Δανεικά

0
168

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι R-1.jpg

Σηκώθηκε από το κρεβάτι του και ετοιμάστηκε να πάει στη δουλειά. Ασυναίσθητα, έδεσε τα κορδόνια από τις σκονισμένες μπότες του τόσο σφιχτά που του έκοβαν το αίμα. Ήταν όμως τόσο νευρικός, που δεν διόρθωσε τον κόμπο. Πέταξε δύο αυγά σε καυτό λάδι και ύστερα δύο φέτες ψωμί. Μετά από αυτό, θα ξαναέτρωγε το βράδυ. Ήταν Δευτέρα.

Μπήκε στο αυτοκίνητο και άναψε ένα τσιγάρο. Το χέρι του τρεμουλιαστό, μία έφερνε το τσιγάρο στο στόμα, το έπαιρνε πάλι πίσω και αφηνόταν να σταθεί πάνω στον λεβιέ ταχυτήτων είτε για να αλλάξει ταχύτητα, είτε προσπαθώντας να ξεχάσει ότι έτρεμε. Ο λόγος για το πρωινό καρδιοχτύπι, ήταν τα χρήματα. Τα χρήματα που χρωστούσε στο αφεντικό του. Εκείνος, μόλις την προηγούμενη μέρα, του τα είχε ζητήσει πίσω.

Τα μηνίγγια του χτυπούσαν δυνατά, αφού γνώριζε πως το αφεντικό περίμενε μία απάντηση. Τί θα γίνει με τα χρωστούμενα. Ένταση δεν θα υπήρχε αν αυτά υπήρχαν σε κάποιο μέρος κρυμμένα στο σπίτι ή φυλαγμένα σε κάποιον τραπεζικό λογαριασμό. Όμως δεν υπήρχαν πουθενά.

«Πού είσαι Κώτσο. Καλημέρα» είπε το αφεντικό καθώς τον είδε να μπαίνει στο μαγαζί.

Ο Κώστας προσπάθησε να προσποιηθεί τον ψύχραιμο, όχι ιδιαίτερα επιτυχημένα. Σκεφτόταν ότι δεν έπρεπε να δείξει τον φόβο του, όπως όταν κάποιος έρχεται σε επαφή με ένα ζώο δεν πρέπει να ξεχνά ότι το ζώο απέναντι είναι αυτό που φοβάται περισσότερο από εκείνον.

«Καλημέρα Λάμπη»

«Τί έγινε, εξαντλημένο σε βλέπω. Τί έπαθες;»

«Τίποτα, ξέρεις. Προβλήματα στο σπίτι. Με την Κατερίνα τα πράγματα δεν πάνε και πολύ καλά» είπε, αλλά δεν ήταν η κύρια έγνοια του τη στιγμή εκείνη. Πιο πολύ δικαιολογία.

«Μη δίνεις σημασία φιλαράκι, έτσι είναι οι γυναίκες. Όλο κάτι θα βρουν για να σου κάνουν τη ζωή δυσκολότερη. Ενώ εμείς, οι άντρες, είμαστε απλά πλάσματα. Εγώ πιστεύω ότι κάνουν ό,τι κάνουν για να μας κρατάνε σε εγρήγορση. Τώρα εσύ το μόνο που θα σκέφτεσαι είναι αυτό, και εκείνη θα έχει καταφέρει τον στόχο της. Μη μασάς»

«Ίσως να έχεις δίκιο, αφεντικό».

Είχε υποσχεθεί στον εαυτό του να μη την πει αυτή τη λέξη. «Αφεντικό». Δεν ήθελε να τον κάνει να νιώσει την ανωτερότητα της θέσης του. Να δηλώσει υποταγή. Όχι εκείνη τη μέρα τουλάχιστον. Ήθελε να μιλάνε σαν ίσοι. Δεν αισθανόταν όμως έτσι. Από όταν μπήκαν στη μέση τα λεφτά, ένιωθε αλυσοδεμένος.

«Έλα φόρτωσε το αγροτικό να την κάνουμε. Θα μας περιμένουν» του είπε ο Λάμπης και ξεκίνησε εκείνος να φορτώνει εργαλεία και υλικά στο πορτ-μπαγκάζ.

Η μέρα περνούσε, η δουλειά προχωρούσε και με κάθε καρφί που κάρφωνε, με κάθε σάκο με μπάζα που φόρτωνε στην πλάτη, σε κάθε διάλειμμα για τσιγάρο, ένιωθε το βλέμμα του αφεντικού του να τον κατακεραυνώνει. Μια διάχυτη ειρωνεία να αιωρείται σαν ομίχλη στον χώρο. Ο Λάμπης δεν είχε επαναφέρει με κανέναν τρόπο το θέμα των χρημάτων. Εκείνος ανεβασμένος στη σκάλα να παίρνει τα μέτρα για τις γυψοσανίδες και ο Κώστας να κοιτάζει τη παχιά του κοιλιά από κάτω, όσο που ξεπρόβαλλε μέσα από την εφαρμοστή του μπλούζα. Ακόμη και αυτή η τριχωτή κοιλιά τον επέκρινε, παρήγαγε ένα αχνό, ενοχλητικό βουητό που τριβέλιζε τα τύμπανά του.

Γυρίζοντας πίσω στο σπίτι, με το μεροκάματο στο πορτοφόλι, ήταν σαν παιδί που έχει κάνει ζαβολιά και περιμένει οδυνηρά το ξέσπασμα των γονιών του. «Τί θα κάνω με τα γαμημένα τα λεφτά;»

Ξημέρωσε η επόμενη μέρα και ο ύπνος κάθε άλλο παρά τον είχε θρέψει. Οι μαύροι κύκλοι έσταζαν τόσο που θα νόμιζε κανείς ότι θα πέσουν κατάχαμα και θα μουσκέψουν το πάτωμα. Φόρεσε τα ίδια ρούχα με την προηγούμενη, φόρεσε και τη μυρωδιά τους, σα να μη σταμάτησε στιγμή τη δουλειά και να συνέχιζε από εκεί που είχε σταματήσει.

Ήπιε δύο ποτήρια νερό, άρπαξε μία μπανάνα από το μπολ με τα φρούτα και κατευθύνθηκε προς το αυτοκίνητο. Στο δρόμο σταμάτησε να πάρει έναν καφέ σκέτο για να ξεπλύνει τη γεύση του σαπισμένου από το στόμα. Άφησε τον καπνό να λερώσει για λίγο το σώμα του και να ξεχάσει πάλι το τρέμουλο.

«Κώτσο» άκουσε τον Λάμπη να φωνάζει πριν ακόμη προλάβει να πατήσει το πόδι του μέσα στο μαγαζί. «Έλα ρε μαλάκα, τι άργησες. Βιαζόμαστε! Πιάσε γρήγορα τη σκάλα και τη σκούπα. Χώσ’ τες πίσω στο πορτ μπαγκάζ να την κάνουμε. Αργήσαμε ρε φίλε»

«10 λεπτά άργησα ρε Λάμπη, πάρε με ένα τηλέφωνο, να ξέρω»

«Έλα έλα πάμε»

Ο Κώστας φόρτωσε το αμάξι και κάθισε στη θέση του συνοδηγού.

«Ρε φίλε, περίεργα τα πράγματα στο σπίτι» ξεκίνησε να λέει ο Λάμπρος. «Έχω αρχίσει να βλέπω διάφορα στη συμπεριφορά της Γιώτας. Ντύνεται συνέχεια ωραία, παρφουμαρίζεται, λείπει πολλές ώρες από το σπίτι. Ούτε έτοιμο φαγητό δε βρίσκω πια. Και τα μαλακισμένα τα παιδιά με έχουν γραμμένο, δε τους νοιάζει για τίποτα. Πού είναι η μάνα σας, τα ρωτάω. Δε ξέρω, μου λένε και κοιτάνε απ’ την άλλη… Ανάθεμα την ώρα που τα έκανα»

Ο Κώστας άκουγε αμίλητος εξαντλημένος από την πραγματικότητα. Η ανάγκη να προσποιείται πως τον ενδιέφερε τον λύγιζε, έπεφτε πάνω του σα βαρίδι και τον τράβαγε να χωθεί μέσα στο κάθισμα του αυτοκινήτου ανάμεσα στις σούστες ή ό,τι άλλο είχε εκεί μέσα. Ταυτόχρονα, όμως, άκουγε. Τα φίδια που ξεστόμιζε το αφεντικό του εισέβαλλαν έρποντας στο κρανίο του και αυτό μούχλιαζε από το βρωμερό τους χνώτο. Μαύρη μούχλα. Άρχισε να σκέφτεται παράλογα, ότι ο Λάμπης ήξερε για τη δική του γυναίκα και του το χτύπαγε.  Αισθανόταν το δέρμα του φιδιού να του χαϊδεύει τον σβέρκο, να τον ζεσταίνει, να τυλίγεται γύρω του, αλλά σιγά σιγά να τον σφίγγει.

Ναι, αυτό έκανε. Τον ειρωνευόταν. Τον ειρωνευόταν γιατί είχε χάσει τον έλεγχο σε κάθε τι στη ζωή του. Σαν καναρίνι κλεισμένο σε κλουβί, όλα τα πράγματα να συμβαίνουν και αυτός απλά να παρατηρεί.

«Δεν ξέρω ρε Λάμπη, περίεργη φάση. Το μόνο που θα σου πω είναι να είσαι σίγουρος αν θελήσεις να πεις ή να κάνεις κάτι» του αποκρίθηκε.

Ο δρόμος μάκραινε, ο Λάμπης συνέχιζε να λέει τα προβλήματά του και ο Κώστας σταμάτησε να προσέχει τα λόγια του, άκουγε μονάχα έναν αδιάκοπο ψίθυρο και απαντούσε τυπικά. Όμως, πλέον, είχε ανασηκωθεί γιατί τον ζέσταιναν τα σωθικά του. Το φίδι βρήκε τη δίοδο και φώλιασε στη κοιλιά του, προστατευμένο, ακούνητο μα ξυπνητό.

Και τη μέρα αυτή καμία νύξη για τα χρήματα δεν έγινε, ωστόσο πολλές κουβέντες του αφεντικού έκαναν τον Κώστα να νιώθει ότι του ζητά τα χρήματα πίσω, πάλι, ξανά και ξανά, σα να του λέει: «Σήκω πάνω και φέρε τα λεφτά μου ρεμάλι».

Γύρισε σπίτι, σκονισμένος, κουρασμένος και δεν τον περίμενε ούτε μια χούφτα ξερό κακομαγειρεμένο κρύο φαγητό. Η Κατερίνα έλειπε και η μικρή ήταν κλεισμένη στο δωμάτιό της. Δεν πήγε ούτε να τον υποδεχτεί. Παρά την εξάντληση ο Κώστας πέταξε δύο αυγά στο καυτό τηγάνι, έπιασε δυο φέτες από το χθεσινό ψωμί και έφαγε αργά και σταθερά με το βλέμμα του καρφωμένο πάνω στο τραπέζι, να κοιτάζει το άσπρο χρώμα και κάθε πληγή πάνω στη σάρκα του τραπεζιού. Αφού τέλειωσε το φαγητό, πέταξε τα ρούχα στο πάτωμα του δωματίου και χώθηκε κάτω από τα σκεπάσματα.

Το επόμενο πρωί σηκώθηκε από το κρεβάτι του και είδε την Κατερίνα ξαπλωμένη πλάι του. Αυτή κοιμόταν ακόμη. Τη θαύμασε με μίσος. Με το μίσος που φθονείς τους καλύτερούς σου φίλους που σε άφησαν πίσω και προχωρούν στη ζωή τους, χωρίς εσένα. Φόρεσε τα πεταμένα στο πάτωμα ρούχα. Η μυρωδιά τους είχε γίνει ανυπόφορη. Ντύθηκε, φόρεσε τα παπούτσια του και δρασκέλισε έξω από την πόρτα του σπιτιού. Το χέρι του δεν έτρεμε. Ήταν ξεκούραστος.

***

«Μη, σε παρακαλώ. Σε εκλιπαρώ. Άσε με ήσυχο, ρε Κώστα, και ξέχνα τα αυτά που μου χρωστάς. Σε παρακαλώ. Σε παρακαλώ» ο Λάμπης ωρυόταν ακατάσχετα. Το πρόσωπό του είχε μπλαβίσει από τον τρόμο. Το σκοινί, με το οποίο ήταν δεμένος στο πίσω μέρος του αγροτικού, είχε αρχίσει να σφίγγει τόσο πολύ το πόδι του που δεν το ένιωθε από τον αστράγαλο και κάτω. Το ίδιο και με τα χέρια του που ήταν δεμένα μεταξύ τους. Το αίμα από τη γδαρμένη του πλάτη είχε μουλιάσει τη μπλούζα του και πάνω στο αίμα είχε κολλήσει η σκόνη από το χαλίκι.

«Τί σου έκανα ρε μαλάκα Κώστα; Σε παρακαλώ. Λύσε με να πάει στα κομμάτια. Δεν το αξίζω αυτό» έκλαιγε και ωρυόταν.

Ο Κώστας στη θέση του οδηγού, καθόταν και τον κοιτούσε να χτυπιέται πανικόβλητος. Απολάμβανε να βλέπει την προσπάθεια του αφεντικού του να φθίνει.

«Τόσο αντέχεις ρε χοντρομπαλά;» είπε σα να του μιλάει και κάπνιζε το τσιγάρο του με αδιάφορη έκφραση.

«Τι, τι είπες;» φώναξε ο Λάμπης, «Μίλα ρε μαλάκα. Τι θες; Σε παρακαλώ. Θα με αφήσεις να φύγω; Άσε με, ρε Κώστα, σε παρακαλώ».

Το φίδι είχε τραφεί με το αίμα του Κώστα και δεν του άφησε παρά μονάχα ένα διάφανο υγρό να τρέχει στη θέση του, σαν το ασπράδι του αυγού πλούσιο σε αλβουμίνη.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Το διήγημα έγραψε ο Χριστόδουλος Ράδος, στο πλαίσιο του Συνεργείου Δημιουργικής Γραφής