Δωσ’ της δύναμη ν’ αντέξει

0
304

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι 1.png

Σαν την αλαφροΐσκιωτη με το βαρύ σπαθί• μια τέτοια “φιγούρα” μας βγαίνει στα χαρτιά, εν προκειμένω στα χειρόγραφα αναφορικά με την εφηβεία της Λεύκας• την από πριν, αρκετά πριν, και πόσω μάλλον μετά το αδόκητο τέλος του θείου Σέρκα. Γι’ αυτό κι έμενε να κοιτάζει πίσω από το σκοτεινό της τζάμι τη ζωή απ’ έξω να ξετυλίγεται γνωρίζοντας πως όλα μια μέρα θα τελειώσουν. Όλα μάταια και σαθρά• όλα τυχαία.

Δεν ήταν πάντα έτσι όμως. Υπήρξε μια εποχή πίσω στο χωριό που η μοίρα έφερε περαστικούς ταξιδιώτες, μια μικρή οικογένεια που νοίκιαζε το παλιό αρχοντικό του χωριού κάτω από την αρχαία βελανιδιά. Η Λεύκα περνούσε συχνά μπροστά από την αυλή τους κατά τις καλοκαιρινές της βόλτες ή κάνοντας θελήματα για τη γιαγιά Ελένη. Πάντα χάζευε την άλλη άκρη του δρόμου, πέρα από την καλντέρα, τη θάλασσα και τα απέναντι βουνά• δεν μπορούσε να φανταστεί ποτέ της ατέρμονο ορίζοντα.

Στην αρχή, λοιπόν, δεν πρόσεξε τους νέους νοικάρηδες, μέχρι την κυριακάτικη λειτουργία που, κρεμάμενη από τον εξώστη του γυναικωνίτη, είδε το ψηλόλιγνο μελαχρινό αγόρι από κάτω να καταβροχθίζει με τα μάτια του τον κυρίως ναό. Ύστερα, σαν κάτι στην ατμόσφαιρα να τον ενημέρωσε για την αδιάκριτη περιέργεια της, οι ματιές τους συνδέθηκαν και περιεργάστηκαν ο ένας τον άλλο μυσταγωγικά υπό τις ψαλμωδίες που τους καλούσαν να συναντηθούν. Δεν είχε νιώσει άλλη φορά η Λεύκα να μαγνητίζεται από άλλο άνθρωπο και δη σε τέτοιο περιβάλλον. Άραγε να ήταν αμαρτία αυτό το σκίρτημα; Κι ύστερα, γιατί, τι κακό είχε κάνει;

Η γιαγιά Ελένη, που ήξερε ότι ο διάβολος κρύβεται στις λεπτομέρειες, συναισθανόμενη την τεταμένη ατμόσφαιρα την πρόγκηξε να κατέβουν κάτω να μεταλάβουν• είχε έρθει η θεία ώρα.

«Αν είναι αμαρτία και ο Θεός δεν το θέλει», σκέφτηκε, «δε θα συναντηθούμε τώρα».

 Το εκκλησίασμα μαζεύτηκε αργά στη χοάνη λες και ο ίδιος ο παπάς ασκούσε βαρύτητα φέρνοντας τους έναν έναν στην αρμόζουσα θέση, όπως οι κόκκοι άμμου που πέφτουν στην κλεψύδρα αναπόφευκτα η μία στο κενό της άλλης.

«Πώς να νιώθουν στην άλλη πλευρά;» αναρωτήθηκε η Λεύκα και τότε ένιωσε το κούντρισμα του χεριού του στο δικό της. Τα ‘χασε, τι να ‘κανε, να σηκώσει τα μάτια της ή όχι, να αντικουντρίσει κι αυτή; Το στήθος της σταμάτησε να φουσκώνει, ζεσταινόταν, δεν μπορούσε να πάρει μια αποφασισμένη ανάσα. Δεν είχε όμως άλλο χρόνο, η χοάνη στένευε, πλησίαζαν στη μεταλαβιά. Σήκωσε το κεφάλι της με μια απότομη κίνηση και τον αντίκρισε έντρομη.

«Γεια σου κι εσένα» της χαμογέλασε αυτός και της ήρθε να λιποθυμήσει.

Κατά το πέρασμα του επόμενου μήνα πάνε και οι μοναχικές βόλτες, πάνε και τα θελήματα της γιαγιάς, πάνε και οι λειτουργίες. Πού τους έχανες, πού τους έβρισκες ήταν μαζί, αχώριστοι ο Λευτέρης και η Λεύκα, στην παραλία για μπάνιο, τριγύρω στο χωριό, στα ξέφωτα τις νύχτες να χαζεύουν τα αστέρια και σε εξερευνήσεις στο βουνό με τη μηχανή. Εκείνη ειδικά δεν άκουγε κανέναν• εις μάτην όλα τα “βρε θα φύγει και δεν θα τον ξαναδείς”, τα έδιωχνε με μια ανάποδη κίνηση του χεριού σαν να ‘ταν κακιασμένες σφίγγες.

Γιατί εκτός από νόστιμος και έξυπνος, ο Λευτέρης ήταν και μαιτρ της ζωής: δεν έχαναν στιγμή να μην παρατηρούν, να μην σκέφτονται, να μην αισθάνονται. Στέκονταν σε κάθε πέτρα, κάθε δέντρο, κάθε ζωύφιο, κάθε άνθρωπο. Όχι πως δεν στοχάζονταν και τ’ άλλα, τα δυσάρεστα, μα είχε εκείνος ένα τρόπο να τα κάνει χωνευτά. «Ακριβώς γι’ αυτό ζούμε» της έλεγε όταν κάθονταν αγκαλιά στο σκοτάδι.

Εκείνη τη μέρα είχαν αποφασίσει να πάνε στο παλιό μοναστήρι πάνω στο βουνό, που κατά τ’ άλλα ήταν ερημικό, αλλά πλησίαζε το πανηγύρι και ο καλόγερος με τον παπά θα λειτουργούσαν για τη γιορτή. Οι χωριανοί είχαν αρχίσει να μεταφέρουν ζώα, ζαρζαβατικά και εργαλεία, δώρα της λαχειοφόρου, με τα φορτηγάκια τους από νωρίς το πρωί. Όταν έφτασαν, ο Λευτέρης απίθωσε τη μηχανή του προσεκτικά πάνω σε ένα από αυτά και μπήκαν στον περίβολο να κεραστούν λουκούμι και περισσότερη θέα θαλασσοβούνι. Παραπέρα οι χωριανοί μάλωναν ποιος δε θα πρωτοπάει να φέρει νερό απ’ τις πηγές• το νερό του καλόγερου τέλειωνε και περίμεναν κόσμο και από τις γύρω περιοχές για τη γιορτή, αμαρτία να πεθάνουν στη δίψα αυγουστιάτικα.

«Θα πάμε εμείς!» προσφέρθηκε ο Λευτέρης και η Λεύκα δαγκώθηκε. Καλό το carpe diem, αλλά δεν ήταν να παίζεις με τα μονοπάτια του βουνού, ειδικά μετά από εκείνο το χειμώνα που πέρασε, κουβαλώντας και βάρος στην πλάτη. Οι τεμπελχανάδες χωρικοί όμως άλλο που δεν ήθελαν και τους έζωσαν αμέσως με ασκούς.

Φτάνοντας στην άκρη του βράχου της κόπηκε η ανάσα. Όσο και να απέφευγε να κοιτάξει κάτω, δεν μπορούσε να αγνοήσει τη γκρεμίλα που έχασκε από κάτω τους πεινασμένη.

«Σε παρακαλώ, πάμε πίσω, δεν θα χάσει το πανηγύρι από δυο ασκούς νερό».

Εκείνος γέλασε.

«Μη φοβάσαι… Θα πηγαίνω εγώ μπροστά να ανοίξω δρόμο».

Τα πόδια της έτρεμαν, αλλά τα ζεστά του μάτια την προέτρεπαν να προχωρήσει. Άπλωσε το χέρι του.

«Ακριβώς γι’ αυτό ζούμε», της θύμισε καθώς το έπιανε.

Όπως είπαμε, ο χειμώνας δεν είχε φερθεί καλά στη γη• είχαν γίνει αρκετές κατολισθήσεις μετά τις βροχές, απόρροια των πυρκαγιών της περασμένης χρονιάς. Το πεύκο που παλιά κρατούσε το μονοπάτι είχε γείρει προς τα κάτω, εξακολουθώντας παρ’ όλ’ αυτά να δημιουργεί ένα μικρό σκαλοπάτι. Ο Λευτέρης κλώτσησε τον κορμό, ζύγιασε το πρώτο του βήμα και πριν προχωρήσει γύρισε και της έδωσε ένα χαμογελαστό φιλί. Τοποθέτησε προσεκτικά το βάρος του στο γερμένο κορμό και τότε αυτός ξεκόλλησε από το έδαφος και παρασύρθηκαν μαζί στο κενό.

Μια κουκουβάγια έσκισε τον αέρα κραυγάζοντας.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Το διήγημα έγραψε η Αναστασία Φ. στο πλαίσιο του Συνεργείου Δημιουργικής Γραφής.

Η πρώτη παράγραφος είναι της Ζυράνας Ζατέλη. Η φωτογραφία είναι του Κώστα Μαυρογιάννη.

Προηγούμενο άρθροΝταούλια
Επόμενο άρθροΠίσω της
Avatar
Γράφω μόνο τα βράδια, όταν όλοι κοιμούνται και η πόλη ησυχάζει. Είμαι επιρρεπής στους εθισμούς, αλλά πίνω μόνο κρασί –μετά τη δύση του ηλίου- και όλο σκέφτομαι ότι πρέπει να κόψω το κάπνισμα. (Προσθήκη, 12 χρόνια μετά. Το έκοψα το κάπνισμα).