Από το τηγάνι στο πιάτο

0
1140

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι 1.jpg

Η κυρία Μαρία κοίταξε το τηγάνι λες και το έβλεπε πρώτη φορά. Είχε αποφασίσει ήδη ότι θα έφτιαχνε κεφτεδάκια για μεσημεριανό, αλλά ξαφνικά δεν ήξερε τι έπρεπε να κάνει. Λες και το μυαλό της ήταν άδειο από τη γνώση της παραγωγής κεφτέδων.

Ήταν από μικρή καλή νοικοκυρά η κυρία Μαρία. Η μάνα της από 10 χρονών την έβαζε να μαγειρεύει για “να μάθει”, να φροντίζει τον άντρα και τα παιδιά της, αφού πρώτα εξασκηθεί με τον πατέρα και τους δύο αδερφούς της, που όλη μέρα δούλευαν στα χωράφια, οι καημένοι, και γύριζαν κατάκοποι και ήθελαν να τους σερβιριστεί ένα πιάτο ζεστό φαγητό μπροστά τους, από τις γυναίκες που όλη μέρα κάθονταν στο σπίτι. Ας έκαναν κι αυτές κάτι. Γι’ αυτές σκοτωνόντουσαν στη δουλειά.

Από τα οχτώ ήδη έπλενε, σκούπιζε, ξεσκόνιζε, μπάλωνε, καιρός της ήτανε να μάθει και να μαγειρεύει. Τι να την πάρει κάποιος να την κάνει άμα δεν είναι νοικοκυρά; Κανείς δεν θα τη σεβαστεί.

Το μυαλό της δούλευε με γρήγορους ρυθμούς. Τις έπαιρνε τις δουλειές και το έμαθε γρήγορα το νοικοκυριό, αλλά ήθελε να πάει και σχολείο. Ευτυχώς που ήταν απέναντι από το σπίτι της, όμως έπρεπε να έχει τον νου της στο διάλειμμα, να πεταχτεί μέχρι το σπίτι να κοιτάξει το φαγητό που σιγόβραζε μην καεί, και τι θα φάνε οι άντρες. Μια φορά που είχε ξεχαστεί και τόλμησε να παίξει, είχε γίνει κάρβουνο, και το ξύλο που έφαγε το θυμάται ακόμα και πονάνε οι ρίζες των μαλλιών της. Μια άλλη φορά, πάλι άρπαξε το φαγητό, όχι και πολύ όμως, γιατί έπαιζε με την ξαδέρφη της στην αυλή. Για τιμωρία, η μάνα της τις άρπαξε και τις δύο και τις έδεσε κοτσίδα με κοτσίδα, να μην μπορούν να κουνηθούν χωρίς να τραβήξουν η μία τα μαλλιά της άλλης. Μετά που ήρθε η θεία της από τις κότες, αντί να μαλώσει τη μάνα της, τράβηξε και στις δύο τις ελεύθερες κοτσίδες, για παραδειγματισμό.

Το μισούσε το μαλλί της. Τις υποχρέωναν να το έχουν μακρύ και καλοχτενισμένο, αλλά μόνο τις Κυριακές τις άφηναν να το χτενίζουν ελεύθερο κάτω – με τα ανάλογα χρωματιστά τσιμπιδάκια δηλαδή. Τις υπόλοιπες μέρες έπρεπε να το έχουν είτε κότσο, είτε κοτσίδες, είτε αλογοουρά. Αλίμονό σου άμα σε έβλεπε ο δάσκαλος αργά το απόγευμα στην αυλή του σπιτιού σου, με ξέμπλεκο μαλλί, καθημερινή. Την επομένη το πρωί, στο προαύλιο του σχολείου, είχες εξασφαλίσει από 10 βεργιές σε κάθε παλάμη –δυνατές ε; όχι αστεία–, για να μάθεις να είσαι τακτική και νοικοκυρεμένη.

Αυτός ο δάσκαλος που φρόντιζε για την ηθική των μαλλιών και την τάξη των πραγμάτων, ήταν και η αιτία που η μικρή Μαρία και η ξαδέρφη της σταμάτησαν το σχολείο μόλις έβγαλαν το Δημοτικό. Όλο τις έστελνε ο δάσκαλος για κιμωλίες και φρέσκες βίτσες, κι όλο –καταλάθος φυσικά– τους χούφτωνε τα στήθια που μόλις είχαν ξεκινήσει να ξεπροβάλλουν και τίναζαν τις κοτσίδες προς τα εμπρός. Το πήραν χαμπάρι οι πατεράδες και τον τουλούμιασαν τον δάσκαλο, αλλά παρέμεινε στη θέση του. Ποιος άλλος θα πήγαινε στο κατσικοχώρι τους να μάθει στα παιδιά τους έστω και τα βασικά, να γίνουν άνθρωποι; Εννοείται, τα κορίτσια έφαγαν το περισσότερο ξύλο “που δεν ήξεραν να κρατήσουν τη θέση τους και προκαλούσαν. Πιο προσεκτικές την επόμενη φορά”.

Δώδεκα χρονών, το λοιπόν, η Μαρία είχε μείνει σπίτι να πλένει, να μαγειρεύει και να μπαλώνει όλη μέρα. Στα δεκαπέντε, την είχαν ζητήσει ήδη τρεις για γάμο. Τόσο προκομμένη ήταν, και οι πίττες της με το τραγανό ξεροψημένο φύλλο, που άνοιγε τόσο λεπτό σαν τσιγαρόχαρτο, ήταν ξακουστές σε όλο το χωριό.

Ο πατέρας της είχε αρχίσει να το σκέφτεται. Ήταν πολύ επικίνδυνο να μεγαλώνεις ένα κορίτσι εκείνες τις μέρες. Η κακιά στιγμή μπορούσε να έρθει απροειδοποίητα, κι άμα ακουστεί το κορίτσι, μετά δεν θα το παίρνει κανείς. Ίσως κανάς μεσήλικας, σαν δεύτερο-τρίτο γάμο να του μεγαλώσει τα παιδιά, αλλά και πάλι θα χρειαζόταν γερή προίκα.

Αυτός ήταν και ο λόγος που απέρριψε και τους τρεις γαμπρούς. Θέλανε το κορίτσι, μα θέλανε και γερή προίκα. Χρυσές, κεφάλια, πράματα… Πού να τα βρει αυτός τα ζώα και τα χτήματα τα περισσευούμενα; Κι αν έδινε τα δύο που είχε για να παντρέψει το κορίτσι, πώς θα ζούσε η υπόλοιπη οικογένεια; Κάλλιο να του μείνει στο ράφι, να βοηθάει και στις δουλειές, από το να πεινάσει η φαμίλια.

Ο Γιώργης φάνηκε πιο έξυπνος απ’ όλους. Κόντευε τα 28, ό,τι είχε γυρίσει από το στρατιωτικό του και γύρευε να κάνει οικογένεια. Ήρθε με τη μάνα του και ζήτησαν τη 16χρονη πια Μαρία.

— Τίποτα δεν θέλουμε, κύριε Βασίλη. Εμείς έχουμε τα πάντα, και θα την έχουμε βασίλισσα τη θυγατέρα σου. Θα την πάρουμε με το βρακί της, και θα σας το επιστρέψουμε μόλις ψωνίσουμε. Σαν την κόρη που δεν είχαμε ποτέ και πάντα θέλαμε, θα την έχουμε, είπε η μαμά του Γιώργη, καλοντυμένη με το ταγιεράκι της, και το κατακόκκινο κραγιόν της που φώτιζε το φουσκωμένο μαλλί “κουνουπίδι”.

— Τιμή μας, κυρία Στέλλα, που προτιμήσατε το δικό μας το κορίτσι, άξιο και προκομμένο, αλλά θα φύγετε στην πρωτεύουσα, όπως έμαθα;

— Ε ναι, κύριε Βασίλη μου. Δεν έχει ευκαιρίες πια το χωριό. Στην Αθήνα, να βρει μια δουλειά και ο Γιώργης μου, να κάνουν την προκοπή τους τα παιδιά. Όποτε θέλετε θα έρχεστε να τη βλέπετε, το σπίτι μας θα είναι πάντα ανοιχτό. Αλλά και τα παιδιά θα έρχονται. Θα τη βλέπεις τόσο συχνά, που ούτε που θα καταλάβεις ότι λείπει.

Κανείς δεν ρώτησε τη μάνα, κανείς δεν ρώτησε τη Μαρία. Έδωσαν τα χέρια πατέρας και συμπεθέρα, και ετοίμασαν τα χαρτιά για τον γάμο.

Στην Αθήνα, η Μαρία, σε ένα τριάρι σπίτι, στον τέταρτο όροφο μιας πολυκατοικίας στην Κυψέλη με μικρό μπαλκόνι και πολλή φασαρία από τα αυτοκίνητα που όλη μέρα κι όλη νύχτα περνούσαν από κάτω, έκανε αυτό που είχε μάθει να κάνει από τα οχτώ της. Έπλενε, και σκούπιζε, και μπάλωνε, και μαγείρευε, κάτω από την επίβλεψη της πεθεράς της, η οποία, αν έκανε κάποιο μικρό λάθος, όσο ασήμαντο κι αν ήταν, της τράβαγε τα μαλλιά και την πετούσε στο τραπέζι της κουζίνας. Είχε γεμίσει μελανιές στα πλευρά, η Μαρία.

Κάθε φορά που τολμούσε να κάνει παράπονα στον άντρα της, αυτός της φώναζε και της έλεγε ότι η μάνα του είναι άγια γυναίκα, και δεν κάνει τέτοια πράγματα. Θα έπρεπε να ντρέπεται που λέει τέτοια αδιάντροπα ψέματα γι’ αυτή τη γυναίκα που τη συμμάζεψε στο σπίτι της.

Τα βράδια, σιωπηλά να μην ακούσει η μητέρα, τη γύριζε ανάσκελα στο κρεβάτι, της άνοιγε τα πόδια, έπεφτε βαρύς πάνω της, κουνιόταν δύο τρεις φορές, ανακουφιζόταν, και γύριζε στο άλλο πλευρό για να κοιμηθεί. Η Μαρία κοίταζε το ταβάνι και σκεφτόταν τα χωράφια με τα πρόβατα, και πόσο της έλειπε που δεν μπορούσε πια να τρέξει ξυπόλητη εκεί.

Πέντε χρόνια παντρεμένη, και η Μαρία δεν είχε μείνει ακόμα έγκυος. ”Στέρφα” την ανέβαζε η πεθερά της, “στέρφα” την κατέβαζε. «Ο λεβέντης μου είναι άντρας με τα όλα του, καταστράφηκε που πήρε αυτή, που ούτε παιδί στα σπλάχνα της δεν μπορεί να κρατήσει”.

Αυτός ο καημός θα ήταν η αιτία που, η καημένη η μάνα, έπαθε εγκεφαλικό. Έμεινε παράλυτη η δεξιά πλευρά της και καθηλώθηκε στο κρεβάτι. Δεν μπορούσε πια να μιλήσει, και κανείς δεν ξέρει πόσο από το μυαλό της δούλευε πλέον, αλλά κάθε φορά που χεζόταν πάνω της, έχωνε το αριστερό χέρι της μέσα από την πάνα που της φόραγε κάθε βράδυ η Μαρία, έπιανε μια χούφτα με σκατά και τα πετούσε στον τοίχο απέναντί της.

Δέκα χρόνια βάστηξε έτσι. Δέκα χρόνια η Μαρία καθάριζε και τάιζε την πεθερά της, και μετά σαπούνιζε τους τοίχους. Δέκα χρόνια ο άντρας της την έπιανε απ’ το μαλλί κάθε που γύριζε σπίτι απ’ τη δουλειά, και την πέταγε πάνω στο τραπέζι της κουζίνας, επειδή τολμούσε να πει ότι δεν αντέχει, και μήπως να την κοιτούσε κάποιος ειδικός τη μάνα, μήπως να της έδιναν κάποιο φάρμακο, μήπως την πρόσεχαν καλύτερα σε κάποια κλινική που ήταν έμπειροι… Μήπως… «Παιδί δεν κατάφερες να μου κάνεις, σκρόφα. Ούτε τη γυναίκα που σε περιμάζεψε δεν είσαι ικανή να φροντίσεις; Τσάμπα σε ταΐζω;».

Όσες φορές είχε τηλεφωνήσει στη δική της μάνα, να της πει τον πόνο της, η Μαρία άκουγε την ίδια απάντηση: «Κάνε υπομονή, είσαι παντρεμένη γυναίκα τώρα, πρέπει να κοιτάξεις τον άντρα σου και τις υποχρεώσεις σου».

Ένα δεύτερο εγκεφαλικό, γλίτωσε τη Μαρία από τις υποχρεώσεις. Έθαψαν τη μάνα στο χωριό, δίπλα στον πατέρα της Μαρίας που είχε πεθάνει από χρόνια, να είναι μαζί τα συμπεθέρια, να τα λένε, να “προσέχουν από ψηλά” τα παιδιά τους. Ήταν η πρώτη φορά που η Μαρία επέστρεφε στο χωριό μετά τον γάμο της.

Κοντά στα 32 πια, προσπάθησε να ζεστάνει τη σχέση της με τον άντρα της. Είχε χρόνια που αυτός έλειπε συχνά από το σπίτι. Μερικές φορές ούτε που γύριζε τα βράδια, κι όταν γύριζε ήταν αμίλητος και σαν να μύριζε το χνώτο του κρασί. Κι αν τα κεφτεδάκια δεν ήταν ζεστά να κυλήσουν απ’ το τηγάνι στο πιάτο αμέσως με το που έμπαινε στο σπίτι, έπιανε τη Μαρία απ’ το μαλλί, την πετούσε πάνω στο τραπέζι της κουζίνας και της φώναζε ότι σκότωσε τη μάνα του με τις στεναχώριες που τη γέμισε… Ένα παιδί, δεν είχε καταφέρει να του κάνει…

Έκανε υπομονή άλλα 8 χρόνια, χωρίς να σταματήσει ούτε λεπτό την προσπάθεια να μαζέψει τον άντρα της στο σπίτι. Το σπίτι πάντα τακτικό, αυτή πάντα περιποιημένη. Στη γειτονιά την εκτιμούσαν όλοι. Μιλούσε σιγανά και ήρεμα, κοιτούσε χαμηλά, ήταν πάντα πολύ ευγενική κι είχε μια καλή κουβέντα για όλους όταν έβγαινε να ψωνίσει. «Κυρία Μαρία» και «κυρία Μαρία», ήταν όλοι οι μαγαζάτορες και οι γείτονες όταν τη συναντούσαν. Περίμεναν να απομακρυνθεί για να πλησιάσουν ο ένας τον άλλον και να συζητήσουν πόσο τη λυπόντουσαν την καημένη, για αυτά που άκουγαν να τραβάει όλα αυτά τα χρόνια, πρώτα από την πεθερά της κι έπειτα από τον άντρα της. Σαν τα φύλλα που άνοιγε για πίττα ήταν τα ντουβάρια στις πολυκατοικίες… Τσιγαρόχαρτα.

Εκείνη την Κυριακή το πρωί ήταν από τις λίγες Κυριακές που ο άντρας της θα ξύπναγε σπίτι. Η Μαρία μετά τον καφέ της καταπιάστηκε με το ζύμωμα του κιμά και καθάρισε και πατάτες, να είναι έτοιμα, το μεσημέρι να τα πετάξει στο τηγάνι, να φάνε μετά από καιρό, μαζί.

Από την πρώτη στιγμή φάνηκε ότι ο Γιώργης ξύπνησε στραβά. Κάτι δεν του άρεσαν οι φουσκάλες του καφέ, κάτι η Μαρία που ήταν ακόμα με τη ρόμπα και δεν μπορούσε να τη βλέπει, ούτε καλημέρα δεν είπε. Ξεκίνησε να ετοιμάζεται να φύγει.

— Δεν θα μείνεις να φάμε; Θα φτιάξω κεφτέδες, είπε η Μαρία για να ξεκινήσει κουβέντα.

Ο Γιώργης την κοίταξε με απέχθεια.

— Να τους φας μόνη σου τους κεφτέδες. Με έχεις χορτάσει κεφτέδες. Πιο γυναίκα να ήσουν, να μη χρειαζόταν να ψάχνω αλλού, έπρεπε.

Η κυρία Μαρία, κοίταξε ξανά το τηγάνι. Το άφησε απαλά πάνω στο τραπέζι της κουζίνας και πήγε μέχρι την ξύλινη σιφονιέρα που είχε προίκα από την πεθερά της. Άνοιξε το πρώτο συρτάρι και έβγαλε το ψαλίδι που είχε για τα υφάσματα. Κάθισε στην “κουτσομπόλα” βουρκωμένη, και ξεκίνησε μεθοδικά να κόβει τούφα τούφα τα μαλλιά της και να τα αφήνει να πέφτουν στο πάτωμα.

Μετά, γύρισε, έπιασε το τηλέφωνο και γύρισε με τον δείκτη του δεξιού της χεριού το καντράν.

— Ναι, Αστυνομία εκεί; Νομίζω ότι πρέπει να έρθετε. Σκύρου 18, στην Κυψέλη.

Έπειτα γύρισε ξανά στην κουζίνα.

Πήρε το τηγάνι και προχώρησε προς τον νεροχύτη. Άνοιξε τη βρύση και ξεκίνησε να το ξεπλένει. «Δεν νομίζω ότι θα χρειαστούν κεφτεδάκια σήμερα».

Ούτε που γύρισε να ξανακοιτάξει το ματωμένο κεφάλι του άντρα της στο πάτωμα.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Το διήγημα φόνου έγραψε η Καττερίνα, στο πλαίσιο του Συνεργείου Δημιουργικής Γραφής