες παρέες.

Τα κορίτσια ένιωθαν την καρδιά τους να πάλλεται στους ήχους των συνθημάτων και το κορμί τους να υψώνεται δυο πόντους από το καμάρι που ένιωθαν. Ακόμα και η Πόπη, που στην αρχή ήταν φοβισμένη και επιφυλακτική, αισθάνθηκε ενθουσιασμό και υπερδιέγερση. Η Έλλη ήταν καλύτερη από ποτέ. Δεν γκρίνιαξε για τίποτα, κοίταζε διαρκώς γύρω της με έκπληξη και έδειχνε να το απολαμβάνει.

Σπρώχνοντας κατάφεραν να φτάσουν έξω από το ΜΙΝΙΟΝ. Είχαν συμφωνήσει ότι αν ο μη γένοιτο χαθούν, εκεί θα ξανασυναντηθούν. Δεν μπορούσαν καν να υποψιαστούν ότι δυο μήνες αργότερα το πολυκατάστημα που για τόσα χρόνια στάθηκε σήμα κατατεθέν της αστικής και εμπορικής ανάπτυξης της μεταπολεμικής Αθήνας, θα καταστρεφόταν από εμπρησμό και ότι, παρά τις εργασίες αποκατάστασης, θα παρέμενε απλά ένα κουφάρι να θυμίζει τα περασμένα μεγαλεία για ολόκληρες δεκαετίες.

Έμειναν στο σημείο αυτό πολλή ώρα. Η πορεία είχε ήδη ξεκινήσει και από μπροστά τους πέρναγε πλήθος κόσμου με τις σημαίες του και τα πανό του. Τρέμαν από τον ενθουσιασμό και την αγωνία τους. Μόνες πρώτη φορά ανάμεσα σε ένα τόσο ζωντανό και διεκδικητικό πλήθος, δεν είναι αστείο πράγμα. Τους δημιουργούσε δέος, ναι αυτή η λέξη είναι η πιο κατάλληλη για να εκφράσει αυτό που ένιωθαν εκείνη τη στιγμή. Μέσα τους βαθιά καταλάβαιναν ότι ήταν αρκετά όσα είδαν, γεύτηκαν και έζησαν και ότι ήταν πια καιρός να πάρουν το δρόμο της επιστροφής. Όμως στέκονταν καθηλωμένες στο πεζοδρόμιο της Πατησίων χωρίς να μπορούν να κάνουν ούτε μπρος ούτε πίσω.

Ώσπου, το ανθρώπινο ποτάμι σταμάτησε να κυλά και από μακριά ακούστηκαν θόρυβοι σαν πυροβολισμοί και η ατμόσφαιρα γέμισε από κάτι πιπεράτο και όξινο, που έκαιγε τα ρουθούνια και έκανε τα μάτια να δακρύζουν, όχι από χαρά, λύπη ή συγκίνηση, αλλά έτσι, αυτόβουλα, χωρίς κανένα λόγο. Τρόμαξαν! Οι καρδιές τους άρχισαν να χτυπάνε γρήγορα και δυνατά. Παρά τη φασαρία η καθεμιά άκουγε τους χτύπους της καρδιάς της. Η Πόπη και η Ελένη έπιασαν την Έλλη μια από κάθε χέρι και η Άννα προχώρησε μπροστά σπρώχνοντας με λύσσα για να ανοίγει δρόμο. Τι είχαν πει οι γονείς τους; “Όχι από τα στενά. Ποτέ από τα στενά”. Το θυμόντουσαν πολύ καλά τα μεγαλύτερα κορίτσια.

Περπάτησαν λοιπόν βιαστικά στην Πατησίων επιστρέφοντας προς το Πολυτεχνείο. Τα πόδια τους έτρεμαν από την ένταση και τον φόβο, δεν μίλαγαν μεταξύ τους αλλά δεν έχανε και η μια την άλλη από τα μάτια της. Οι μακρινοί ήχοι όλο και πλήθαιναν. Σε ένα παράδρομο είδαν μια αύρα να περιμένει και σε ένα άλλο κρανοφόρους αστυνομικούς με ασπίδες και γκλομπ. Είχαν σχεδόν φτάσει στην ουρά της πορείας όπου η ένταση ήταν όμως μεγαλύτερη.

“Τέσσερα παιδάκια είμαστε, να δεις κανείς δεν θα μας ενοχλήσει”, σκέφτονταν για να πάρουν κουράγιο. Ευτυχώς που ήταν και η Έλλη μαζί τους που έδειχνε μικρή.

Ούτε που μπορούσαν να θυμηθούν πως βρέθηκαν να ανεβαίνουν την Αλεξάνδρας. Το βήμα τους είχε γίνει πολύ γρήγορο. Σχεδόν έτρεχαν. Οι δύο μεγαλύτερες δεν είχαν αφήσει τα χέρια της Έλλης ούτε στιγμή. Μέχρι που διαμαρτυρήθηκε η μικρή με ένα αβέβαιο “Άουτς με πονάτε. Μην σφίγγετε τόσο”. Αλλά τα λόγια της δεν εισακούστηκαν. Συνέχισαν την πορεία της επιστροφής κρατώντας η μια την άλλη σφιχτά.

~~{}~~

Επιτέλους, έφτασαν στο σπίτι. Είχαν ήδη συνεννοηθεί μεταξύ τους ότι στην Κατερίνα, τη μαμά της Ελένης, θα έλεγαν όλη την αλήθεια. Ήταν σπαθί η Κατερίνα, δεν θα τις μαρτυρούσε. Με αυτό τον τρόπο θα εξασφάλιζαν από την μια τη συμμαχία ενός μεγάλου, αυτού ειδικά που δεν ανεχόταν τα ψέματα, και από την άλλη την παντοτινή σιωπή της Έλλης η οποία, για άγνωστους λόγους, έτρεφε τεράστια εκτίμηση στην Κατερίνα και ένα είδος φόβου μαζί και ποτέ δεν θα τολμούσε να κάνει κάτι που θα την δυσαρεστούσε.

Ειπώθηκαν πολλά εκείνο το βράδυ. Η Κατερίνα, έκπληκτη με τις αποκαλύψεις και τρομοκρατημένη από τους κινδύνους στους οποίους είχαν εκθέσει εαυτούς τα κορίτσια ενώ ήταν υπό την εποπτεία της, τους έκανε ολόκληρο κήρυγμα για την ανευθυνότητα που είχαν επιδείξει. Ευτυχώς τα δίδυμα αδέλφια της Ελένης, παρερμηνεύοντας τα λίγα που άκουσαν, πέταξαν ένα σχόλιο που τους έκανε όλους να ξεκαρδιστούν στα γέλια και η κατάσταση εκτονώθηκε με μιας.

Μετά από καιρό, τα τέσσερα κορίτσια θα αντιλαμβάνονταν ότι αυτή η περιπέτεια τις επηρέασε βαθιά, επέδρασε καταλυτικά στη διαμόρφωση των χαρακτήρων τους και των μεταξύ τους  σχέσεων και άλλαξε τις ισορροπίες μέσα στις οικογένειες.

<<…>>

Τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης, αυτό που σήμερα λέμε καθιερωμένη πορεία προς την αμερικανική πρεσβεία γινόταν στις 16 Νοεμβρίου και όχι στις 17 όπως επικράτησε λίγα χρόνια μετά. Έτσι και το 1980. Μόνο που εκείνη τη χρονιά η πορεία δε θα έφτανε ποτέ μέχρι την Αμερικανική πρεσβεία.

Το 1980 καταγράφηκε ως η πιο αιματοβαμμένη πορεία του Πολυτεχνείου. Άφησε πίσω της δυο νεκρούς Κουμή και Κανελλοπούλου, πολλούς τραυματίες και άγρια καταστολή.

Επειδή τότε δεν υπήρχαν τόσα “ανεξάρτητα” κανάλια να τονίσουν τις ζημιές στα καταστήματα παραβλέποντας τους ανθρώπους, ανέλαβαν οι συμπολιτευόμενες εφημερίδες το ρόλο αυτό.

Λαός ενωμένος, ποτέ νικημένος!

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Το διήγημα έγραψε η DoG, στα πλαίσια του Συνεργείου Δημιουργικής Γραφής