Ψυχομηχανική Αναχρονικότητα

0
471

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι salvador_dali___persistence_of_memory_by_lutique-d6xapdv_1024x1024@2x-1024x1024.jpg

Σύμφωνα με την επιστήμη της Ψυχομηχανικής, ως “Ψυχομηχανική Αναχρονικότητα”, ορίζεται η τακτική και διαρκής μετάθεση της ώρας αφύπνισης που βασίζεται σε ψυχογενείς παράγοντες ενός μηχανικού ξυπνητηριού.

Το φαινόμενο καταγράφηκε για πρώτη φορά από τον Arthur K. Rollins (1896), αναπληρωτή καθηγητή Μηχανικής του πανεπιστημίου του Cambridge, όταν με την ερευνητική του ομάδα αποτελούμενη από φοιτητές του τμήματός του, μελέτησαν τη συμπεριφορά 400 ξυπνητηριών.

Αφορμή της πρωτοποριακής μελέτης που αποτέλεσε και τον προπομπό της επιστήμης της Ψυχομηχανικής, ήταν η μόνιμη καθυστέρηση ενός φοιτητή του, σε όλα τα πρωινά μαθήματα.

Ο φοιτητής του A. K. Rollins, επικαλούταν διαρκώς ως δικαιολογία για την καθυστέρησή του, τη μη ορθή λειτουργία του ξυπνητηριού του.

Η ομάδα του τμήματος Μηχανικής του Πανεπιστημίου του Cambridge, ακολουθώντας μία σειρά από εξετάσεις σε ξυπνητήρια τόσο επιτοίχια όσο και κομοδίνου στα οποία είχε δοθεί η εργασία να χτυπήσουν σε προκαθορισμένη ώρα, παρατήρησε πως 47 εξ αυτών, αποκλίνανε έστω και ελάχιστα από το χρόνο αφύπνισης.

Ο πληθυσμός των ξυπνητηριών αυτών απομονώθηκε και εξετάστηκε αρχικά ως προς τη μηχανική αρτιότητά τους.

Σκοπός να αποκλειστούν τυχόν σφάλματα τα οποία αφορούσαν σε κακή λειτουργία.

Προς έκπληξη του καθηγητή Rollins και της ομάδας του, βρέθηκε ότι σε ποσοστό μόλις 57,45%, τα ρολόγια – ξυπνητήρια, λειτουργούσαν άψογα και πιο συγκεκριμένα, αναφορικά με τη λειτουργία τους, τους αποδόθηκε ο όρος “αψεγάδιαστη λειτουργικότητα1” (A. K. Rollins, 1987 – A study on the Dysfunctional Behaviour of Mechanical Alarm Clocks).

Η συμπεριφορά των ρολογιών – ξυπνητηριών που δε μπορούσε να αποδοθεί σε μηχανικά αίτια, ορίστηκε ως “δυσλειτουργική” (Dysfunctional Behaviour – A. K. Rollins, 1987).

Τα ρολόγια τα οποία αφορούσαν στο 5,5% του αρχικού πληθυσμού, απομονώθηκαν περαιτέρω για τη διερεύνηση των αιτιών της δυσλειτουργικότητάς τους.

Για να είναι δυνατή η αμερόληπτη εξαγωγή συμπερασμάτων, τα ξυπνητήρια αυτά χωρίστηκαν σε 2 ισομερείς ομάδες. Τις ομάδες Α και Β.

Κάθε ομάδα έφερε έναν πληθυσμό 11 δυσλειτουργικών ξυπνητηριών. Και οι δύο ομάδες εξετάστηκαν υπό ένα διάστημα τριών μηνών.

Η ομάδα Α εξετάστηκε μονίμως υπό τους ίδιους ιδιοκτήτες και στις ίδιες συνθήκες περιβάλλοντος, ενώ η ομάδα Β μελετήθηκε, διαρκώς υπό διαφορετικούς ιδιοκτήτες και σε διαφορετικές συνθήκες περιβάλλοντος.

Πιο συγκεκριμένα, μελετήθηκε η Στατιστική Υπόθεση H0 ότι η “δυσλειτουργική συμπεριφορά” των ξυπνητηριών τόσο της ομάδας Α όσο και της ομάδας Β, μπορούσε να αποδοθεί σε εξωγενείς παράγοντες, με βαθμό σημαντικότητας α=5%, έναντι της Στατιστικής Υποθέσεως H1 ότι η “δυσλειτουργική συμπεριφορά” αποδιδόταν σε ενδογενείς παράγοντες.

Τα ευρήματα ήταν άκρως αποκαλυπτικά, καθώς η ερευνητικη ομάδα διαπίστωσε ότι υπήρχε ένας παράγοντας Χ ο οποίος καθόριζε την εμφάνιση της δυσλειτουργικής συμπεριφοράς στα μηχανικά ξυπνητήρια και ο οποίος ήταν ανεξάρτητος εξωτερικών συνθηκών.

Το 1899, μία ερευνητική ομάδα του νεο-ιδρυθέντος πανεπιστημίου του Stanford, υπό την καθοδήγηση των Markus Merk, καθηγητή του τμήματος μηχανικής και Olivia Edgeworth, καθηγήτριας του τμήματος Ψυχολογίας, επεκτείνουν την έρευνα του καθηγητή A.K. Rollins.

Εφαρμόζουν τη μελέτη σε βάθος 1 έτους και σε ένα δείγμα 1000 ξυπνητηριών προερχόμενα όλα από διαφορετικούς κατασκευαστές ανά τον κόσμο.

Παρατηρούν ότι το 5,3% των ξυπνητηριών τα οποία ελέγχθησαν εμφάνιζε ακριβώς τα ίδια συμπτώματα “δυσλειτουργικής συμπεριφοράς”.

Η καθηγήτρια O. Edgeworth, εν συνεχεία απομονώνει τον πληθυσμό των δυσλειτουργικών ξυπνητηριών.

Θεωρεί ότι υπάρχει ένας “Ψυχομηχανικός Παράγων X(Ο. Edgeworth, 1900 – The Psychomechanical Factor X) που αποτελεί την αιτία εμφάνισης των συμπτωμάτων αυτών.

Το 1901, η καθηγήτρια O. Edgeworth και η ερευνητική της ομάδα, παρατηρούν ότι τα συμπτώματα προσομοιάζουν με την αναβλητική συμπεριφορά που απαντάται στους ανθρώπους. Αποκαλούν την γενεσιουργό αιτία “Ψυχομηχανική Αναχρονικότητα2” και εντοπίζουν τα βαθύτερα αίτια στη διαδικασία κατασκευής των ξυπνητηριών αυτών.

Πιο συγκεκριμένα, παρατηρούν ότι τα ξυπνητήρια τα οποία είχαν εκτεθεί σε συνθήκες υψηλά αρνητικής συναισθηματικής φόρτισης κατά τη διαδικασία συναρμολόγησής τους, εμφάνιζαν μία τάση αποστροφής της πιθανότητας αποτυχίας.

Αποτέλεσμα, όταν καλούνταν να ειδοποιήσουν τους ιδιοκτήτες τους σε σημαντικά γεγονότα κατά τα οποία υπήρχε η πιθανότητα αποτυχίας των (π.χ. εξετάσεις πανεπιστημίου, συνεντεύξεις εργασίας κ.α.), τα ξυπνητήρια ανέβαλαν τη λειτουργία τους.

Το 1957, ο καθηγητής Ψυχομηχανικής Του Πανεπιστημίου του Oslo, Arnfinn Sandvold, παρατηρεί την ίδια συμπεριφορά στα πρώτα ηλεκτρονικά ξυπνητήρια. Εντούτοις, σημειώνει ότι το ποσοστό εμφάνισης της “Ψυχομηχανικής Αναχρονικότητας” ή “Αναχρονικότητα” που καλεί ο ίδιος (καθότι τα ηλεκτρονικά ξυπνητήρια πλέον δε διαθέτουν μηχανικά μέρη), έχει μειωθεί σε ποσοστό 1,7% (A. Sandvold, 1957 – Psychomechanical Anachronicity in Electronic Alarm Clocks).

Ο ίδιος εντοπίζει ως βασική αιτία την εκβιομηχάνιση της διαδικασίας παραγωγής.

Σε πρόσφατη μελέτη (J. Karatheodoropoulos, P. Sideris et al, 2003 – Anachronicity in the Smart Alarm Clocks) που εφαρμόστηκε σε ένα δείγμα 300 smart phones, βρέθηκε ότι το ποσοστό εμφάνισης της “Αναχρονικότητας” είχε εκτοξευθεί στο 43,77%.

1Flawless operatingόπως απαντάται ο όρος στη διεθνή βιβλιογραφία

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Το κείμενο έγραψε ο Γιώργος Καράκης, στο πλαίσιο του Συνεργείου Δημιουργικής Γραφής

2Psychomechanic Anachronicity όπως απαντάται ο όρος στη διεθνή βιβλιογραφία

Στην ίδια έρευνα, εντοπίζεται ως γενεσιουργός αιτία η επίδραση του ψηφιακού περιβάλλοντος και δη η πρόσβαση των έξυπνων συσκευών στα κοινωνικά δίκτυα. Γεγονός που συνδέεται με την καλλιέργεια μίας κουλτούρας αδράνειας τόσο των ξυπνητηριών όσο και των ιδιοκτητών τους.