Περί ερώτων

0
769

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι 1111112-1024x733.jpg

«Και δηλαδή ποιο ήταν το νόημα της ταινίας κατά την γνώμη σου;» είπε η Νεφέλη, τραβώντας το κασκόλ από τον λαιμό της, ενώ καθόταν στην καρέκλα. «Μόνο όμορφες εικόνες, κανένα σενάριο».

Ο λαιμός του παλτού της είχε γεμίσει κίτρινα χνουδάκια  από το κασκόλ που ο Γιάννης ήθελε να τα βγάλει, αλλά δεν τολμούσε να πλησιάσει το χέρι του τόσο κοντά της.

«Πρώτα να παραγγείλουμε, να ζεσταθούμε και μετά η ανάλυση για την ταινία» της είπε. «Κρασάκι λευκό ή κόκκινο;»

«Κόκκινο φυσικά. Είμαι κορίτσι του πάθους». Γέλια και από τους δυο.

«Γι’ αυτό δεν σου άρεσε η ταινία!»

«Όπως δεν μου αρέσουν και τα μέτρια πράγματα. Θέλω έρωτες μεγάλους, όχι καταστάσεις βαλτωμένες. Χάμφρι Μπόγκαρτ και Ίνγκριντ Μπέργκμαν στην Καζαμπλάνκα, Άλμπερ Καμύ και Μαρία Κασάρες».

Χαμογέλασε ο Γιάννης, του άρεσε αυτή η ορμή κι ο ενθουσιασμός που είχε, άλλωστε γι’ αυτό την είχε προσέξει όταν την γνώρισε, κι ας μην συμφωνούσε πάντα μαζί της. Τριγύρω το μπαρ γέμιζε, μέρες Χριστουγέννων κι έξω κρύο. Πότε σταμάτησαν να μου αρέσουν οι γιορτές των Χριστουγέννων, αναρωτήθηκε. Κάποτε τρελαινόμουνα για φωτάκια, στολισμούς και τζαζ μουσική.

«Είναι όλοι οι μεγάλοι έρωτες καταδικασμένοι; Ή είναι μεγάλοι επειδή είναι καταδικασμένοι; Και γιατί μας γοητεύει τόσο αυτό το απραγματοποίητο;»

Δεν μας γοητεύει το απραγματοποίητο, όλοι οι ερωτευμένοι μελαγχολούν όταν σκέφτονται τον έρωτά τους. Είναι σαν να θέλουν να επιστρέψουν σε ένα μέρος με όμορφες αναμνήσεις».

Σταμάτησε να πιει μια γουλιά κρασί, «στην υγειά μας» είπε και τον περίμενε να απαντήσει.

«Παθιαζόμαστε συχνά με τους μεγάλους καταδικασμένους έρωτες, τρελαινόμαστε να διαβάζουμε για αυτούς ή να τους βλέπουμε σε ταινίες. Θα θέλαμε όμως να τους ζήσουμε;» της απάντησε. «Θα μας άρεσε να ζούμε αυτόν τον πόνο; Διάβαζα τις προάλλες σε ένα βιβλίο για μια γυναίκα που ο εραστής της ήταν συνθέτης. Της είχε πάρει πολλά δώρα, ανάμεσα σε άλλα ακουαρέλες και κοσμήματα. Για τα γενέθλιά της, όμως, συνέθεσε ένα μουσικό κομμάτι μόνο για αυτήν. Όταν χωρίσανε έσκισε τις ζωγραφιές του και τις έριξε στην τουαλέτα και πέταξε τα κοσμήματα μέσα στην θάλασσα, όμως ό,τι και να έκανε δεν μπορούσε να σβήσει τον ήχο από την μελωδία στο κεφάλι της».

«Και δεν είναι αυτό όμορφο; Δεν δείχνει πως ο έρωτας σπάει όλους τους φραγμούς μας»;

«Και ποιον φραγμό, ποιο στερεότυπο έσπασε δηλαδή ο Καμύ, που δεν άφησε ποτέ την «κανονική» του γυναίκα, για να ζήσει μαζί με την ερωμένη του, παρόλο που πονούσε πραγματικά μακριά της»;

Η Νεφέλη τον κοίταξε με τα μεγάλα μάτια της χωρίς να μιλάει. Χαμογέλαγε. Τι να σκέφτεται, αναρωτήθηκε ο Γιάννης, πες της κάτι, πες της κάτι που θα της αρέσει, αλλά ταυτόχρονα θα είσαι εσύ.

«Εμένα μου αρέσουν κάποιοι άλλοι έρωτες, πιο αθόρυβοι, πορείες ζωής» διάλεξε προσεκτικά τα λόγια του.

«Δηλαδή;» Η Νεφέλη έσκυψε μπροστά, τα μαλλιά της ακουμπούσαν το τραπέζι και τα ποτήρια. Ο Γιάννης τα τράβηξε δειλά, τα απομάκρυνε από το ποτήρι και μάζεψε πάλι τα χέρια του βιαστικά. Τι μαλακά που ήταν τα μαλλιά της.

«Έχεις δει το ντοκιμαντέρ για την ζωή του φωτογράφου Sebastiao Salgado, «Το αλάτι της γης»; Αγαπώ πολύ την δουλειά του αλλά πιο πολύ κι από το έργο του, τις φωτογραφίες του μου έμεινε η σχέση του με την γυναίκα του, την Lelia. Μαζί από φοιτητές, στην πορεία σύντροφοι, συνεργάτες, συνοδοιπόροι. Η Lelia, όσο αυτός ταξίδευε, οργάνωνε όλες του τις εκθέσεις, προωθούσε το έργο του, τον ενθάρρυνε. Και ήταν στην ουσία αυτό το μαζί και η σχέση τους που έκανε όλη αυτή την φωτογραφική του πορεία του και την ανάδειξη του έργου του εφικτή».  Την κοίταξε στα μάτια. «Αυτοί οι έρωτες μου αρέσουν, όχι οι άπιαστοι».

Χαμογέλασε η Νεφέλη και τώρα πίσω από τα μαλλιά της λάμπανε τα φωτάκια του στολισμένου μπαρ. Λες φέτος να ήταν πραγματικά Χριστούγεννα, με ένα δωμάτιο φτιαγμένο από αναμνήσεις που τις θυμάσαι γλυκά μετά από χρόνια;

«Κι όμως οι άπιαστοι σου αρέσουν κι εσένα, γι’ αυτό και με ονόμασες Νεφέλη και τώρα μου μιλάς νοερά, πίνοντας μόνος σου το κρασί σου κι αύριο που θα με δεις αληθινά στο γραφείο, δεν θα τολμήσεις για άλλη μια φορά να μου ζητήσεις να βγούμε».

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Το διήγημα έγραψε η Αφροδίτη Αυγέρη, στο πλαίσιο του Συνεργείου Δημιουργικής Γραφής