Νταούλια

0
1275

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι vagina-1024x579.jpg

Ψαχούλευα το σώμα μου από τότε που ένιωσα πως είχα σώμα. Ούτε θυμάμαι πότε ήταν η πρώτη φορά. Απ’ όταν άρχισα να καταλαβαίνω πως δεν το ‘χα μονάχα για να παίζω κουτσό και λάστιχο, ή για να κάνω βουτιές από τα βραχάκια στην Καμμένη Άμμο και να τρώω παγωτό καϊμάκι από την ΕΒΓΑ, άρχισα να χώνω το χέρι στο βρακί.

Η γιαγιά η Μαντώ μού ‘χε ράψει κάτι βρακάκια από λιναρόπανο και γαλάζια φιογκάκια στα πλαϊνά. Μέσα σ’ ένα καλοκαίρι ξηλώθηκαν και τα φιογκάκια και τα γαζιά κι οι βελονιές ψαροκόκαλο που ζωγράφιζαν πανσεδάκια στο κρεμεζί πανάκι. Μοτεράκι πήγαινε το χέρι μου.

Ήξερα. Με το που αρχίναγαν οι φλέβες να βαράνε εκεί κάτω σαν τα νταούλια, παραμέριζα, κατέβαζα το βρακί, έκλεινα τα μάτια και χαϊδολογιόμουν. Δεν μ’ ένοιαζε ούτε πού ήμουν, ούτε με ποιους ήμουν. Ξεμάκραινα μόνο για να ‘μαι ήσυχη, να μη μ’ ενοχλούν οι άλλοι.

Εκείνο τον Ιούλη ήταν που με βρήκε η γιαγιά. Γύρισε απ’ το περιβόλι να πάρει τα καρπουζόφλουδα για τις κότες. Ούτε που χαμπάριασα το μεταλλικό γλωσσάκι της εξώπορτας που γύρισε τρεις φορές. Με βρήκε στο ντιβάνι της κουζίνας κάτω από την πικέ κουβέρτα με τις πασχαλιές. Πέταξε επάνω μου τις φλούδες από το καρπούζι καταπίνοντας γρυλίσματα πίσω απ’τη μασέλα που χοροπήδαγε στα φαγωμένα ούλα της.

Λαχτάρησα. Πέταξα την κουβέρτα από πάνω μου.

“Φτουου… Εντεψίζαινα! Δεν τρέπεσαι; Ξεβρακώνεσαι κάτω απ’ το καντήλι;”

Κι έκλεισε την πόρτα πίσω της.

Έμεινα χαυνωμένη, ξεβράκωτη με τα κόκκινα ζαχαρόζουμα και τα κουκούτσια να αυλακώνουνε τα μπούτια μου.

Το βράδυ στο τραπέζι, βούταγε το ψωμί στο γάλα της και μασουλούσε πλαταγιάζοντας τη γλώσσα στο φαφούτικο στόμα της, δίχως να με κοιτάει.

“Εκείνο που ‘κανες, δε θα το πω στη μάνα σου. Μα εσύ να μην το ξανακάνεις. Είναι μεγάλη αμαρτία. Ακούς;”

Εγώ το ξανάκανα. Μόνο που έσβηνα πρώτα το καντήλι και γύριζα την εικόνα της Αγίας Βαρβάρας απ’ την άλλη.

***

Ούτε τον Σεπτέμβρη που πήγα Νηπιαγωγείο σταμάτησα. Είχα βρει άλλους τρόπους. Καθόμουν στο σκαμνάκι οκλαδόν και με τη δεξιά μου φτέρνα έτριβα τα νταούλια, κάθε που βαράγανε σαν τρελαμένα. Και θυμάμαι πάλευα να πνίξω τα σπασίματα στο πρόσωπο κι αναψοκοκκίνιζα τόσο που, καμιά φορά, η Κυρία Ελένη με ρωτούσε:

“Θοδωρούλα, είσαι καλά;”
“Ναι, μόνο που κατουριέμαι λίγο”.

Κι έτρεχα στο μπάνιο, χάνοντας τη ζωγραφική ή κάποιο παραμύθι που μάλλον ήταν βαρετό για ν’ αρχίσουν να βαράνε τα νταούλια.

Η μαμά ενημερώθηκε πως είχα μάλλον παλινδρόμηση με το κατούρημα και πως ίσως να ‘ταν ψυχολογικό. Κι έτσι δεν έβγαζε λεπτό το ρολόι από το χέρι και σημείωνε σ’ένα κίτρινο τεφτεράκι κάθε που πήγαινα τουαλέτα.

Ευτυχώς η μαμά κοιμόταν βαριά. Και τα μεσημέρια.

***

Στο δημοτικό έγινε μυστικό. Πρόσεχα και δεν τ’ ομολογούσα. Περισσότερο για να συμφωνώ με την Αλεξία, που ήταν η αρχηγός, και λιγότερο γιατί ντρεπόμουν. Κι έτσι, όταν έλεγε πως εκείνη δεν το ‘κανε ποτέ, πως είναι μια αηδία και πως πρέπει να είσαι πολύ ανώριμος για να ασχολείσαι με το βρακί σου, εγώ κούναγα το κεφάλι κι έκανα πως συμφωνούσα.

Και κάθε φορά πάλευα να πνίξω ένα στραβό, αντανακλαστικό χαμόγελο. Γιατί ήξερα πως όλες -ακόμη κι η Αλεξία, που, εκτός από αρχηγός, ήταν κι η καλύτερη μαθήτρια- έχουμε εκεί κάτω κρυμμένα τα νταούλια μας και πως τα νταούλια κι οι ζουρνάδες δεν κάνουν ποτέ ησυχία.

***

Κι όλα άλλαξαν στον αγιασμό της πρώτης Γυμνασίου, που εγώ και τ’άλλα κορίτσια θέλαμε να βάλουμε φούστα, αλλά η Χριστίνα, η αδερφή της Αλεξίας, που ήταν στην Τρίτη, μας είπε ότι πρέπει να βάλουμε τζιν και μαύρο τίσερτ.

Μετά τους βασιλικούς, τους αγιασμούς και τα Κύριε Ελέησον, καθίσαμε στα σκαλάκια, μπροστά στις μπασκέτες, παλεύοντας μια άχαρη άνεση, κοπιάροντας κινήσεις και βλέμματα από τα κορίτσια της Τρίτης. Αργοπορημένος, πέρασε την αυλόπορτα. Και δε θυμάμαι τίποτε άλλο. Δεν θυμάμαι τίποτε μα τίποτε άλλο, -σου λέω αλήθεια- παρά ένα ζευγάρι μαύρα αρβιλάκια με κίτρινα κορδόνια κι ένα κεφάλι γεμάτο μπούκλες.

Κι όλες τις προηγούμενες φορές, ήμουν απλά μονάχη μου. Εγώ και τα νταούλια. Μα εκείνο το μεσημέρι, όταν γύρισα σπίτι, ήταν η πρώτη φορά, η πρώτη φορά, -στ’ ορκίζομαι- που έβαλα το χέρι στο βρακί έχοντας στο κεφάλι μου μιαν ανθρώπινη εικόνα.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Το διήγημα έγραψε η Ειρήνη Μποζοπούλου.