Ροζ πιτζάμες με γαλάζια ψαράκια

0
183

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι dddd.png

Άνοιξα τα μάτια μου κι είδα το σομιέ του κρεβατιού ν’ απέχει μια πιθαμή πάνω απ’ τη μύτη μου. Αχ, πάλι ξύπνησα κάτω απ’ το κρεβάτι! Μα πώς το κάνω αυτό; Θα λερωθεί κι η πιτζάμα μου. Φορούσα αυτή την ωραία τη ροζ με τα γαλάζια ψαράκια. Έμεινα για λίγο μες στο σκοτάδι να κοιτάω το σομιέ πάνω απ’ τη μύτη μου. Έπειτα σύρθηκα με την πλάτη στο κενό ανάμεσα στο κρεβάτι της μαμάς και στο δικό μου. Σηκώθηκα κι απ’ το στενό το πέρασμα έφτασα στην πόρτα. Την άνοιξα και βγήκα απ’ το δωμάτιο.

Ήταν θεοσκότεινα. Πέρασα απ’ την τραπεζαρία που κοιμόταν ο παππούς και ψηλαφητά έφτασα στην πόρτα της κουζίνας. Μπήκα. Yπήρχε ένα διάχυτο ημίφως. Κοίταξα ένα γύρω, αλλά δεν είδα πουθενά αναμμένο φως. Tο απίστευτο δεν ήταν αυτό. Η τεράστια κουζίνα, μισοφωτισμένη, ήταν εντελώς άδεια. Δεν υπήρχε τραπέζι, ούτε ντουλάπια. Ή μάλλον, τα ντουλάπια ήταν ορθάνοιχτα και άδεια. Κάτω απ’ τους πάγκους τα θυρόφυλλά τους χάσκανε, έτοιμα να πέσουν. Πάνω στους μαρμάρινους πάγκους δεν υπήρχε το παραμικρό σκεύος. Κι απ’ την άλλη μεριά, στον νεροχύτη, τίποτα πάλι. Δεν έβλεπα πουθενά ούτε τη γκαζιέρα ούτε το πετρογκάζ κι ο παλιός ο φούρνος, που χρησίμευε πια για τραπέζι, έλειπε κι αυτός.

Κοίταζα ένα γύρω με μεγάλη περιέργεια. Πώς εξαφανίστηκαν έτσι όλα; Ή μήπως η νύχτα αφήνει και γίνονται τέτοια πράγματα; Δεν είχα ποτέ ξυπνήσει νύχτα. Δεν ήξερα πώς ήτανε η νύχτα. Μπορεί τη νύχτα όλα τα πράγματα να εξαφανίζονται. Όχι! Όχι όλα. Όχι οι άνθρωποι! Γι’ αυτό ήμουνα σίγουρη. Αυτό το είδα καλά. Είδα το παππού να κοιμάται, ναι, τον είδα καλά. Το ίδιο και τη μαμά και την αδερφή μου.

Άρχισα να περιεργάζομαι την άδεια κουζίνα. Μια καφετιά σκόνη σκέπαζε τα πάντα. Τα λευκά μάρμαρα είχανε μια κιτρινίλα και το πάτωμα ήτανε βρώμικο, σαν να ‘χε λάσπες, μια κολλημένη βρεγμένη σκόνη. Σήκωσα τα μάτια μου στο ταβάνι να δω αν κι αυτό είχε σκόνη. Κι όπως το βλέμμα μου περιδιάβαινε ένα γύρω, την είδα. Ήταν εκεί, στην αριστερή μεριά του ταβανιού, κοιτάζοντας την κουζίνα απ’ την πόρτα τής τραπεζαρίας. Εκεί, στη γωνιά που σμίγαν οι δυο μαρμάρινοι πάγκοι, πάνω από κει που κανονικά έπρεπε να βρίσκεται το πετρογκάζ κι η γκαζιέρα. Εκεί, στη γωνιά που κάνει το ταβάνι με τους τοίχους μπροστά κι αριστερά μου, εκεί την είδα. Μια τεράστια καφέ αράχνη με τον ιστό της. Μα πολύ τεράστια. Με τριχωτά ποδαράκια γεμάτα τρίχες. Έπιανε όλη τη γωνία, που έκανε το ταβάνι κι οι δυο τοίχοι. Και σκορπούσε ένα αμυδρό φως.

Τις αράχνες τις αγαπώ πολύ. Μου άρεσε πάντα η ιστορία της Αράχνης με τη θεά Αθηνά. Δεν θέλω να τις σκοτώνω. Αν τύχει να δω καμιά μες στο σπίτι, την παίρνω και τη βγάζω έξω στον κήπο. Αν χρειαστεί να τη σκοτώσω στο σπίτι μέσα, είναι γιατί μ’ έχει τσιμπήσει επανειλημμένα. Την ώρα που τη σκοτώνω της ζητάω συγνώμη.

Έτσι, λοιπόν, αυτήν την τεράστια αράχνη δεν τη φοβήθηκα. Πιο πολύ περίεργη ήμουνα παρά τρομαγμένη. Ήθελα να σκαρφαλώσω να τη φτάσω. Ο μαρμάρινος πάγκος ήταν πολύ ψηλός για το ύψος μου. Όμως ούτε που κατάλαβα πώς σκαρφάλωσα και βρέθηκα όρθια πάνω του. Ήθελα να είμαι κοντά της, να τη δω καλά, να την παρατηρήσω.

Σήκωσα το χέρι μου να τη φτάσω. Το σπίτι ήτανε ψηλοτάβανο και το χέρι μου δεν έφτασε ως τη γωνιά της. Τεντώθηκα, τεντώθηκα, τεντώθηκα… κι έγινα πολύ ψηλή. Έφτασα ως το ταβάνι. Κατάφερα ν’ αγγίξω τον καφετί ιστό της και τα χνουδωτά ποδάρια της.

Και τότε άρχισα να πετάω. Με την ροζ πιτζάμα που είχε γαλάζια ψαράκια.

Δε θυμάμαι αν πέρασα μέσα απ’ την πόρτα της κουζίνας ή αν η πόρτα άνοιξε ξαφνικά. Εγώ πάντως βρέθηκα να πετάω στην ταράτσα. Αλλά πώς γίνεται ενώ είναι νύχτα να ’χει τόσο ήλιο στην ταράτσα; Α, όχι πως με πείραζε. Καθόλου. Αγαπώ πολύ τον ήλιο. Συνέχισα να πετάω.

Τη λάτρευα την ταράτσα. Εκεί τρώγαμε τα βράδια του καλοκαιριού, τότε που ο τόπος όλος μύριζε βρεμένο τσιμέντο και βρεγμένο χώμα. Ήταν που τ’ απογέματα καταβρέχανε την ταράτσα και ποτίζανε τα δέντρα και τα λουλούδια του κήπου. Υπέροχη, υγρή, γλυκιά μυρωδιά. Τα πρωινά πάλι, όταν έμπαινε μπουγάδα, απλώνανε ρούχα. Πανδαισία! Και φως! Όλη η ταράτσα γεμάτη μοσχομυριστά λευκά σεντόνια, φουσκωμένα στον αέρα.

Περιτριγύρισα την ταράτσα χαζεύοντας τα παράθυρα των γύρω σπιτιών.  Δίπλα ήταν η μοναδική πολυκατοικία της γειτονιάς. Απ’ τη μεριά μας είχε κάτι που τα λέγανε «οι φωταγωγοί». Δεν ήξερα τι σήμαινε αυτό. Πολύ στριμωγμένους όμως τους έβρισκα εκεί μέσα. Τώρα ήτανε θεοσκότεινα. Κι έπειτα, όταν η ταράτσα δεν είχε άλλα να χαζέψω, έδωσα μια και πέταξα πάνω απ’ το πεζούλι της.

Κανονικά αυτό το ύψος άλλες φορές με τρόμαζε. Τώρα όμως μου φάνηκε παιχνιδάκι, σαν να ’χα πάρει μετάλλιο σε αγώνες. Πήδησα πάνω απ’ το πεζούλι! Οι μεγάλοι φώναζαν πάντα, Προσοχή το πεζούλι, προσοχή το πεζούλι! Τι προσοχή; Αφού ήταν αδύνατον να το πηδήσω. Μου έφτανε μέχρι το στήθος. Τώρα όμως τι ευτυχία ήταν αυτή! Μέσα στον εκτυφλωτικό ήλιο έκανα βόλτες πάνω απ’ τον κήπο. Πιο ψηλά απ’ την πορτοκαλιά. Καλά, απ’ το πηγάδι δε σου λέω… αυτό μου φαινότανε τόσο δα μικρό απ’ το ύψος που το κοιτούσα.

Στην αυλή είχε ένα μεγάλο στύλο που στήριζε το πάνω σπίτι. Έπαιζα με τις ώρες μαζί του. Τον έπιανα με το ένα χέρι μου, τεντωνόμουνα στο πλάι και γυρνούσα ένα γύρω, ώσπου να ζαλιστώ. Στο πέταγμά μου τον τίμησα κι αυτόν. Έκανα μια μεγάλη στροφή γύρω του χωρίς να κρατιέμαι από πουθενά. Πετώντας!

Βρέθηκα σε λίγο να βολτάρω πάνω απ’ τις  μανταρινιές τού διπλανού σπιτιού. Έτσι να ‘κανα, θα μπορούσα ν’ αρπάξω ένα μανταρίνι να το φάω. Είχε μανταρίνια γιατί ήτανε χειμώνας. Τη ροζ πιτζάμα με τα γαλάζια ψαράκια τη φορούσα μόνο τον χειμώνα. Ήταν φανελένια και πολύ ζεστή. Τώρα όμως δεν ήταν ώρα για φαΐ. Εγώ ήθελα να πετάξω κι άλλο, κι άλλο, παντού, σ’ ολόκληρη τη γειτονιά. Το σπίτι όμως μ’ εμπόδιζε. Δεν ήξερα πώς να πετάξω από πάνω του. Δεν ήξερα πώς να πάω πιο ψηλά.

Έκανα μια βόλτα πάνω απ’ τη μαρμαρένια σκάλα και στάθηκα μετέωρη φάτσα στο σπίτι να θαυμάζω την υπέροχη τζαμαρία. Σ’ όλη την πρόσοψη του σπιτιού είχε μια εκπληκτική τζαμαρία. Τα καλοκαίρια άνοιγαν τα παράθυρά της και δρόσιζε το σπίτι. Αν και δεν ήταν καλοκαίρι τώρα, είδα πως είχε ένα σημείο που τα τζάμια ήταν ανεβασμένα. Ήθελα να πετάξω εκεί να δω τι γίνεται.

Πέταξα μαλακά με μια απαλή στροφή προς το εσωτερικό του σπιτιού. Δεν ήταν ακριβώς το  εσωτερικό. Ο χώρος πίσω απ’ την τζαμαρία δεν ήτανε δωμάτιο αλλά ένας μακρύς διάδρομος, σαν υποδοχή στο σπίτι, με πόρτες που οδηγούσαν στα δωμάτια.

Στη στροφή απάνω, καθώς έμπαινα, τις είδα. Καθόντουσαν μπροστά από τ’ ανεβασμένα παράθυρα μέσα στη λιακάδα. Η μαμά μου με την αδερφή τη. Κεντούσαν ή έπλεκαν, δεν πρόλαβα να δω καλά. Γιατί μόλις πέρασα την τζαμαρία, έπεσα μπροστά στα πόδια τους. Πάλι θα λερωθεί στο πάτωμα η ροζ πιτζάμα μου με τα γαλάζια ψαράκια! Είχα κλειστά τα μάτια κι αυτές νομίσανε πως ήμουν πεθαμένη ή δεν ξέρω τι άλλο. Δεν νόμισαν πως κοιμόμουνα γιατί κοίταξαν η μια την άλλη και χωρίς να σταματήσουνε τη δουλειά τους κούνησαν το κεφάλι κι έκαναν: «Τς, τς, τς…. Το καημένο το παιδί.»

Εγώ δεν κουνήθηκα απ’ τη θέση μου, ούτε άνοιξα τα μάτια. Σκέφτηκα μάλλον ότι έπρεπε να παραστήσω την πεθαμένη. Ήμουνα όμως πολύ στενοχωρημένη. Χωρίς να ξέρω γιατί.

Και ξαφνικά, δεν κατάλαβα πώς, ξαναβρέθηκα στο κρεβάτι μου. Σε θέση παράξενη. Πάνω στο σομιέ. Δεν υπήρχε ούτε στρώμα τώρα, ούτε σκεπάσματα, ούτε τίποτα.  Κι εγώ δεν κοιμόμουνα πια, ούτε φορούσα την ροζ πιτζάμα με τα γαλάζια ψαράκια. Με τα μάτια μου ανοιχτά πάνω στον άδειο σομιέ ήμουνα ξύπνια και γυμνή. Κι ήτανε πάλι νύχτα. Πίσσα σκοτάδι. Μήπως στ’ αλήθεια ήμουνα πεθαμένη και μ’ είχανε βάλει έτσι;

Δεν έμαθα ποτέ.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Το διήγημα έγραψε η Ανθή Ανδρεοπούλου, στο πλαίσιο του Συνεργείου Δημιουργικής Γραφής