Ζωή γλυκιά, ζωή πικρή

0
682

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι sdfsdds.png

Σκαρφαλώναμε στα βράχια και θαυμάζαμε τη θέα από ψηλά. Από ψηλά έμοιαζαν όλα συμμετρικά κι αρμονικά. Πώς θα μπορούσες άλλωστε να ορίσεις τη ζωή;

Ξαφνική, καλοκαιρινή μπόρα που μουσκεύει το μακό σου. Ένα κοπλιμέντο για τη ματιά σου από έναν άγνωστο. Το άρωμα του καφέ όταν ξυπνάς. To κελαρυστό γέλιο ενός μωρού που βλέπει σοβαρά την ιλαρότητα της ύπαρξης. Το κλάμα καρκινοπαθούς όταν πέφτουν τα μαλλιά της. Το τέλος μιας μέρας. Η αρχή της ημέρας. Το να νιώθεις πως πάντα υπάρχει μια καινούργια μέρα.

Περπατούσαμε στα δάση κι ανιχνεύαμε την υγρασία στο χώμα. Στο χώμα γονιμοποιείται ο σπόρος κι ανθίζει. Πώς θα μπορούσες άλλωστε να ορίσεις τη ζωή;

Κάποιος που αντιλαμβάνεται ότι δεν είσαι και πολύ καλά. Κάποιος που γιορτάζει με τη χαρά σου. Οι ιριδισμοί του ήλιου στις θαλασσινές σταγόνες πάνω στο γυμνό σου σώμα. Πεταλίδες που ρουφούν τα βράχια. Αγκάθια αχινού στις πατούσες σου. Αγκαλιά. Ο ήχος της ανάσας σου όταν, ξέπνοος, ανεβαίνεις στο βουνό. Πορτοκαλοκόκκινα δειλινά και ροζ ανατολές απ’ το παράθυρο, όταν διαβάζεις για εξετάσεις. Ηλικιωμένος σκύλος που μυρίζει τους θάμνους σχολαστικά. Το να βλέπεις το χορτάρι ν΄ αναπνέει. Μωβ θλίψη να σκαρφαλώνει στη ραχοκοκαλιά σου, όταν πενθείς. H γερμένη σου περηφάνεια, όταν ερωτεύεσαι χωρίς ανταπόκριση. Το ιώδες στίγμα στη φλόγα του κεριού που σου κρατάει συντροφιά. Σπουργίτια πάνω σ’ άσχημες κολώνες. Το τραγούδι ενός πουλιού. Η γλύκα του λεμονιού. Ο μονότονος ύμνος του τζιτζικιού. Σύννεφα που καθρεπτίζονται σε λασπωμένους νερόλακκους. Το να πάλλεσαι στις συχνότητες της μουσικής. Εκκωφαντικές παύσεις σ’ αμήχανες συζητήσεις. Η απολυτότητα της ταυτόχρονης συνύπαρξης άπειρων, σχετικών αληθειών. Εκστατικός, ξυπόλητος χορός στο σαλόνι σου.

Διαβάζαμε ιστορίες σε βιβλία και συγκινούμαστε. Συγκινούμαστε και ξεχνούσαμε τις μεταξύ μας διαφορές. Πώς θα μπορούσες άλλωστε να ορίσεις τη ζωή;

Γυμνές γάμπες στο ξέχειλο αυλάκι του χωριού μετά από αυγουστιάτικη μπόρα. Να χαϊδεύεις την ομίχλη καθώς οδηγείς. Η βαλσαμική μυρωδιά του φόβου. Η αγωνία των πνευμόνων καθώς διαχέεται σε συσκευή οξυγόνου. Μουστάκι από κακάο. Βαθύ κοίταγμα στα μάτια. Η γνώση της ανθρώπινης αδυναμίας σου. Η ενθύμηση της θεϊκότητάς σου. Ένας χορός μεταξύ της ατομικής ελευθερίας και της κοινωνικής ευθύνης, της λογικής και του συναισθήματος, της ανατολής και της δύσης, του δεξιού και του αριστερού εγκεφαλικού ημισφαιρίου, της δράσης και της ησυχίας, του ρητού και του άρρητου, της εργασίας και του παιχνιδιού, της τεχνικής και της φύσης, της άνοιας και της διάνοιας, της παράνοιας, της μετάνοιας, του σώματος και του πνεύματος, του θρησκευτικού και του εγκόσμιου.

Οργασμός.

Νυχτερινός ουρανός χωρίς φεγγάρι γεμάτος αστέρια που λες και πηδάνε απ’ την άκρη του, κατρακυλούν και χύνονται μέσα στη νύχτα.

Βγάζαμε τα χέρια απ’ τις τσέπες, γράφαμε ποιήματα και αγγίζαμε ο ένας το σώμα του άλλου. Του άλλου το καθρέπτισμα δικά μας ασυνείδητα σκοτάδια φανερώνει. Πώς θα μπορούσες άλλωστε να ορίσεις τη ζωή;

Η απόκοσμη μαγεία της σιωπής του χιονιού. Η ομορφιά κι η δύναμη των λέξεων που κουρνιάζουν στα ράφια βιβλιοθήκης. Πολύχρωμη μουντάδα. Aσπρόμαυρη ψευδαίσθηση. Νευρικό γέλιο σε κηδεία.  Το να επιλέγεις να διαφοροποιείσαι απ’ την ακινησία του θανάτου. Διεύρυνση και συστολή σε ισορροπημένο ρυθμό. Δωμάτια που στάζουν θυμό. Το κεφάλι σου μαγκωμένο με συρραπτικό μετά από μεθύσι. Η σιχαμένη γλίτσα της ενοχής. Μια πληγωμένη καρδιά που εμπιστεύεται ξανά.

Κοιτάζαμε ψηλά θαμπωμένοι και βλέπαμε τα σύννεφα και τη σκόνη να παιχνιδίζουν λαμπυρίζοντας στο φως. Στο φως εμπεριέχεται κάθε πληροφορία για ό,τι υπήρξε, υπάρχει και θα υπάρχει αιώνια. Πώς θα μπορούσες άλλωστε να ορίσεις τη ζωή;

Μη, μαμά, μη, μαμά, μη.

Γυναίκα που τίκτει και τραυματίζει, ταΐζει, ραγίζει, χτίζει, γκρεμίζει, εμποδίζει, πανηγυρίζει, ζορίζει, σκορπίζει, στολίζει, συντονίζει, νανουρίζει, φοβίζει, ζυγίζει, χρωματίζει, συγχύζει, καλλωπίζει, ηδονίζει –

Πόσων χρόνων νιώθεις στ’ αλήθεια, μπαμπά;

Άντρας που γεννά και ενδυναμώνει, χαντακώνει, πληρώνει, δαγκώνει, μαραζώνει, σιδερώνει, μετανιώνει, αναζωπυρώνει, διογκώνει, ματώνει, μαλώνει, ισιώνει, τεντώνει, στραβώνει, λερώνει, καμαρώνει, βιδώνει, καυλώνει –

Γευόμαστε κομμάτι κομμάτι τη σοκολάτα – αυτό το λίγωμα στα ούλα. Αυτή την καστανόχρωμη οπτασία. Αυτό το γαιώδες αρωματικό προφίλ τραγανών, παχύφλοιδων καρπών.  Αυτή τη βουτυρώδη υπόκλιση. Αυτό το πικρό γαργάλημα στη γλώσσα. Αυτό το φως του σκότους. Αυτή τη σεβάσμια αμαρτία. Αυτή τη βελούδινη τέρψη. Σιωπηλές εκρήξεις στη γλώσσα, αισθητηριακή αναπόφευκτη λούπα, εγκεφαλική κορύφωση, συναισθηματική χαύνωση – κάτι ανοιξιάτικα απογεύματα με γύρη σαν κίτρινη τέφρα να καλύπτει τα πάντα. Τα πάντα ήταν αληθινά.

Ασύλληπτα αληθινά, απέραντα αγαπημένα. Τίποτα απ’ όλα αυτά δεν ήταν αληθινό. Πώς θα μπορούσες άλλωστε να ορίσεις τη ζωή;

Αυτά και όλα τ’ άλλα άρχισαν σαν τίποτα, λανθάνοντα μέσα σ’ έναν αχανή ενεργειακό ζωμό, αλλά μετά τα ονομάσαμε, και μετά τ’ αγαπήσαμε, και μ’ αυτόν τον τρόπο τα κάναμε να εμφανιστούν. Και κάποια στιγμή πρέπει να τα χάσουμε.

Υποθέταμε πως ξέραμε τα πάντα για τη ζωή. Για τη ζωή δεν ξέραμε τίποτα. Επιβεβαιώναμε πληροφορίες γι αυτό που υποτίθεται πως είμαστε. Είμαστε διαρκώς εξελισσόμενες διαδικασίες. Τις πιο όμορφες μέρες μας δεν τις έχουμε ζήσει ακόμα. Ακόμα δε σου ‘χω πει αυτό που θέλω να σου πω, το πιο όμορφο απ’ όλα.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Το κείμενος έγραψε η Ιωάννα Περλίγκα, στο πλαίσιο του Συνεργείου Δημιουργικής Γραφής.