Τελευταίο σπίτι πριν το τέλος του κόσμου

0
136

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι 12782084_jpg.jpg

Περπατούσε ανάμεσα στα πετρωμένα πουλιά. Τα γιγάντια κίτρινα δέντρα κι ο γαλάζιος ουρανός καθρεφτιζόταν τόπους τόπους πάνω στο σώμα του. Άφηνε πατημασιές στο κοκκινόχωμα και κάθε λίγο άκουγε κάτι που τον έκανε να κοιτάζει πίσω του.

Γύρισε και είδε έναν άνθρωπο με μαύρο κουστούμι να ισορροπεί ένα πράσινο μήλο πάνω στο κεφάλι του, πιο πίσω μια γυμνή γυναίκα που είχε βγάλει βόλτα την τίγρη της. Στα δεξιά, σφηνωμένο στο χαντάκι του δρόμου, ένα ξύλινο παράθυρο με κόκκινες κουρτίνες που έβλεπε στην αχανή έρημο.

Μέσα στην άμμο, ένας σωρός από πεταμένα σπίτια και στα αριστερά του μια θάλασσα που πάνω της επέπλεε το φεγγάρι – παρόλο που ήταν μέρα. Υποψιαζόταν ότι σε λίγο θα άρχιζε η βροχή οπότε έπρεπε να γυρίσει πίσω.

Ζούσε μόνος, στο τελευταίο σπίτι του δρόμου, εδώ τόσα πολλά χρόνια, που πια είχε ξεχάσει πια πως βρέθηκε εκεί. Τελευταίο σπίτι πριν το τέλος του κόσμου.

Μπήκε στο σπίτι του, κι έκανε τις ίδιες κινήσεις που έκανε κάθε μέρα αυτή ίδια ώρα. Έβγαλε τα παπούτσια του, έβαλε την τσαγιέρα να βράζει και πήρε μπροστά του το τριπόδι. Αντικρύζοντας το λευκό καμβά ξαφνικά μπήκαν όλα σε τάξη. Οι ζωές των άλλων ζωντάνεψαν πάνω στο χαρτί του, πήραν χρώμα και μορφή. Μουρμούρισε τις συνομιλίες τους, τον κατέκλυσαν οι φόβοι τους, άκουσε τα μεγαλύτερά τους όνειρα. Πήρε τα πινέλα και τα βούτηξε με φόρα μέσα στην καρδιά τους.

*

Την ίδια στιγμή στον μικρό παραθαλάσσιο δρόμο, ένας σκυφτός περαστικός με μαύρο κουστούμι περπατούσε αργά κρατώντας σφιχτά μια σακούλα γεμάτη πράσινα μήλα. Την πήγαινε στο σπίτι του. Η σακούλα δεν έμοιαζε βαριά όμως ο ίδιος έμοιαζε να μην μπορεί να τη σηκώσει, βάραινε υπερφυσικά προς τη μεριά της.

Στο απέναντι πεζοδρόμιο, μια γυναίκα συνοφρυωμένη. Η φούστα της είχε σηκωθεί και φαίνονταν τα γυμνά πόδια της καθώς καθόταν στο λευκό πεζούλι του σπιτιού της και κοιτούσε τη φουσκωμένη θάλασσα. Ήθελε να μπει πάλι μέσα, να βρει τον άντρα της να κοιμάται και όπως ροχάλιζε ανάσκελα να του ξεσκίσει τη μούρη με τα μακριά κόκκινα νύχια της.

Από τα ανοιχτά παράθυρα των στοιβαγμένων σπιτιών ξεχείλιζε η μεσημεριανή ησυχία. Τα δέντρα θρόισαν απαλά, έριξαν μερικά κίτρινα φύλλα και ένα ελαφρύ φύσημα τα παρέσυρε μέσα στη θάλασσα. Το αεράκι δρόσισε όσους βρίσκονταν εκείνη τη στιγμή στον μικρό δρόμο. Ο περαστικός επιτάχυνε, η γυναίκα μπήκε μέσα. Ο δρόμος άδειασε και η βροχή παρέσυρε ό,τι άφησαν εκεί.
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Το μικροδιήγημα έγραψε η Ηρώ Παππά, στο πλαίσιο του Συνεργείου Δημιουργικής Γραφής.

Ο πίνακας

Tatyana Chepkasova  Rene and Salvador have a drink on a picnic (2019)