Όνειρα γλυκά

0
305

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι oneira.jpg

Έκπληξηηη!

Ένα μάτσο φωνές κάθε είδους χροιάς, απογειώθηκαν μέσα σε μία στιγμή, καθώς η πόρτα του ασανσέρ άνοιγε.

Να ζήσεις Βάλερι και χρόνια πολλά…

Μία εντυπωσιακή γυναίκα με πλούσιο μπούστο, μαύρα μαλλιά, μία θελκτική ελιά στο αριστερό μάγουλο, μαύρο ταγέρ και λευκό πουκάμισο, ξεπρόβαλε δυναμικά από το ασανσέρ. Απέναντί της ένα τσούρμο ανθρωπάκια. Τους γνώριζε όλους. Τη Μπρέντα, το Στηβ, τη Ντόνα, τον Ντέιβιντ, την Κέλλυ, την Άντρια και μερικούς ακόμη που είτε βαριόταν να ανακαλέσει τα ονόματά τους, ή δεν τα θυμόταν καν.

Το τραγούδι των γενεθλίων, ηχούσε στο μυαλό της ως βασανιστήριο. Σαν μία κακοσυντονισμένη και φάλτσα ορχήστρα, που επιχειρούσε χωρίς μαέστρο. Χωρίς ψυχή. Δεν προσπάθησε να κρύψει ότι δεν το ευχαριστιόταν. Εξάλλου την ήξεραν καλά. Περίμενε όμως υπομονετικά να τελειώσουν το τραγούδι και μετά προσφέρθηκε ακόμη και να σβήσει τα κεράκια της αδιάφορης τούρτας που της είχαν ετοιμάσει.

Πήγαινε στοίχημα ότι κάποιοι από αυτούς, πολύ ευχαρίστως θα της την έτριβαν στα μούτρα.

“Χμ… Θα ήταν ευχάριστη αλλαγή για μερικούς.”, σκέφτηκε και έσκασε ένα μειδίαμα. “Ίσως έτσι και κάποιοι να αποδείκνυαν ότι είχαν αρχίδια!”, συνέχισε τη σκέψη της και αυτό έδωσε ακόμη μεγαλύτερη τροφή στο λειψό χαμόγελό της.

Η Ντόνα, η αιώνια αφελής της ομάδας πωλήσεων της SalesCorp, παρεξήγησε πλήρως τις προθέσεις της διευθύντριάς της. Φρόντισε όχι μόνο να της ανταποδώσει το χαμόγελο με ένα δικό της ζεστό και εγκάρδιο, αλλά και να γύρει το χαριτωμένο κεφαλάκι της προς τα αριστερά, ως ένδειξη συμπάθειας.

Η Βαλ, συνέχιζε να τους κοιτάζει, καθώς εκείνοι απολάμβαναν τα 2 λεπτά ελευθερίας που είχαν, για να της σπάσουν τα νεύρα.

…να μία σοφόοοος…

Ήξερε πως έπρεπε να κάνει λίγη ακόμη υπομονή. Πλησίασε τον Στηβ που κρατούσε την τούρτα. Μάλλον αυτός θα το είχε σκαρώσει. Ποιος άλλος; Τους κοίταξε με περιφρόνηση μία τελευταία φορά, καθώς ετοιμαζόταν να σβήσει τα κεράκια της. Τουλάχιστον αυτό το είχαν πετύχει. Δεν είχαν κρύψει ούτε χρόνο. 39!

Έκλεισε για λίγο τα μάτια της, προσποιούμενη ότι έκανε κάποια ευχή: Πόσο λαχταρούσε έστω και για λίγο όλοι αυτοί οι κρετίνοι να βίωναν ότι βίωνε κάθε μέρα. Κάθε βράδυ!

Με μία ξέπνοη προσπάθεια, έσβησε τα κεράκια της. Κράτησε το σώμα της σφιχτό και απόμακρο, ώστε να μην κάνει κανείς κάποιο λάθος και την πλησιάσει πολύ και ιδίως η Κέλυ. Της ευχήθηκαν όλοι.

Μέχρι και ένας κοντούλης τύπος με κίτρινο αδιάβροχο που ουδέποτε είχε ξαναδεί.
“Ευκή σας, ευκή μου” της είπε σε μία μίξη από κινέζικα και αμερικάνικα, κάνοντας ταυτόχρονα μία ελαφρά υπόκλιση προς το μέρος της.

“Ποιος είσαι εσύ και τι θες εδώ;” είπε με στόμφο, σηκώνοντας παράλληλα το δεξί φρύδι της. “Ποιος σε άφησε να μπεις;”.

Η Βαλ δεν απότυχε να εντοπίσει το χέρι του μικροσκοπικού τύπου, αγενώς προτεταμένο. Τον άρπαξε από τον καρπό και άρχισε να τον τραβολογά προς τα ασανσέρ.

“Ηκοσι ντολαρια τουρτα”, είπε σε μέτρια αμερικανοκορεάτικα ή τέλος πάντων κινέζικα ή ότι ήταν αυτή η μητρική του γλώσσα.

Κοκάλωσε στη θέση της, σαν να της είχαν ρίξει με λέιζερ που εκτόξευε παγοακτίνες. Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα, αστράπτοντας με μία απίστευτη ενέργεια. Μέσα ήταν μονίμως ελαφρά κοκκινισμένα. Λες και ερχόταν πάντα φτιαγμένη στο γραφείο.

“Ω ναι! Τελικά έχει αρχίδια όπως το σκαρφίστηκε! είπε και γέλασε γοερά καθώς έριχνε το κεφάλι της πίσω.

Έβγαλε ένα 50άρικο και του το κόλλησε με δύναμη στη μικροσκοπική παλάμη του. 

“Δικά σου, παίδαρε!” του είπε περιπαικτικά και ύστερα τον έστρεψε πάλι προς την αρχική κατεύθυνση και με ένα δυνατό χτύπημα στην πλάτη, τον ξαπόστειλε να περιμένει το ασανσέρ να τον πάρει και να τον πάει από εκεί που είχε έρθει.

Γύρισε να πάει προς το γραφείο της.

Από την άκρη του διαδρόμου, ξεπρόβαλε ο Μπράντον, ο διευθυντής του τμήματος marketing της SalesCorp, με τα χέρια ανοικτά σε θέση W, λες και ετοιμαζόταν να χορέψει YMCA.

Έπρεπε να τον αποφύγει πάση θυσία. Ίσως και να τον γούσταρε πραγματικά, ακόμη και αν είχαν συμβεί μια, δυο, τρεις “ασήμαντες” αρπαχτές, μεταξύ τους. Ύψωσε τον αντίχειρά της στο ύψος του πλούσιου στήθους της. Τα κουμπιά του λευκού πουκαμίσου της, κρατούσαν σθεναρή αντίσταση.

Άνοιξε και πάλι τα μάτια της διάπλατα. Με μία ρευστή κίνηση, έφερε τον δεξιό αντίχειρά της στα χείλη της. Ήταν μαιτρ στην ηθοποιία. Ο καθένας θα πίστευε ότι είτε είχε ξεχάσει κάτι ή είχε θυμηθεί κάτι επείγον. Έκανε μία απότομη στροφή και άρχισε να κινείται με ταχύτητα προς τον ανελκυστήρα.

~~{}~~

Πρόλαβε τις πόρτες του ασανσέρ, μία στιγμή πριν κλείσουν με κατεύθυνση το ισόγειο. Πάτησε το “-2”. Εκεί στάθμευαν τα αυτοκίνητά τους όλα τα στελέχη.

Είχε δρόμο η κατάβαση από τον 17ο όροφο. Άσε που κάθε λίγο και λιγάκι σταματούσε για να επιβιβαστεί κάποιος όπου και αυτός κατευθυνόταν προς τα κάτω. Τουλάχιστον στο ισόγειο έφυγαν όλοι όσοι είχαν επιβιβαστεί από τις ενδιάμεσες στάσεις και πλέον μπορούσε να απολαύσει λίγες στιγμές μοναξιάς.

Πάτησε τον διακόπτη του αυτοκινήτου της που άνοιγε την ηλιοροφή και παράλληλα απενεργοποιούσε το συναγερμό. Άνοιξε την πόρτα της θέσης του συνοδηγού, κάθισε αναπαυτικά στο δερμάτινο κάθισμά, έβγαλε από την τσάντα της ένα τσιγάρο και το άναψε. 

Είπε να το απολαύσει ακόμη περισσότερο και άπλωσε τα πόδια της πάνω στην ανοικτή πόρτα του αυτοκινήτου της. Απόλαυσε κάθε τζούρα ακριβώς όπως ο φυλακισμένος που πρέπει να επιστρέψει στο κελί του.

Μόλις το τελείωσε, είπε να γυρίσει πάνω, αλλά μετά πάλι το ξανασκέφτηκε. “Δε γαμιεται!” ψέλλισε. Με ένα σύντομο μήνυμα στον υπεύθυνο του HR της εταιρείας, πήρε ρεπό για το υπόλοιπο της ημέρας. Το δικαιούταν εξάλλου λόγω των γενεθλίων της.

Φόρεσε τα μαύρα γυαλιά της και άφησε τον αέρα να χαϊδεύει με πάθος και ένταση τα μαλλιά της καθώς οδηγούσε στο όριο ταχύτητας, μέσα στους δρόμους του Σαν Φρανσίσκο. 

~

Γύρισε στο διαμέρισμά της αργά το απόγευμα, όταν ο ήλιος έριχνε τις τελευταίες κλεφτές ματιές του πάνω από τον ορίζοντα. Έριξε την τσάντα της πάνω στο πάτωμα, πήρε ένα κλειστό μπουκάλι ουίσκι από το ντουλάπι και βούτηξε με τα παπούτσια πάνω στο κρεβάτι της. Το σχέδιό της ήταν ξεκάθαρο. Θα άφηνε τον “θείο” Johnnie να την νανουρίσει.

Τεντώθηκε λίγο για να φτάσει την καβάτζα από πακέτα τσιγάρα που έκρυβε στο αριστερό κομοδίνο της. Τώρα όλα ήταν έτοιμα για το πάρτι των τριακοστών-ενάτων γενεθλίων της. 

Ύψωσε το μπουκάλι ψηλά σαν σε πρόποση, ευχήθηκε στον εαυτό της χρόνια πολλά και επιτυχημένα και τράβηξε δύο δυνατές τζούρες. Έπειτα άναψε ένα Marlboro και έμεινε να ατενίζει το ταβάνι.

Στον τοίχο, ένα παλιό εκκρεμές ρολόι, σκέτη παραφωνία ανάμεσα στη μίνιμαλ διακόσμηση, το δέρμα, τη μαύρη λάκα και το λευκό μάρμαρο που κυριαρχούσαν στο διαμέρισμά της, φρόντιζε να της υπενθυμίζει κάθε λίγο και λιγάκι την ώρα που περνούσε.

“Ντιιν!”… (οκτώ). “Ντιιν!”… (εννιά).

Πώς της έσπαγε τα νεύρα κάθε βράδυ. Κάθε εξήντα λεπτά. Ίσαμε το ξημέρωμα. “Ντιιιιιν!”  Δεν το πετούσε όμως το παλιόπραμα. Ήταν ότι είχε απομείνει από την παιδική της ηλικία. Το ιδανικό ενθύμιο να της θυμίζει να μην ξεχνά και ο πιο τρομακτικός σκελετός στην ντουλάπα της. Ένα αντικείμενο που δε θα έβλεπε ποτέ κανείς άλλος. Έτσι, το χαραγμένο με σουγιά στην πλάτη του ρολογιού ανδρικό όνομα, δεν κινδύνευε ποτέ να βρεθεί. Ή τουλάχιστον για όσο ήταν αυτή εν ζωή.

“Ντιιιν!”… (δέκα). “Ντιιιιν!”… (έντεκα). “Ντιιιιν!”… (δώδεκα). “Ντιν!” Ποιος ήξερε τι ώρα είχε πάει. Ο γερο-Johnnie πρέπει να είχε τελειώσει τουλάχιστον ένα “Ντιν” πίσω. Πέρα στον ανατολικό ορίζοντα, ο ήλιος είχε αρχίσει να ρίχνει πάλι κλεφτές ματιές.

Ούτε απόψε δεν τα είχε καταφέρει. Πόσα δεν είχε δοκιμάσει κατά καιρούς. Βαλεριάνες, χάπια, διαλογισμό… Εντάξει με το διαλογισμό δεν τα πήγαινε καθόλου καλά.

“Ένα ακόμη βράδυ”, είπε, απόλυτα συμβιβασμένη με την κατάστασή της.

Έκλεισε τα μάτια της για λίγο και έκανε εικόνα ένα φανταστικό γκρι τοίχο. Σημείωνε πάνω του μία χαραγματιά για κάθε βράδυ που δεν την έπαιρνε ο ύπνος. Έμοιαζαν πλέον με άπειρες. Νοητά, σκάλισε ακόμη μία.

~~

Ψαχούλεψε πάνω στο πουπουλένιο πάπλωμά της, ένα πακέτο από τσιγάρα που δεν είχε αδειάσει και το έπιασε σφικτά με το δεξί της χέρι. Άνοιξε και πάλι τα μάτια της. Πέταξε με βία τα πόδια της στον αέρα και με μία ώθηση από την πλάτη της, προσγειώθηκε στο πάτωμα σαν πολύπειρη μπαλαρίνα.

Πήρε τη σατέν, μαύρη ρόμπα της που είχε πετάξει από την προηγούμενη πάνω στο δερμάτινο υποπόδιο και την έριξε πάνω της. Έκανε 2 βήματα μέχρι τη μπαλκονόπορτα και παραμέρισε με το δεξί της χέρι την παχιά, σκούρα κουρτίνα που μπλόκαρε τη θέα προς την 44η Λεωφόρο.

Της τράβηξε την προσοχή το αναμμένο φως από πολλά διαμερίσματα των απέναντι πολυκατοικιών. Ρουθούνισε, ως μία ένδειξη, χλευασμού. “Μάλλον απόψε, δεν ήμουν η μόνη”, αναλογίστηκε και χαμογέλασε ειρωνικά.

Εστίασε στο είδωλό της στο τζάμι. Έφτιαξε λίγο τα μαλλιά της και τύλιξε καλύτερα τη ρόμπα της, γύρω από το σώμα της με τις πλούσιες καμπύλες.

Άνοιξε τη μπαλκονόπορτα και βγήκε στον πρωινό δροσερό αέρα. Στο βάθος στα αριστερά της, απλωνόταν το πάρκο Γκόλντεν Γκέιτ. Πόσο απολάμβανε τη θέα του μέσα στη νύχτα και το παιχνίδι ανάμεσα στα φώτα των δρόμων και τα δένδρα.  

Την προσοχή της τράβηξε μία σιλουέτα έναν όροφο πιο χαμηλά και στα αριστερά της. Και μετά δύο άλλες λίγο πιο ψηλά. Σύντομα παρατήρησε και άλλες στο βάθος και προς τις 2 κατευθύνσεις, αλλά και απέναντι. Σε άλλα διαμερίσματα, αναβόσβηναν λογής φώτα. Πιθανώς από τηλεοράσεις που ακόμη έπαιζαν.

Το θέαμα της έκανε προς στιγμή εντύπωση. Προσπάθησε να ανασκαλέψει αν υπήρχε κάποια επικείμενη αργία. Μετά γύρισε μέσα και έπιασε το κινητό της. Έδειχνε 22% μπαταρία. Έπρεπε να το φορτίσει. Ανέτρεξε γρήγορα στη ροή ειδήσεων, για να τσεκάρει μήπως είχε γίνει κάποιο περιστατικό το οποίο είχε κινητοποιήσει τον κόσμο. Μόνο αδιάφορες επαγγελματικές ειδήσεις. Δε θα έδινε περαιτέρω σημασία.

Σκέφτηκε να πάει για τρέξιμο. “Και γιατί όχι”, είπε ανασηκώνοντας τους ώμους της.

Έκανε ένα ντουζ, φόρεσε μία ολόσωμη, βελουτέ, μωβ φόρμα γυμναστικής όπου κούμπωνε μέχρι ψηλά το λαιμό με φερμουάρ, έβαλε στα αυτιά της τα ακουστικά από το ipod και εκείνο στην αριστερή τσέπη, αφού πρώτα πάτησε το play.

Το σόλο της κιθάρας του Άνγκους Γιάνγκ, απογείωσε στη στιγμή τη διάθεσή της. Άρχισε να κουνάει το κεφάλι της πάνω κάτω, λες και συμμετείχε σε μέταλ συναυλία. Στο πρώτο “Thunder”, τα χείλη της ακολούθησαν ασυναίσθητα!

Έριξε την κουκούλα της φόρμας στο κεφάλι της, έχωσε στην δεξιά τσέπη της το κλειδί του διαμερίσματός της και έριξε μία τελευταία ματιά στον καθρέπτη στο χολ.

39, baby!”, είπε με νάζι κλείνοντας το μάτι της πονηρά, στον εαυτό της.

~~

Στο δρόμο, υπήρχε αρκετή κινητικότητα. Διέγραψε μία απόσταση περιμετρικά τριών τετραγώνων και προς την κατεύθυνση του πάρκου σε χαλαρό ρυθμό και επέστρεψε. Τα πνευμόνια της δεν υποστήριζαν πολύ πιο έντονη άσκηση.

Είχε πλέον ξημερώσει Παρασκευή. Η χειρότερη μέρα της εβδομάδας. Πως θα περνούσε το Σαββατοκύριακο χωρίς γραφείο. Χωρίς να έχει κάποιον να βασανίσει; Τουλάχιστον, είχε όλη την Παρασκευή μπροστά της.

Ακολούθησε την καθιερωμένη ιεροτελεστία προετοιμασίας για το γραφείο.

Μπαίνοντας στο μαύρο κάμπριό της, δεν ξέχασε να ανάψει ένα ακόμη τσιγάρο. Επί της λεωφόρου Λίνκολν και καθ’ όλη τη διαδρομή προς το γραφείο, ένας περίεργος εκνευρισμός πλανιόταν στον αέρα. Συχνές κόρνες και εκνευρισμένες φωνές, σχεδόν σε κάθε τετράγωνο.

Έφτασε στην ώρα της στην εταιρεία και πάρκαρε ως συνήθως στο μείον δύο.

Πήρε το ασανσέρ για τον 16ο. Ήταν ώρα για εκδίκηση, μιας και δεν της άρεσαν οι εκπλήξεις και ένα παραπάνω, τα πάρτι.

Ανέβηκε από την εσωτερική σκάλα στο 17ο όροφο. Η Σου, η καινούρια από τη γραμματεία πάγωσε καθώς την είδε έξαφνα μπροστά της να προβάλει από την πόρτα κινδύνου. Ότι χαρτιά και φακέλους κρατούσε η νεαρή κοπέλα, σκόρπισαν παντού στο πάτωμα γύρω της.

Η Βαλ την κοίταξε με περιφρόνηση. Δεν της έφταιγε η μικρή. Απ’ όσο θυμόταν, δεν ήταν ανάμεσα στην ομάδα ταραξιών της προηγούμενης μέρας. Αλλά έπρεπε να ξέρει τη θέση της. Ούτε καν μία καλημέρα δε μοιράστηκε μαζί της.

Φτάνοντας στο δωμάτιο όπου χρησιμοποιούσαν οι εργαζόμενοι για διάλειμμα, άκουσε τις ψιθυριστές μιλιές από 2 άτομα. Κοντοστάθηκε για να ακούσει καλύτερα. Εύκολα κατάλαβε ποιοι ήταν.

“Τι ήταν πάλι το χθεσινό…”, είπε ψιθυριστά και με ανάλαφρη διάθεση η Άντρια στο Ντύλαν.  !Να γίνεται πιο συχνά!”

“Την έχω συνηθίσει πλέον.”, της απάντησε σε σχεδόν αδιάφορο τόνο. “Αλλά αυτός ο πονοκέφαλος με έχει τρελάνει. Δεν έκλεισα μάτι όλη νύκτα.”

“Ούτε εγώ!” του ανταπάντησε η Άντρια και το ίδιο μου έλεγε η Μπρέντα στο αυτοκίνητο.

“Ο Στηβ με πήρε πρωί πρωί και μου είπε ότι θα δηλώσει ασθένεια.”, της αντιγύρισε ο Ντύλαν. “Μία από τα ίδια και αυτός. Να δεις ότι φταίει εκείνη η τούρτα. Στοίχημα ότι είναι μία κακοήθης φάρσα της στρίγκλας!”

Η Βαλ επεξεργάστηκε για μία στιγμή όσα είχε ακούσει. Κάτι της φαινόταν περίεργο, αλλά δε μπορούσε να καταλάβει τι. Έκανε ένα αποφασιστικό βήμα μπροστά και εμφανίστηκε έξαφνα στην είσοδο της αίθουσας διαλειμμάτων. Η Άντρια αντέδρασε με ένα παράφωνο καλημέρα σε στρατιωτική προσοχή, ενώ ο Ντύλαν, απλά έγνεψε το κεφάλι του. Τους κοίταξε για λίγο διερευνητικά και μετά συνέχισε για το γραφείο της.

Μπήκε μέσα και έκλεισε πίσω της με δύναμη την πόρτα. Στον υπολογιστή της περίμεναν ένα κάρο επαγγελματικά email και άλλα τόσο μηνύματα ευχών στο LinkedIn. Δεν ασχολούνταν με άλλα κοινωνικά δίκτυα.

Παρά τη δουλειά που είχε συσσωρευτεί, προσπαθούσε να συνδέσει στο μυαλό της όσα είχε ακούσει λίγο πριν.

Επανέφερε στο μυαλό της κατά λέξη την κουβέντα του Ντύλαν: “Να δεις ότι φταίει εκείνη η τούρτα. Στοίχημα ότι είναι μία κακοήθης φάρσα της στρίγκλας!”

Δεν την ένοιαζε η προσφώνηση. Ναι ήταν και της άρεσε! Αλλά γιατί να έφταιγε η τούρτα και γιατί να θεωρούσαν ότι ήταν μία φάρσα που είχε σκαρώσει η ίδια;

Ανακάλεσε στο μυαλό της τον κοντούλη κιτρινιάρη. Την κίνησή του να ζητήσει χρήματα για την τούρτα. “Περίεργο!”, είπε δυνατά εξωτερικεύοντας τις σκέψεις της.

Αναζήτησε στο κινητό την επαφή του Στηβ. Πλέον είχε 18% μπαταρία. Τον κάλεσε.

Στην άλλη γραμμή ακούστηκε η γνώριμη φωνή με μέτριες ικανότητες ηθοποιίας να προσποιείται τον βαριά άρρωστο.

“Βάλερι, καλημέρα. Δε θα μπορέσω να…”

“Ξέρω, ξέρω!”, τον διέκοψε με αυταρχισμό. “Την τούρτα. Ποιος παρήγγειλε την τούρτα!”

“Ποιααα;” Ανταπάντησε όλος απορία ο Στηβ.

“Τη χθεσινή τούρτα για τα γενέθλιά μου. Ποιος την παράγγειλε;”, συνέχισε στο ίδιο ύφος η Βαλ.

“Εσύ;” απάντησε με το ίδιο απορημένο μήκος κύματος ο Στηβ, χωρίς την παραμικρή υπόνοια ότι κάτι έκρυβε.

Ως απάντηση έλαβε τον επαναλαμβανόμενο ήχο της κλήσης που είχε ολοκληρωθεί.

Στην τηλεφωνική κονσόλα του γραφείου της πάτησε την ταχεία κλήση που τη συνέδεε με την υποδοχή στην είσοδο του κτιρίου.

“Ονομάζομαι Νατ Μπουσίτσιο, καλημέρα σας, κα Μαλόουν πως θα μπορούσα να σας βοηθήσω;”

“Νατ καλημέρα! Ποιος ήταν υπηρεσία εχθές το πρωί μεταξύ 08:30 και 09:30 στην ασφάλεια εισόδου;”, τον ρώτησε στο μόνιμα δικτατορικό της στυλ της.

“Εγώ κα Μαλόουν; Συνέβη κάτι;” Ο γερο-Νατ έδειξε αρκετά ανήσυχος.

“Θες να μου πεις ότι εσύ άφησες έναν κοντό ασιάτη με κίτρινο αδιάβροχο να ανέβει πάνω;”

Η αυτοκυριαρχία του Νατ επανήλθε. “Σε καμία περίπτωση κα Μαλόουν. Κανένα τέτοιο άτομο δεν πέρασε εχθές καν την είσοδο της εταιρείας. Είμαι απόλυτα βέβαιος.” της αποκρίθηκε με σιγουριά.

“Ποιοι ήταν βάρδια στην έξοδο κινδύνου εκείνη την ώρα;”, ρώτησε τον μεσήλικα φύλακα κοφτά.

“Έχει συμβεί κάτι;”, έκανε να ξαναρωτήσει ο καημένος ο Νατ. Είχε περισσότερα χρόνια στην εταιρεία από τη διευθύντρια του 17ου ορόφου και δεν τον έσκιαζε σχεδόν τίποτα. Ήταν πάντα τυπικότατος στα καθήκοντά του και όλοι τον αγαπούσαν.

“Ποιοι;” του φώναξε νευριασμένα στο τηλέφωνο και η φωνή της αντήχησε έξω από το γραφείο της.

“Θα μάθω, ενώ θα ελέγξω και τις κάμερες στο διάστημα που ζητήσατε και σε 15 λεπτά θα σας έχω ενημερώσει.”  της απάντησε με απάθεια.

“Σε 5!”, του ανταπάντησε εκείνη με όλη την αυταρχικότητα που την διακατείχε. Ήξερε ότι ακόμη και τα 15 λεπτά δεν ήταν πολλά και ειδικά για να ελέγξει κάποιος εξονυχιστικά τις κάμερες, αλλά έπρεπε να έχει πάντα τον τελευταίο λόγο.

Κλείνοντας, κάλεσε απευθείας στη γραμματεία του ορόφου.

“Σσου, παρακ…” ακούστηκε σχεδόν τρομαγμένη η φωνή της νεότερης του τμήματος, όταν την διέκοψε η Βαλ.

“Κάλεσέ μου άμεσα το τμήμα διαχείρισης των απορριμάτων και μάθε αν τα χθεσινά σκουπίδια έχουν συλλεγεί ή βρίσκονται ακόμη στο χώρο συλλογής”.

“Μάλιστ…”, η κλήση είχε ολοκληρωθεί, πριν προλάβει η μικρή και πάλι να ολοκληρώσει τη φράση της.

Σε λιγότερο από 2 λεπτά, είχε την απάντησή της. Τα σκουπίδια δεν είχαν συλλεγεί ακόμη. Τις Παρασκευές συλλέγονταν αργά το απόγευμα, καθότι τα Σαββατοκύριακα δεν υπήρχε αποκομιδή.

~~{}~~

Η Βαλ δεν έμεινε στιγμή να περιμένει την ενημέρωση από τον κο Νατ. Πετάχτηκε τόσο άτσαλα έξω από το γραφείο της, που σχεδόν έριξε κάτω τον Σκοτ. Το μαθητευόμενο από το τμήμα αλληλογραφίας. Ίσαμε που πρόλαβε να πει ο μικρός μία συγγνώμη πριν η Βαλ στρίψει με ταχύτητα στο διάδρομο που οδηγούσε προς το ασανσέρ. Αν και δεν ήταν δική του η υπαιτιότητα.

Πάτησε το -1 επανειλημμένα, λες και αυτό θα επιτάχυνε την κατάβαση του ανελκυστήρα.

Ξεφυσούσε λες και την κυνηγούσαν. Μετά από μερικές ενδιάμεσες στάσεις, έφτασε στον προορισμό της. Η πόρτα άνοιξε και η Βαλ ξεχύθηκε από μέσα σαν σίφουνας. Έκανε τον κύκλο γύρω από το ασανσέρ τρέχοντας. Όσο δηλαδή της επέτρεπαν οι χαμηλές, μαύρες γόβες της. Κινήθηκε με την ίδια ταχύτητα προς την πίσω πλευρά του πάρκινγκ όπου βρισκόταν το τμήμα περισυλλογής των απορριμμάτων όλου του κτιρίου.

Στην είσοδό του, υπήρχε μία τεράστια ράμπα απ’ όπου φορτώνονταν τα σκουπίδια στα ειδικά απορριμματοφόρα είτε για να ανακυκλωθούν ή να καταστραφούν. Παραδίπλα, η είσοδος προσωπικού.

Η Βάλερι έσπευσε πάνω στη μικρή πόρτα και άρχισε να την κοπανάει. Σύντομα διαπίστωσε ένα ηλεκτρικό κουδούνι και άρχισε να το πατάει και αυτό κατ’ επανάληψη.

Ένας ταλαιπωρημένος από τα χρόνια γεράκος γύρω στα 65, της άνοιξε.

“Παρακαλωωώ!”, είπε σε έναν πολύ καλοσυνάτο τόνο.

Εκείνη τον έκανε με βία στην άκρη και μπήκε μέσα. Δεν είχε ξαναβρεθεί εκεί. Έψαχνε δεξιά και αριστερά σαν λαγωνικό.

“Να σε βοηθήσω κοπελιά μου;”, της φώναξε πολύ ευγενικά ο κος Τζιμ, καθώς εκείνη απομακρυνόταν.

“Τα χθεσινά σκουπίδια από τον 17ο όροφο;” του φώναξε και συνέχισε την αναζήτηση της.

“Τι ακριβώς ψάχνεις, κοπελιά μου;” της απάντησε και πήρε να σέρνει το αριστερό του πόδι προς την κατεύθυνση του εισβολέα. Προσπαθούσε να διατηρήσει την ένταση της φωνής του υψηλά για να τον ακούει η αφηνιασμένη Βάλερι, καθώς εκείνη βουτούσε από το ένα δωμάτιο στο άλλο κατά μήκος ενός μακριού διαδρόμου και ολοένα απομακρυνόταν από τον επιστάτη Τζιμ.

“Τα χθεσινά σκουπίδια σου είπα!”, του απάντησε σε τόνο που δε σεβόταν καν τα χρόνια του.

“Περίμενε κοπελιά μου! Με ένα πόδι δεν υπάρχει περίπτωση να σε φτάσω και μόνη σου δε θα καταφέρεις κάτι.” της αποκρίθηκε, αδιαφορώντας πλήρως για τον αγενή τόνο της γυναίκας.

Η Βαλ σταμάτησε και τον περίμενε ανυπόμονα, σταυρώνοντας τα χέρια στο στήθος της και χτυπώντας τη μύτη από το δεξί γοβάκι της στο πάτωμα.

Ο κος Τζιμ, μόλις την έφτασε, της έριξε ένα ζεστό χαμόγελο και της είπε: “Δε σε έχω ξαναδεί του λόγου σου. Καινούρια είσαι, κόρη μου;”

Η Βαλ εστίασε στην κάρτα με τα στοιχεία του υπαλλήλου. Κρεμόταν στο στήθος του, πάνω από τη μπλε φόρμα εργασίας του. “Κε ΤΖΙΜ, ΤΑ ΣΚΟΥΠΙΔΙΑ ΤΟΥ 17ου!”, του είπε με ένα σχεδόν απειλητικό ύφος.

Ο καλοσυνάτος κυριούλης αδιαφόρησε και πάλι για το ύφος της και της ζήτησε να τον ακολουθήσει. Την πήγε σε ένα πολύ μεγάλο δωμάτιο όπου στη μία πλευρά υπήρχαν κάδοι με ρόδες, ενώ στην άλλη πλευρά, σακούλες στοιβαγμένες σε ανεξάρτητους σωρούς.

“Τα παιδιά μου έρχονται σήμερα αργά, επειδή είναι Παρασκευή. Συνεπώς δεν έχει γίνει ακόμη ζύγιση και διαλογή των σκουπιδιών. Απλά βρίσκονται στοιβαγμένα ανά όροφο.”.

Πόσο τρυφερά είχε χρησιμοποιήσει τη λέξη “παιδιά”. Στη ζωή του ήταν μόνος. Είχε χάσει τη σύντροφό του λίγα χρόνια πίσω σε ένα τραγικό τροχαίο δυστύχημα. Είχανε ζήσει μαζί όλη τους τη ζωή, μα δεν κατόρθωσαν ποτέ να κάνουν παιδιά που τόσο πολύ λαχταρούσαν. Έτσι όλα τα παιδιά του κόσμου, ήταν παιδιά του.

Η Βαλ δεν έδωσε την παραμικρή σημασία. Παρατήρησε όμως πως κάθε σωρός, ήταν μέσα σε ένα τετράγωνο, το οποίο ήταν ζωγραφιστό στο πάτωμα και έφερε έναν αριθμό μπροστά του. Υπέθεσε πως αφορούσε σε κάθε αντίστοιχο όροφο.

Δεν έχασε χρόνο και αναζήτησε το τετράγωνο με τον αριθμό 17. Κάθε σωρός απαρτιζόταν από σακούλες δύο χρωμάτων. Πράσινες και γκρι. Άμεσα συμπέρανε ότι οι πράσινες αφορούσαν στις σακούλες προς ανακύκλωση και έτσι με το που εντόπισε τον αριθμό 17, άρχισε να τις ξεσκίζει με μανία.

Έψαχνε για το κουτί από την τούρτα ή τουλάχιστον ένα στοιχείο που θα την οδηγούσε στο μυστηριώδη ξένο από τη χθεσινή μέρα.

Ο κυρ-Τζιμ κοιτούσε χωρίς να παρέμβει καθόλου. Σχεδόν απολάμβανε το θέαμα και ας είχε μετά την ευθύνη να τα μαζέψει όλα. Ήξερε πως ήταν πολύ δύσκολο να συμμορφώσεις ένα κακομαθημένο παιδί και δη εφόσον πλέον είχε παρέλθει κάποια ηλικία.

Η Βαλ συνέχιζε να σκίζει τη μία σακούλα μετά την άλλη και να κλωτσάει δεξιά και αριστερά τα περιεχόμενά της, στην αναζήτηση για το δικό της “ιερό δισκοπότηρο”.

Έξαφνα το πρόσωπό της φωτίστηκε από ενθουσιασμό. Οι κόποι της είχαν αποδώσει. Βρήκε μια λευκή στραπατσαρισμένη κούτα που ήταν ιδανική για τη μεταφορά τούρτας. Την άπλωσε στο πάτωμα και προσπάθησε να την ισιώσει για να διακρίνει καλύτερα τα γράμματα πάνω της και το λογότυπο. Έγραφε: “Όνειρα Γλυκά” (Sweet Dreams) και από κάτω τη συνόδευαν μερικοί χαρακτήρες στα κινέζικα.

Έβγαλε το κινητό της και άρχισε να ψάχνει την τοποθεσία του μέρους. Έφυγε χωρίς να ζητήσει ούτε μία συγγνώμη, να προσφερθεί να βοηθήσει, ή έστω να χαιρετήσει τον καλοσυνάτο γεράκο.

Ο κύριος Τζιμ όμως δεν την παρεξήγησε. Ήξερε ότι δεν ήταν αποκλειστικά δική της ευθύνη, αλλά κάποιος δεν είχε κάνει σωστά τη δουλειά του, όταν η γυναίκα αυτή ήταν ακόμη κοριτσάκι.

Απορροφημένη από το κυνήγι θησαυρού που είχε εξαπολύσει, έφτασε στο ασανσέρ δίχως να το καταλάβει και χτύπησε το -2. Το wifi της εταιρείας, της έδινε ακόμη πρόσβαση στη μεγαλύτερη βιβλιοθήκη πληροφοριών.

Βρήκε, ακριβώς αυτό που έψαχνε στη συνοικία Tenderloin. Μία περιοχή όπου δεν κατείχε και την καλύτερη φήμη. Πάτησε “Οδηγίες” στo πρόγραμμα πλοήγησης του κινητού της, μπήκε στο αμάξι της και έφυγε με ταχύτητα.

~~{}~~

Μόλις βγήκε στο φρέσκο αέρα, το κινητό της άρχισε να δονείται αλλεπάλληλα, από τις ειδοποιήσεις εισερχομένων κλήσεων που είχε χάσει.

Έξαφνα χτύπησε. Ήταν από το γραφείο. Ενεργοποίησε το μεγάφωνο στο αυτοκίνητό της.

“Κα Μαλόουν, η Σου είμαι.”, είπε ανήσυχη η νεαρή γραμματέας.

“Είμαι εκτός. Τι θες;”, της αντιγύρισε στο μόνιμα στριμμένο ύφος της η Βαλ.

“Σας έχει καλέσει τρεις φορές ο κύριος Μπουσίτσιο από την ασφάλεια υποδοχής. Μου ζήτησε να σας μεταφέρω πως αυτό που ψάχνετε, δεν το βρήκανε και να τον καλέσετε όποτε θέλετε. Επίσης κάλεσε ο κύριος Μαρσέτ. Ο υπεύθυνος ασφαλείας. Ζήτησε να τον καλέσετε άμεσα!”

“Καλά, καλά!”, της αποκρίθηκε και έκλεισε το τηλέφωνο.

Στο δρόμο, η κίνηση είχε ενταθεί. Τα κορναρίσματα αντηχούσαν ακόμη και από τους παράλληλους δρόμους. Σε μία διασταύρωση, 2 γυναίκες που είχαν σταματήσει στη μέση της οδού η μία πίσω από την άλλη, μαλλιοτραβιούνταν. Τι θέαμα και αυτό, αναλογίστηκε μα δεν κοντοστάθηκε να παρακολουθήσει.

Η πόλη γύρω της έμοιαζε να είχε αποσυντονιστεί. Σαν κάποιο γρανάζι να είχε χαλάσει και η ζωή να μην κυλούσε όπως θα έπρεπε. Παρόλα αυτά, έφτασε στον προορισμό της σε λιγότερο από 10 λεπτά.

Ο πλοηγός ανήγγειλε την άφιξή της στο μέρος που είχε επιλέξει, μα αντί για ζαχαροπλαστείο, μπροστά της βρήκε ένα καθαριστήριο. Μάλλον κάποιο λάθος θα είχε γίνει με την καταχώρηση του ζαχαροπλαστείου, στους χάρτες της Google. Έκανε να φύγει μα η κινέζικη επιγραφή κάτω από τον αμερικάνικο τίτλο, της κίνησε την περιέργεια.

Κατέβηκε από το αυτοκίνητο και μπήκε μέσα. Πίσω από το ταμείο, ένας νεαρός κινεζοαμερικάνος, την καλημέρισε ζεστά. Τον περιεργάστηκε λίγο πριν ανταποδώσει τον χαιρετισμό.

“Καλημέρα! Ψάχνω για το ζαχαροπλαστείο, “Όνειρα γλυκά”. Μήπως το γνωρίζεις;”

Ο νεαρός ξαφνιάστηκε. Βγήκε από το ταμείο και πλησίασε την εντυπωσιακή κατά τα άλλα γυναίκα. “Έτσι έλεγαν το μαγαζί του θείου μου”, της αποκρίθηκε.

“Και πού θα το βρω;”, του απάντησε η Βαλ.

Ο κοντός γεροδεμένος νεαρός, άνοιξε τα χέρια του σαν να την καλωσόριζε στο μέρος που αναζητούσε η Βαλ. “Ήταν ακριβώς εδώ”, της είπε με ένα καλοπροαίρετο χαμόγελο. “Δυστυχώς έχει κλείσει εδώ και 7 χρόνια, ακριβώς.”

Η Βαλ δεν κόμπιασε καθόλου στην αποκάλυψη. “Και ο Θείος σου; Που μπορώ να τον βρω;”

“Δυστυχώς, χάθηκε στην ίδια φωτιά που πήρε το μαγαζί του. Ήταν σαν πατέρας μου.”, είπε καθώς έσφιγγε τα χείλη του και τα μάτια του υγραίνονταν.

Αυτή η αποκάλυψη έστειλε τη Βάλερι σε ελεύθερη πτώση. Σίγουρα κάποιος της έπαιζε μία πολύ περίεργη φάρσα. Απορροφημένη στις σκέψεις της, δεν άκουσε τον νεαρό που ρώτησε: “Όλα καλά; Πού τον ήξερες;”

Η Βαλ του πέταξε ένα: “Επιστρέφω” και βγήκε έξω από το μαγαζί. Έσερνε τα βήματά της, αναλογιζόμενη τα γεγονότα της προηγούμενης. Προσπάθησε να ανακαλέσει το πρόσωπο του κοντούλη που του είχε δώσει πολύ πολύ γενναιόδωρα 50 ευρώ.

Θυμήθηκε να τον τραβάει από το χέρι. Να τον χτυπάει δυνατά στην πλάτη και να τον στέλνει προς το ασανσέρ για να φύγει. Θυμήθηκε επίσης λίγες στιγμές αργότερα να προσπαθεί να αποφύγει τον Μπράντον και να προλαβαίνει το ίδιο ασανσέρ μόλις μία στιγμή πριν αποχωρήσει με κατεύθυνση το ισόγειο. Ακόμη, θυμήθηκε να μπαίνει μόνη της ασανσέρ. Στο ίδιο ασανσέρ που έπρεπε να βρίσκεται ο περίεργος κοντός με το αδιάβροχο. Μόνη της!

Στο χαλάκι του συνοδηγού είχε πετάξει την κούτα της τούρτας που είχε κρατήσει σαν επινίκιο από τη μάχη της με τα σκουπίδια. Την πήρε, επέστρεψε στο μαγαζί και την έδειξε στο ευγενή νεαρό.

“Σου θυμίζει κάτι αυτό;” είπε με τη σκέψη βαριά από τα μυστηριώδη γεγονότα που ξεδιπλώνονταν μπροστά της.

Ο Στου σάστισε. Τα μάτια του βούρκωσαν και άρχισε να δακρύζει. “Π-πού, που τη βρήκες;” ψέλλισε καθώς συγκίνηση άρχισε να καταπνίγει τη φωνή του. “Πάνε τόσα χρόνια…”

“Κοίτα καλά!”, του επέστησε την προσοχή. “Είσαι σίγουρος πως ήταν του θείου σου;” και με τον δεξί αντίχειρά της διέγραψε το λογότυπο πάνω στην τσαλακωμένη κούτα, καθώς και τα κινέζικα γράμματα.

“Αυτά εδώ…” και κράτησε το δάκτυλό της κάτω από την κινέζικη γραφή. “…τι γράφουν;”

Ο Στούαρτ σκούπισε τα μάτια του και την κοίταξε. Της εξήγησε ότι η κινέζικη γραφή δε μοιάζει με την δυτική. Προσπάθησε να της δώσει να καταλάβει ότι κάθε λέξη είναι μία σύνθεση εννοιών και ανάλογα πως γράφεται στα κινέζικα η λέξη αυτή, μπορεί να έχει περισσότερες από μία ερμηνείες. Όπως και στην συγκεκριμένη φράση όπου η λέξη “Όνειρα” από τον τίτλο του ζαχαροπλαστείου “Όνειρα Γλυκά”, δεν αναφερόταν στα όνειρα που έρχονται στον ύπνο μας, αλλά στα όνειρα που κάνουμε για μία καλύτερη ζωή. Τις ευχές μας.

Όχι, όχι, όχι! Όλα ακούγονταν τόσο τρελά. Δηλαδή τι; Ένα φάντασμα, μία τούρτα γενεθλίων, μία ευχή και τώρα αυτό; Όχι, όχι όχι! Δε μπορούσε να δεχτεί τίποτε από όλα αυτά. Κάποιος για κάποιο λόγο της είχε σκαρώσει μία πολύ καλοστημένη φάρσα.

Έπιασε το νεαρό παλικάρι από τον ώμο του. “Δε μπορεί να μην έχεις μία φωτογραφία του. Σωστά;”

Ο Στου την κοιτούσε όλος απορία, μη μπορώντας να βγάλει κάποιο συμπέρασμα από τη μυστήρια αυτή γυναίκα.

“Ναι έχω!” της απάντησε στωικά και έβγαλε το κινητό του από την τσέπη του. “Ήταν η τελευταία που βγάλαμε μαζί όταν είχαμε πάει για ψάρεμα στον ποταμό Σαν Χοακίν περίπου  χρόνια πίσω”.

Στη φωτογραφία στέκανε δίπλα δίπλα ένα νέο παλικάρι που ίσαμε είχε ξεπεράσει το όριο της εφηβείας και εκείνος ο μυστηριώδης ξένος με το ίδιο κίτρινο αδιάβροχο και ένα πλατύγυρο κίτρινο καπέλο.

Η Βαλ πισωπάτησε λες και την είχε χτυπήσει σφαίρα. Η τσαλακωμένη κούτα της έπεσε από τα χέρια. Κοίταξε έντρομη τον νεαρό άντρα και έφυγε χωρίς να πει τίποτε άλλο.

~~{}~~

Μπήκε στο αυτοκίνητο και οδήγησε σαν χαμένη, μέχρι που σουρούπωσε. Στην πρώτη κλήση από το γραφείο, φρόντισε να κλείσει το κινητό της και να μην επικοινωνήσει με κανέναν.

Όταν πλέον νύχτωσε για τα καλά, επέστρεψε σπίτι της. Δεν άνοιξε το κινητό της ούτε μία στιγμή. Χαμένη στις σκέψεις της, πήγε απευθείας στο μπαρ που είχε στο σαλόνι της και πήρε ότι φιάλη μπόρεσε να κουβαλήσει σε μία διαδρομή, μέχρι το κρεβάτι της.

Τις απόθεσε πάνω στο άστρωτο κρεβάτι και προσπάθησε να ανασυγκροτήσει τις σκέψεις της. Έβγαλε τα ρούχα της και τυλίχτηκε με ένα μπουρνούζι. Είχε ανάγκη να νιώθει κάτι πιο στιβαρό πάνω της από μία ρόμπα.

Έκατσε στην άκρη του κρεβατιού. Ένα περίεργο συναίσθημα φόβου είχε αναγεννηθεί μέσα της. Πόσα χρόνια είχε να νιώσει κάτι τέτοιο. Έπιασε μία φιάλη μπέρμπον και προσπάθησε να το καταπολεμήσει με μία γερή γουλιά. Έπειτα χώθηκε στα σκεπάσματα, σαν να αναζητούσε καταφύγιο από μία καταιγίδα που είχε ξεσπάσει ξαφνικά.

Το παλιό εκκρεμές, δεν έχανε στιγμή να της υπενθυμίζει ότι δεν ήταν μόνη. Και κάθε 60 λεπτά, πιστό στο ραντεβού του με το χρόνο, “Ντιιιν!”.

Έξαφνα ένας πυροβολισμός τη συντάραξε. Πετάχτηκε πάνω, τραβώντας τα σκεπάσματα και ρίχνοντας τα μισογεμάτα μπουκάλια από αλκοόλ στο πάτωμα.

Από τη μπαλκονόπορτα μπορούσε να ξεχωρίσει σχεδόν όλα τα φώτα των δωματίων των απέναντι πολυκατοικιών, αναμμένα. Κοίταξε το ρολόι στον τοίχο. Έδειχνε περίπου 3:20. Δε θυμόταν πως είχε φτάσει ως εκεί. Λες και στο μυαλό της υπήρχε ένα κενό περίπου 5 ωρών.

Ο δρόμος από κάτω ακουγόταν να σφύζει από ζωή, καθώς πλήθος από φωνές και σειρήνες διατρυπούσαν την ερμητικά κλειστή μπαλκονόπορτα.

Πλησίασε και κοίταξε τρομαγμένη έξω. Κόσμος έτρεχε ανάμεσα σε φωτιές που έκαιγαν κατά μεσής και κατά μήκος του δρόμου.

Στο βάθος, η γοργή εναλλαγή μεταξύ μπλε και κόκκινου που αντανακλούσε πάνω στα γύρω κτίρια, μαρτυρούσε την ύπαρξη της αστυνομίας στη γειτονιά.

Η Βάλερι έψαξε το κινητό της. Έπρεπε να μάθει τι συμβαίνει έξω. Δεν ήθελε όμως να μιλήσει σε κανέναν.

Το βρήκε παρατημένο δίπλα στο μπαρ στο σαλόνι.

Με τη βοήθεια μίας καρφίτσας, αφαίρεσε τη sim και το άνοιξε.

Στριγγλιές τρόμου από κάπου κοντά, πάγωσαν το αίμα της.

“Αυτός το έκανε!” άκουσε κάποιον να φωνάζει. Τον είδα!

Μία δεύτερη φωνή ένωσε τη δύναμή της με την πρώτη. “Κι εγώ τον είδα!” Αυτόν την έριξε από το μπαλκόνι!”

Τα χέρια της έτρεμαν. Ξεκλείδωσε με δυσκολία το κινητό της και συνδέθηκε στο διαδίκτυο.

Όλες οι σελίδες ενημέρωσης έκαναν λόγο για έναν μυστηριώδη ιό που είχε εξαπλωθεί απ’ άκρη σε άκρη του κόσμου και προκαλούσε ολοκληρωτική αϋπνία.

Η επιστημονική κοινότητα δήλωνε παντελή άγνοια ως προς τα αίτια, ενώ καμία ιατρική οργάνωση δεν επιβεβαίωνε ότι πηγή του περίεργου αυτού συμπτώματος ήταν κάποιος ιός.

Μυριάδες αναφορές για άνευ προηγουμένου βιαιότητες και εγκληματικές ενέργειες, είχαν κατακλύσει το διαδίκτυο. Είτε από ειδησεογραφικούς ιστότοπους, είτε από αυτόπτες μάρτυρες.

Έξαφνα το ρεύμα κόπηκε και βύθισε τη γειτονιά στο σκοτάδι. Οι σκιές από τις φωτιές στο δρόμο, γιγαντώθηκαν στη στιγμή.

Ενεργοποίησε τα δεδομένα της, για να συνεχίσει την πρόσβαση της στο διαδίκτυο, μέσω δορυφόρων. Ευτυχώς αυτό λειτουργούσε ακόμη.

Η μπαταρία της ήταν στο 15%. Το κινητό της έδειχνε 3:42.

Η Βαλ ήταν σίγουρη πως ο κόσμος θα καιγόταν, αν δεν έβρισκε την άκρη του νήματος πολύ σύντομα.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Το διήγημα έγραψε ο Γιώργος Καράκης, στο πλαίσιο του Συνεργείου Δημιουργικής Γραφής.

Η φωτογραφία είναι του Bruce Gilden.

USA. Indianapolis, IN. October, 2017. Shelby at the Future Farmers of American convention.