Φύλαξέ με σ’ ένα βαζάκι

0
229

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι 1000_F_277628721_PxVuMpnWM4rhHD0Qvjxqxw1YX7oIehlu.jpg

«Πού είναι ο παππούς;»

«Το φέρετρο είναι μέσα… Ακολούθα το διάδρομο. Στο δεξί σου χέρι».

Έκανε να πάει προς τα εκεί, όμως ο πατέρας τού μίλησε ξανά.

«Πώς είσαι;»

«Καλά…» Γύρισε και τον κοίταξε για μερικά δευτερόλεπτα κι έπειτα συνέχισε στο διάδρομο.

Ύστερα από λίγη ώρα επέστρεψε. «Αυτή την ερώτηση έπρεπε να μου την κάνεις πριν από πολλά χρόνια».

«Άνθρωπος είμαι. Έκανα λάθη».

«Έκανες!» Γέλασε αθόρυβα.

«Συγγνώμη».

«Δεν έχει σημασία πια».

***

Η κηδεία πραγματοποιήθηκε κανονικά. Είδε μερικούς μακρινούς συγγενείς. Έναν φίλο του παππού του, ο τελευταίος επιζών. Δεν είχε κανέναν στο πλάι του. Στεκόταν στο πίσω μέρος της εκκλησίας και περίμενε να τελειώσει το μυστήριο.

Προσπάθησε να αποφύγει τις πολλές κουβέντες, τις συζητήσεις με ανθρώπους που είχε χρόνια να δει. Ο μόνος λόγος που βρισκόταν εκεί ήταν η κηδεία. Και το χωριό του. Αυτός ο επίγειος παράδεισος. Προτίμησε να μην αναλωθεί σε κουβέντες για τον αποθανόντα. Ήθελε να τον θυμάται με τον δικό του τρόπο. Μπορεί να είχε χρόνια να τον επισκεφτεί -από τον χωρισμό των γονιών του-, όμως ανά αραιά χρονικά διαστήματα άκουγε τη φωνή του στο τηλέφωνο. Κάθε φορά και πιο ληθαργική.

Λίγο μετά τη κηδεία επέστρεψε στο δωμάτιο που νοίκιαζε. Μάζεψε μερικά πράγματα στον σάκο του κι άδραξε την ευκαιρία να περπατήσει δίπλα στο ποτάμι που περνούσε λίγο έξω απ’ το χωριό.

Προχωρούσε πλάι στο νερό και θυμόταν… το χωριό, τους ανθρώπους του χωριού. Ένας τόπος ευλογημένος, μα συνάμα λησμονημένος. Το αγαπημένο του μέρος στη γη. Έκατσε σε έναν κορμό και περίμενε να περάσουν οι ώρες. Ήρεμες ώρες. Ο ήλιος άρχισε να χαράζει και διέκοψε τη βόλτα του για να γυρίσει στο σπίτι. Γύρισε και έφτιαξε κάτι γρήγορο να φάει.

Όταν πλέον είχε νυχτώσει για τα καλά, άρπαξε από ένα τραπέζι τρία βαζάκια σαν αυτά που βάζει κανείς μαρμελάδα, τ’ ακούμπησε προσεκτικά στα πίσω καθίσματα του αυτοκινήτου και ξεκίνησε. Λίγο αργότερα έφτασε σε μία παραλία που του είχε δείξει ο παππούς του. Μία παραλία που λίγοι την ήξεραν, οι παλιοί του χωριού. Σαν παραδοσιακή συνταγή, ο επόμενος που θα είχε τη γνώση της στα χέρια του ήταν αυτός.

Η σαρωτική ησυχία της μοναχικής παραλίας, θα μπορούσε να κάνει και τον πιο χαρούμενο άνθρωπο να νιώσει μελαγχολία.

Φόρεσε το σάκο του, πέρασε μια πετσέτα στον ώμο, πήρε από τα πίσω καθίσματα τα βάζα και κίνησε να κατέβει ένα φυσικό, σαν λιθόστρωτο, μονοπάτι. Η παραλία βρισκόταν σ’ έναν κολπίσκο, σαν ένα μικρό βαθούλωμα κατά μήκος της ακτογραμμής. Ακούμπησε τα βάζα πάνω στην άμμο και παράταξε το ένα δίπλα στο άλλο, σχηματίζοντας μια σειρά. Τα βαζάκια είχαν πάνω τους λευκά αυτοκόλλητα, στα οποία ήτανε γραμμένα κάποια ονόματα.

Άρπαξε το πρώτο. Πάνω στο αυτοκόλλητο έγραφε «Παππούς Θεμιστοκλής» με την εφηβική του γραμματοσειρά. Πέταξε όλα τα ρούχα από πάνω του και προχώρησε προς τη θάλασσα με το βάζο στο χέρι. Αυτό έπρεπε να είναι το πρώτο.

Αφού καλύφθηκε με νερό μέχρι στο στήθος, κοίταξε τριγύρω του, πήρε μια βαθιά ρουφηξιά θαλασσινό αέρα, έριξε ένα βλέμμα προς τον ουρανό, κι άλλο ένα στα σκοτεινιασμένα δέντρα πάνω στις πλαγιές που ορθώνονταν στα πλαϊνά της παραλίας.

Τότε άνοιξε το βάζο.

Ξάφνου άκουσε κάποιον να βουτά κι αυτός στην παραλία. Γύρισε και είδε μια μορφή να πλησιάζει με αργές απλωτές κατά το μέρος του.

«Γεια σου παππού» του είπε, καθώς εκείνος πλησίαζε.

Ο παππούς του στάθηκε όρθιος μέσα στο νερό και τον κοίταξε με το γλυκό βλέμμα του ανθρώπου που αντιμετωπίζει με σοφία τις έγνοιες. Έδειχνε να μην έχει τέτοιες.

«Θυμάσαι», ψιθύρισε με ένα μειδίαμα στο μούτρο.

«Σ’ αγάπησα παππού. Το ξέρεις; Όπως αγάπησες εσύ αυτόν τον τόπο, τη γιαγιά μου», τα μάτια του είχαν βουρκώσει. Προσπαθούσε μανιωδώς να συγκρατήσει τον πόνο. «Ήθελα μόνο να μου δώσεις ένα φιλί. Ένα φιλί στο κεφάλι. Όπως παλιά. Εσύ θυμάσαι;»

Ο παππούς του έσκυψε και φίλησε τα αραιωμένα του μαλλιά. Ένα μακρύ, ζεστό φιλί. Τότε τραβήχτηκε πίσω και τον κοίταξε στα μάτια. Στάθηκαν έτσι μερικά λεπτά, ώσπου ο παππούς τού χάιδεψε τον ώμο και άρχισε να κολυμπάει προς τ’ ανοιχτά. Προς τα εκεί απ’ όπου αναδυόταν το φεγγάρι.

Ξάπλωσε τότε στην επιφάνεια του νερού και σκεφτόταν τον στερνό ύπνο. Άκουγε τον ήχο να απομακρύνεται μέχρι που χάθηκε ολότελα. Η θάλασσα ήταν ατάραχη και το νερό φαινόταν εντελώς ακίνητο. Ο ουρανός ήταν καθαρός, χωρίς φώτα, καθαγίαζε κάθε τι τριγύρω.

«Αν κανείς είναι να φύγει, ας χαθεί μέσα στη θάλασσα», ψέλλισε τώρα αυτός, μιλώντας στον εαυτό του.

Πέρασε αρκετή ώρα, ώσπου άρχισε να κολυμπά προς τα έξω. Βγήκε από τη θάλασσα και σκουπίστηκε με την πετσέτα. Έκατσε πάνω της, άφησε το άδειο βαζάκι κάτω και έπιασε στα χέρια του το επόμενο. Αυτό έγραφε πάνω του «Αρετούλα». Με μια κίνηση το άνοιξε και το άφησε δίπλα του, ξαπλωτό, για να κυλήσει η μνήμη έξω σαν έντομο φυλακισμένο.

Πέρασαν μερικά λεπτά, μέχρι που άμμος έπεσε με δύναμη κατά πάνω του. Λες και κάποιος του την πετούσε. Γύρισε στα αριστερά του και εκεί στεκόταν η μικρή Αρετή. Μικρή ήταν, όταν την είχε συλλάβει, όταν είχε φυλάξει μέσα στο βαζάκι τον αέρα της, αυτόν τον αέρα που περιέλουζε τη ραχοκοκαλιά της και αναδευόταν με κάθε είδους σκόνη που επέπλεε στην ατμόσφαιρα, τον αέρα που έβγαινε απ’ τα πνευμόνια της.

«Σήκω πάνω, βρε βλάκα» φώναξε. «Άντε σήκω»

Ο Θέμης σηκώθηκε και στάθηκε όρθιος απέναντί της. Ο ένας κοίταζε τον άλλον στα μάτια για τελευταία φορά.

«Γιατί είσαι έτοιμος να κλάψεις;» τον ρώτησε κοροϊδευτικά.

«Ήταν τόσο άδικο» της είπε.

«Έλα, σταμάτα τώρα. Έλα να παίξουμε» του είπε, αυτός όμως συνέχισε να την κοιτάζει στα μάτια.

«Μόνο εσύ ήξερες. Έπρεπε να φύγω για να το πω σε άλλον» είπε και η φωνή του ράγισε. «Ντρεπόμουν. Ντρεπόμουν για μένα…»

«Ποτέ σου να μην ντρέπεσαι για σένα. Οι ήρωες και οι λύκοι δε ντρέπονται».

«Αν μου αρέσαν τα κορίτσια και μεγαλώναμε παρέα, να είσαι σίγουρη πως εμείς οι δύο θα είχαμε παντρευτεί».

Τότε ο Θέμης είδε τη μικρή Αρετή να σουφρώνει τα χείλη της. Το κοκαλάκι που είχε ανάμεσα στα μαλλιά της, το πήρε στα χέρια και άρχισε να παίζει με αυτό, μέχρι που της έπεσε στην άμμο.

Σηκώθηκε όρθια και φώναξε: «Σιγά μην παντρευτώ εσένα, βλάκα» και του πέταξε μια μεγάλη χούφτα άμμο στα μούτρα. Γύρισε προς τα πίσω κι άρχισε να τρέχει μακριά του.

«Έλα εδώ βρε ζωντόβολο» φώναξε αυτός με τη σειρά του σκύβοντας να πιάσει κι αυτός όση περισσότερη άμμο μπορούσε. Την κυνήγησε κι όταν κόντευε κοντά της, της έριξε στην πλάτη. Η Αρετούλα, όμως χάθηκε μες στο σκοτάδι και έμεινε στη θέση της μια βροχή από χρυσόσκονη, ένας πόλεμος στην άμμο, με νεκρούς ιπτάμενους μικροσκοπικούς οργανισμούς.

Ένα βαζάκι του είχε απομείνει πλέον, αλλά αυτό ανήκε στη μητέρα του. Περίσσευαν ακόμη πολλά πώς, πολλά γιατί. Πολλές ερωτήσεις για την αδικία του θανάτου. Πολύ κρίμα και καημός για τον δικό της. Όμως οι απαντήσεις στα ερωτήματα αυτά δεν είχαν δοθεί, δεν είχαν ζυμωθεί, αφού το οίδημα στα σωθικά του παρέμενε αυτόνομο, να κυριαρχεί. Το κενό που θα άφηνε καθώς θα ξεπρηζόταν του φάνταζε αβάσταχτο. Δεν ήταν καιρός για αυτόν τον αποχαιρετισμό. Ίσως και να μην ερχόταν ποτέ αυτός ο καιρός. Ίσως κάποιες φορές η τελευταία φορά, όταν γνωρίζει κανείς ότι είναι η τελευταία, να κοστίζει περισσότερο από τον πόνο του χαμού.

Θα είχε κρατήσει πολλά περισσότερα βαζάκια, όμως μεγαλώνοντας οι άνθρωποι ξεχνούν όλα τα μαγικά κόλπα που μαθαίνουν μικροί. Τα αφήνουν στην άκρη. Και ο θάνατος, συνήθως, δεν σε προειδοποιεί, δεν χτυπάει το κουδούνι, μα μπαίνει από κάποια πόρτα ή παράθυρο που έχεις ξεχάσει ανοιχτά και σε σέρνει από τα πόδια έξω, σε πλαγιές που δεν απέμειναν να είναι παρά τα λείψανα από καμένα, ξεριζωμένα πευκοδάση.

Ξάπλωσε καταγής και σκεπάστηκε με μια ζακέτα που είχε στο σακίδιο. Η γαλήνη του νυχτερινού ουρανού, της ακούνητης θάλασσας τον έκανε να νιώθει μοναχός του πάνω σε ολόκληρη τη γη. Λες και υπήρχε αυτός μονάχα και κανένας άλλος. Ο τελευταίος. Αυτή η γαλήνη τον έκανε να αισθάνεται ένα με τη γη. Σα να τον ένωνε ένα κοντάρι με τα πάντα. Ένας στύλος που διαπέρναγε το σώμα του, τον συνέδεε με τον πυρήνα της γης, το μάγμα και εκτεινόταν μέσα από αυτόν προς το απέραντο σύμπαν.

Το πρωί ξύπνησε και έβαλε τη μητέρα του στο σακίδιο ξαπλωμένη πάνω στην πετσέτα, προσεκτικά. Πήρε τα άλλα δύο βαζάκια στα χέρια, τα γέμισε με άμμο και τα πέταξε όσο πιο μακριά μέσα στη θάλασσα μπορούσε. Κατευθύνθηκε προς το αμάξι, έβαλε μπροστά και έφυγε.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Το διήγημα έγραψε ο Χριστόδουλος Ράδος, στο πλαίσιο του Συνεργείου Δημιουργικής Γραφής