Το ριγούνιον της Ογδόης Ογδόου Ογδόντα Οκτώ (8-8-1988)

0
145

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι Alessandra-Sanguinetti.png

«Party timeeeee!!! Γου-Γουυυυυ!»

Το περιστέρι που μπήκε απ’ το παράθυρο, άφησε την πρόσκληση να σκάσει με τη γωνία ακριβώς στην κορυφή του κεφαλιού του και έφυγε τόσο βιαστικά όσο είχε έρθει. Της άρεσε να παραδίνει η ίδια τις προσκλήσεις για τις συγκεντρώσεις της.

— Άουτς, ρε, τη βλακιασμένη, πότε θα μάθει επιτέλους σημάδι; Έτριψε το πονεμένο κεφάλι του και άνοιξε τον φάκελο.

«Οχτώ ογδόου του ογδόντα οχτώ, κάνουμε κατάληψη στο Φαράγγι της Σαμαριάς. Παρουσιάζεστε την προηγουμένη. Ένδυμα επίσημο! Μη διανοηθεί να λείψει κανείς!»

«Ώστε θα γίνει τελικά. Η μεγάλη συνάντηση! Το Ριγιούνιον των αποφοίτων του ‘77». Ήταν το ραντεβού που είχαν κλείσει για να συναντηθούν, πάλι, όλοι μαζί. Τελευταία φορά ήταν στις εφτά εβδόμου του εβδομήντα εφτά, ημερομηνία που είχαν τελειώσει το σχολείο, και το ριγιούνιον το είχαν κλεισμένο από τότε. Αν το έχαναν, μετά θα συναντιόντουσαν, χωρίς άλλη αναβολή, στις εννιά ενάτου του ενενήντα εννιά, αλλιώς μετά θα έπρεπε να περιμένουν τις δέκα δεκάτου του δέκα.

Μιας και η προηγουμένη ήταν σήμερα, δίπλωσε το πιάνο και το παράχωσε στο δεξιό τσεπάκι του σακ βουαγιάζ που θα έπαιρνε μαζί του. Πρόσθεσε ένα ζευγάρι καινούριες οπλές και λίγο σανό για να έχει κάτι να τσιμπάει στον δρόμο. Αποφάσισε ότι δεν θα πάρει αλλαξιά μαζί του, σιγά, το πολύ σε τρία τέρμινα θα είχε επιστρέψει.

Φόρεσε το σακ βουαγιάζ στην πλάτη του, ξεδίπλωσε τα φτερά του, κι αφού τακτοποίησε τα χερούλια για να μην εμποδίζουν την κίνηση των πούπουλων, ξεκίνησε αφήνοντας ένα δυνατό χλιμίντρισμα.

Δρόμο πήρε, δρόμο άφησε, όχι όλον όμως, κράτησε και λίγο γι’ αργότερα, ώσπου έφτασε στο σπίτι της φίλης του, κάπου στην Παλαιόχωρα Χανίων, σε κάτι βουνά απάτητα, όπου οι κάτοικοι για πρωινό πίνουν τσικουδιά και για μεσημεριανό ό,τι περίσσεψε από το πρωινό.

Οι πρώτοι είχαν ήδη φτάσει και το σπίτι μύριζε σαν το Μοναστηράκι μετά από επιδρομή Γάλλων τουριστών. Χαιρέτισε τον σκίουρο που ήταν μαζί από το νηπιαγωγείο, και έδωσε ένα πεταχτό φιλί στην κατσίκα, που δεν θυμόταν και καλά, πρέπει να τα είχαν φτιάξει στο χριστουγεννιάτικο πάρτυ του Λυκείου, αλλά μετά έφυγαν για τις διακοπές και ξέχασαν να τα χαλάσουν.

Ήταν, ίσως, η πιο μακροχρόνια σχέση που είχε κάνει ποτέ και κρατούσε έως και σήμερα.

Στον καναπέ καθόταν μία κουρούνα, την οποία δεν είχε ξαναδεί. Πλησίασε το περιστέρι, που εκείνη τη στιγμή άφηνε στο πάτωμα μία γαβάθα με κάτι απροσδιόριστα φαγώσιμο.

— Το μωρό; Κούνησε αδιόρατα το μακρουλό κεφάλι του, δείχνοντας με νόημα προς το μέρος της κουρούνας.

— Καινούρια φίλη. Τρακάραμε μόλις βγήκα απ’ το παράθυρο του αγριογούρουνου και θεώρησα σωστό να την καλέσω κι αυτήν.

~~

Πήρε λίγη ώρα ώσπου να μαζευτούν όλοι, δεκατέσσερα άτομα, και τότε η οικοδέσποινα έφερε το Ouija, που της είχε αφήσει η συγχωρεμένη η γιαγιά της, για να τη συμβουλεύεται πριν κάνει οτιδήποτε.

— Ησυχία, ρεμάλια, να πάρουμε την ευχή της γιαγιάς.

Γύρισε τον πλατύποδα ανάποδα και στερέωσε πάνω του τον πίνακα επίκλησης πνευμάτων.

— Γιαγιά, θα πάμε εκδρομή.

Το ποτηράκι ξεκίνησε να κινείται γράμμα γράμμα:

— Ζ-Α-Κ-Ε-Τ-Α Ν-Α Π-Α-Ρ-Ε-Ι-Σ.

— Θα πάρω, συγκεντρώσου. Θα μας δώσεις την ευχή σου να πάνε όλα καλά;

Το ποτηράκι το σκέφτηκε για λίγο και ξεκίνησε αργά αργά να δείχνει πρώτα στο Τ, μετά στο Ι, άφησε ένα space, Μ, Α, Λ, Α, Κ…

— Έλα, ρε γιαγιά, αμάν πια! Δώσε και μια φορά την ευχή σου χωρίς να μας τη χαλάσεις. Εγώ φταίω που σε ρωτάω!

Ο πίνακας, φανερά πληγωμένος, σχημάτισε βιαστικά τις λέξεις ΤΡΑΒΑΤΕ ΟΠΟΥ ΘΕΛΕΤΕ ΚΑΙ ΠΑΡΑΤΑΤΕ ΜΕ, ΠΟΤΕ ΜΕ ΥΠΟΛΟΓΙΣΑΤΕ ΓΙΑ ΝΑ ΜΕ ΥΠΟΛΟΓΙΣΕΤΕ ΚΑΙ ΤΩΡΑ, ΝΑ ΠΕΡΑΣΕΤΕ ΟΜΟΡΦΑ ΕΣΕΙΣ ΚΙ ΕΓΩ ΘΑ ΚΑΤΣΩ ΕΔΩ ΣΤΗ ΓΩΝΙΤΣΑ ΜΟΥ ΝΑ ΠΕΘΑΝΩ ΗΣΥΧΑ ΗΣΥΧΑ ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΕΝΟΧΛΩ ΚΑΝΕΝΑΝ, και μ’  ένα εκνευρισμένο τίναγμα σηκώθηκε στον αέρα και πέταξε προς το παράθυρο. Λίγο πριν βγει, γύρισε προς τον πλατύποδα, που πάλευε να γυρίσει το πάνω-κάτω· ΚΙ ΕΣΥ ΝΑ ΠΛΕΝΕΙΣ ΤΑ ΠΟΔΙΑ ΣΟΥ ΣΥΧΝΟΤΕΡΑ.

Η κατάσταση ήταν ήδη δύσκολη και για να μην εκτροχιαστεί εντελώς, άνοιξε το σακ βουαγιάζ και ξεδίπλωσε το πιάνο που είχε φέρει, κυρίως για να δίνει τον ρυθμό στο βάδην. Δεκαπέντε χιλιομετράκια χωρίς ένα εμβατήριο, δεν βγαίνουν, μάνα μου.

Ξεκίνησε να παίζει το «Μη μου σηκώνεσαι, μωρό μου, θ’ ανοίξω μαγαζί δικό μου», κι όλο έριχνε λάγνες αλογίσιες ματιές προς το μέρος της κουρούνας.

Αυτή κοκκίνισε και πήγε και κρύφτηκε κάτω από τις φτερούγες της οικοδέσποινας, η οποία θεώρησε ότι η προσβολή προς το πρόσωπο της νέας της φίλης σήκωνε υπεράσπιση.

Τον κοίταξε άγρια· «Μη μουσικόνεσαι, μωρό μου, το μαγαζί είναι δικό μου».

Τα τρίδυμα κοκόρια, τα οποία είχαν ήδη καταναλώσει σεβαστές ποσότητες πίνας κοκαλάδας και την είχαν ακούσει, άρχισαν να χορεύουν· «Επαναστάτες, Αναρχικοί, Ροκάδες, Φρίκια, όλοι μαζίιιιιιι».

Μέσα στον χαμό, το τσαχπινομπιρμπίλικο μάτι του, αυτό που ήταν από την πλευρά του σαλονιού, είδε τον πίθηκα να την πέφτει στη γυναίκα της ζωής και της καριέρας του· στην κατσίκα! Αυτό δεν μπορούσε να το αφήσει ατιμώρητο. Άφησε το πιάνο να συνεχίσει τη μελωδία μόνο του και πλησίασε το ζευγάρι.

— A wise monkey never monkeys with another monkey’s monkey, του χλιμίντρισε απειλητικά.

Ο πίθηκας τον κοίταξε με θυμηδία και σηκώθηκε όρθιος γεμίζοντας όλον τον κενό χώρο μέχρι το ταβάνι.

— Unless, he is King Kong, φιλαράκι.

— Με το μπαρδόν, σας πέρασα από σαράντα κύματα, είπε και ξεκίνησε να οπισθοχωρεί προς το πιάνο, το οποίο είχε αρχίσει να παίζει καν καν μετατρέποντας το πάρτυ σε αμέρικαν μπαρ.

~~

Ξεκίνησαν πριν το ξημέρωμα, μην τους πιάσει ο ήλιος. Την προηγούμενη φορά τους είχε κρατήσει τουλάχιστον τρεις μέρες, χωρίς να παρεμβάλει ούτε μία νύχτα ενδιάμεσα, ο σαδιστής.

Και οι έντεκα ήταν πολύ χαρούμενοι που μπορούσαν να περάσουν ξανά μια ξέγνοιαστη εκδρομή με τους φίλους τους όπως στο σχολείο. Τα τρίδυμα κοκοράκια δεν θα κατάφερναν τελικά να πάνε μαζί τους. Είχαν αναλάβει το πρωινό ξύπνημα και τσάντισαν τον βόα, ο οποίος με τη σειρά του ένιωσε πολύ βαρυστομαχιασμένος για να τους ακολουθήσει.

Έτσι, δέκα παλιοί φίλοι, ξεκίνησαν χαρούμενοι για την εκδρομή τους. Στον δρόμο συνάντησαν βουναλάκια από στοιβαγμένες πέτρες και ξεκίνησαν να τις πετάνε ο ένας στον άλλον. Ο Κινγκ Κονγκ έφαγε μία στο δόξα πατρί κι έτσι απόμειναν μονάχα εννιά.

Εννιά παλιοί φίλοι συνέχισαν την εκδρομή αλλά η κατσίκα ξεκίνησε να πηδάει στις απότομες πλαγιές του φαραγγιού, κι έτσι έμειναν μονάχα οχτώ.

Οχτώ παλιοί φίλοι μπήκαν στα νερά του φαραγγιού, ο ένας όμως πνίγηκε και γίνανε εφτά.

Εφτά παλιοί φίλοι συνέχισαν μεσ’ στο φαράγγι, αλλά μία κατολίσθηση πήρε σε έναν το κεφάλι.

Έξι μείναν οι παλιοί οι φίλοι, μα ο ένας πνίγηκε μ’ ένα φυτίλι.

Πέντε παλιοί φίλοι προχώραγαν μαζί, σκόνταψε η μία, κι απέμεινε κουτσή.

Τέσσερις παλιοί φίλοι συνέχισαν να περπατάνε, κουράστηκε ο ένας και πέσαν να τον φάνε.

Τρεις παλιοί φίλοι ήτανε δίχως κούκο, ο ένας στραβοπάτησε κι έπεσε στον βούρκο.

Δύο παλιοί φίλοι φτάνανε στο τέλος, το περιστέρι χτύπησε ένα τυχαίο βέλος.

Ένας παλιός φίλος βγήκε από το Φαράγγι, ανέβηκε στο λεωφορείο και γύρισε μονάχος.

~~

Όταν έφτασε στο σπίτι του περιστεριού, τους βρήκε όλους μαζεμένους γύρω από το Ouija, που επέστρεψε για να τους υποδεχτεί και να τους τηγανίσει φρέσκες πατάτες.

— Άντε, ρε καθυστερηλίθιε, εσένα θα περιμένουμε; Κάτσε να φάμε, η γιαγιά θα μας πει παραμύθι μετά.

Σκέφτηκε τα γράμματα να εμφανίζονται αργά και σαδιστικά πάνω στον πίνακα και δεν ψηνόταν ούτε στο grill στους 270ο, αλλά η γιαγιά τούς είχε φροντίσει όλους όταν ήταν παιδιά, σαν μάνα, και δεν ήταν σωστό να την στενοχωρήσουν κι άλλο. Ως γνωστόν, μάνα είναι μόνο μία. Ευτυχώς, Θεέ μου!

— Μάγκες, μη χαθούμε, έτσι; Να το ξανακάνουμε, είπε ο πίθηκας και γλυκοκοίταξε την κατσίκα, η οποία ένιωσε ότι ήρθε η ώρα να διαλύσει την αποτυχημένη σχέση της και να κοιτάξει μπροστά. Ίσως και να το κατάφερνε αν γύριζε λίγο το κεφάλι.

Η κουρούνα είχε ήδη τακιμιάσει με τον Pepe Le Pew, τον ασβό, και το αγριογούρουνο περιτριγύριζε τον βόα, που τελικά αποδείχτηκε βοΐνα, και ούτε που του φαινότανε του μπαγάσα, δεν είχε δώσει ποτέ δικαιώματα.

Η οικοδέσποινα τους κοιτούσε έναν έναν αφήνοντας ένα απαλό γουγουρητό.

«Να δεις που την επόμενη φορά θα μου κουβαλήσουν και τα μούλικά τους» σκέφτηκε και χτύπησε μέσα της το καμπανάκι του μητρικού ενστίκτου, τόσο δυνατά, που όλοι νόμιζαν ότι το πάρτυ τέλειωσε και σηκώθηκαν να φύγουν.

«Τι όμορφα που είναι να είσαι μεταξύ παλιών φίλων». Δίπλωσε το πιάνο του και ετοιμάστηκε για τον δρόμο του γυρισμού γεμάτος συγκίνηση. Είχε περάσει τόσο καλά με τους φίλους του, που δεν θα έχανε με τίποτα ούτε το επόμενο ριγιούνιον.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Το διήγημα nonsense λογοτεχνίας έγραψε η Καττερίνα, στο πλαίσιο του Συνεργείου Δημιουργικής Γραφής.

Η φωτογραφία είναι της Alessandra Sanguinetti