Το μαγικό βουνό

0
170

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι fantasy_land_3_by_sangued_dfdjzfn-fullview-1024x683.jpg

Ήταν ένα όμορφο πρωινό του Μαΐου. Τα παιδιά είχαν ξυπνήσει από πρωί κι ετοιμάζονταν με ανυπομονησία για τη μεγάλη ποδηλατάδα· ποτέ άλλοτε δεν είχαν βγει εκτός της πόλης.

Συναντήθηκαν τα τέσσερα ποδήλατα στο λιμάνι, έλεγξαν τις σάκες τους, έκαναν τα τελευταία ψώνια από το περίπτερο και ξεκίνησαν το πετάλι στην παραλιακή οδό. Από την πρεμούρα τους να φτάσουν, δεν έκαναν ούτε μία στάση για να ξαποστάσουν κι έτσι έφτασαν κατά το μεσημέρι στο παλιό βουνό. Η θέα του τεράστιου πέτρινου όγκου, που υψωνόταν θεόρατος μέσα από τη θάλασσα στην άλλη άκρη της παραλίας, τα συνεπήρε καθώς πλησίαζαν. Άφησαν τα ποδήλατα στη μία άκρη, περπάτησαν στα μαύρα πετραδάκια και έστρωσαν της κουβέρτες του πικ νικ να φάνε και να απολαύσουν τη θέα. Τριγύρω δεν ακουγόταν ψυχή, μόνο τα γλαροπούλια που έσκιζαν απαλά τον αέρα.

Ο Βαγγέλης κοίταξε μια γύρα και τους είπε τρέμοντας: «Νομίζω πως δεν θα ‘πρεπε να βρισκόμαστε εδώ».

Ο Θέμης τον συμμερίστηκε: «Είναι πολύ ερημικά, αλλά βρισκόμαστε μόλις δέκα λεπτά μακριά από το τελευταίο χωριό. Η παραλία είναι περιφραγμένη απ’ το βράχο και βλέπω μόνο μία είσοδο, αν έρθει κάποιος θα τον δούμε»

Η Αμαλία δεν πρόσεχε καθόλου τη συζήτηση τους: «Εγώ αναρωτιέμαι αν οδηγεί κάπου εκείνη η σπηλιά». Λίγο πιο πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας, τους έδειχνε ένα μικρό θόλο μέσα στο βράχο.

«Πάμε να δούμε;» έκανε η Φένια.

«Ακόμα και αν υπάρχει άνοιγμα που να οδηγεί σε μια σπηλιά, δεν είναι καλή ιδέα» τους είπε πάλι ο Θέμης.

«Γιατί;»

«Είναι ηφαίστειο! Δεν είναι ενεργό, αλλά σίγουρα είναι επικίνδυνο να πάμε!»

«Βάζω στοίχημα ότι οι Βαλανταίοι που ήρθαν την προηγούμενη εβδομάδα, δεν κώλωσαν να πάνε», τους πέταξε η Φένια.

Τα δυο αγόρια τινάχτηκαν. Τι ήθελε τώρα και τους συνέκρινε με τους Βαλανταίους;

«Θα πάμε», συμφώνησαν ,«αλλά μόνο μέχρι το άνοιγμα, αν υπάρχει».

Τα δυο κορίτσια χαμογέλασαν και φορτώθηκαν τις τσάντες τους. Διέσχισαν ένα μικρό ρυάκι που μύριζε κλούβιο αυγό και αναρριχήθηκαν στο στενό μονοπάτι που έφτανε μέχρι τη βάση του θόλου. Αν και μικρή απόσταση, έφτασαν με μαλλιά κολλημένα στο πρόσωπο πασχίζοντας για μια γουλιά καθαρού αέρα.

«Μα δεν είναι πολύ όμορφη η θέα;» τους είπε η Φένια ασθμαίνοντας από την άκρη του βράχου. Τα μάτια τους θαμπώθηκαν από τη ρυτιδιασμένη θάλασσα που λαμπύριζε· ακουγόταν ένα ανεπαίσθητο θαλασσινό βουητό και γλάροι.

«Κι όμως… βλέπω μια είσοδο!» τους φώναξε η Αμαλία από το βάθος του θόλου. Η Φένια έτρεξε ευθύς αμέσως να το επιβεβαιώσει, ενώ τα αγόρια κοιτάχτηκαν απελπισμένα. Ήταν μια τρύπα στο βράχο όπου χωρούσε να περάσει ίσα ίσα ένα άτομο.

«Πώς και δεν είπαν τίποτα οι Βαλανταίοι γι’ αυτό;»

«Μάλλον κρύβει κάποιο μεγάλο μυστικό που θέλουν να κρατήσουν για πάρτη τους».

«Ή είδαν κάτι τόσο τρομακτικό που δεν τόλμησαν καν να το αρθρώσουν» είπε ο Βαγγέλης.

«Ή είναι απλά μια αδιάφορη σπηλιά που βρωμάει θειάφι».

«Όπως και να ‘χει, εγώ δεν μπαίνω με τίποτα εκεί μέσα» τα στύλωσε ο Βαγγέλης κι έκατσε στην άκρη του βράχου να κοιτάει τη θάλασσα.

~~

Η Φένια είχε ήδη μπει μέσα. Το άνοιγμα ήταν τόσο ώστε να περνάει το σώμα της, τα πετρώματα γύρω της ήταν ζεστά και δεν έβλεπε τίποτα, αλλά παραδόξως, ο αέρας ήταν καθαρός και δροσερός στο πρόσωπο της. Προχωρούσε αργά προσέχοντας για τυχόν ασταθή πατήματα. Σύντομα είδε στην άκρη ένα κίτρινο φως και μια φωτεινή πράσινη έκταση. Όσο πλησίαζε της ερχόταν μυρωδιά από καμένη ζάχαρη και ψημένο τοστ, ήχος από φτερά και χλιμιντρίσματα.

«Κοιτάξτε!» φώναξε προς τα πίσω «Είναι η ίδια παραλία που ήμασταν αλλά ανεστραμμένη! Κι έχει φτερωτά πόνυ!»

Έτρεξε περιχαρής καταπάνω τους ενώ από το άνοιγμα έβγαινε η Αμαλία.

«Γεια σου!» άκουσε μια γυναικεία φωνή από δίπλα της μόλις πάτησε στο γρασίδι. Ήταν μια μικροκαμωμένη γυναίκα ντυμένη με λευκό φόρεμα, λευκά μαλλιά και λευκά πουπουλένια φτερά. «Είμαι η Ελπίδα! Θέλεις λίγη σοκολάτα;»

Εκείνη έγνεψε και πήρε ένα κομμάτι. Έκλεισε τα μάτια της για να κρατήσει μόνο τη γεύση από την πιο νόστιμη σοκολάτα που είχε δοκιμάσει ποτέ της.

Από το άνοιγμα ακολουθούσε ο Θέμης που μόλις είδε την Αμαλία, της βούτηξε τη σοκολάτα από τα χέρια και την τράβηξε πίσω του.

«Είσαι τρελή;» της φώναξε «Φτύσ’ το, δεν πρέπει να παίρνουμε πράγματα από αγνώστους!»

«Δεν είμαι άγνωστη, είμαι η Ελπίδα!»

«Παιδιά! Το γρασίδι τρώγεται!» τους φώναξε ένα από τα πόνυ που έβοσκαν.

«Φένια; Εσύ είσαι;»

«Ευχήθηκα να ήμουν κι εγώ φτερωτό πόνυ! Τέλειο;»

«Θέλεις λίγη σοκολάτα;» προσφέρθηκε πάλι η Ελπίδα. Ο Θέμης μαζεύτηκε.

«Πρέπει να δοκιμάσεις, είναι η καλύτερη που έχεις φάει!» του είπε χαρούμενη η Αμαλία.

«Αποκλείεται!»

«Ελάτε, καβαλήστε τα πόνυ, θα σας ξεναγήσω στη χώρα».

Η Αμαλία απελευθερώθηκε από τα δεσμά του Θέμη και καβάλησε ένα όμορφο μπεζ πόνυ.

«Εντάξει, θα έρθω να σας προσέχω και τις δυο» αποφάσισε τελικά εκείνος και καβάλησε ένα γκρι πόνυ. «Σέλα;»

«Έχε μου εμπιστοσύνη, δεν θα πέσεις», του είπε η Ελπίδα κι απογειώθηκαν. «Είμαστε στη χώρα των ευχών και των ονείρων όπου όλα τα αγνά όνειρα και οι επιθυμίες γίνονται πραγματικότητα».

Η Φένια χλιμίντρισε χαρούμενα και έκανε μερικές τούμπες στον αέρα.

«Εκεί κάτω βλέπετε την Ήπειρο των μαγικών πλασμάτων. Δείτε τις νεράιδες πώς παίζουν με τους καλικάντζαρους! Προσέξτε τα παπούτσια σας, είναι πάλι η εποχή που τα κλέβουν… Δείτε, μας χαιρετάνε οι Κένταυροι! Χαίρετε!»

Δίπλα τους πέταξε ένας πύρινος φοίνικας.

«Τώρα πετάμε πάνω από το Ύψιστο Οροπέδιο. Και το λέω με κεφαλαία γράμματα γιατί είναι το Υψηλότερο της χώρας»

Το Ύψιστο Οροπέδιο έμοιαζε με τραπέζι σε σχήμα τραπεζίου. Γύρω του κάθονταν ο Χριστός, ο Μωάμεθ, ο Βούδας, ο Κρίσνα, το Ιπτάμενο Μακαρονοτέρας και πολλοί άλλοι. Τους είχαν πετύχει την ώρα το διαλείμματος που έτρωγαν παστίτσιο και σχολίαζαν το αποτέλεσμα του Μουντιάλ. Το Μακαρονοτέρας τους πέταξε από ένα σαλτσωμένο κεφτέ και τους έκλεισε το κεφτεδίσιο μάτι του.

«Ο Άγιος Βασίλης πού είναι;» ρώτησε η Αμαλία.

«Έχει πάλι τα εξάμηνα και βρίσκεται στην πατρίδα του. Πάμε να του πούμε ένα γεια»

Έφτασαν στη χώρα των Χριστουγέννων και αντίκρισαν τον Άγιο Βασίλη να ιδρώνει σε μια σωβρακοφανέλα με τιράντες. Καθόταν στο γραφείο του με το air condition στους είκοσι βαθμούς και διάβαζε πυρετωδώς emails.

«Κάθε εξάμηνο η ίδια ιστορία» μουρμούριζε «Τελευταία στιγμή θυμούνται όλοι τι δώρο θέλουν, στέλνουν email και νομίζουν ότι θα πατήσω ένα κουμπί και θα βγει η χοντρή! Και τρέξε μετά Αϊ-Βασίλη να ελέγξεις αν είναι όλοι οι αιτούντες καλά παιδιά, να βρεις τα δώρα, να βρεις περιτυλίγματα. Και δεν βρίσκω εργάτες πλέον! Μάθανε όλα τα καλικαντζάρια στην ισορροπία δουλειάς-προσωπικής ζωής μετά τον Κορονοϊό, λες και πριν δεν είχαν που δούλευαν έξι μήνες το χρόνο!»

Η Ελπίδα του πέταξε μερικά μελομακάρονα για συμπαράσταση.

«Τίγκα στο σιρόπι είναι αυτά τα μελομακάρονα μωρέ, πάλι από το σούπερ μάρκετ τα πήρες;»

Η Ελπίδα τότε του πέταξε μερικά μπισκότα με γάλα.

«Α, τώρα μάλιστα!» είπε και τα έκανε μια χαψιά.

«Δεν ήταν τα καλύτερα μπισκότα στην πραγματικότητα» είπε η Ελπίδα κλείνοντας τους το μάτι και συνέχισαν.

Ύστερα πέταξαν για λίγο πάνω από πυκνά δάση, καταρράκτες, ανθισμένα λιβάδια και είδαν όλων των λογιών τα ζώα να συνυπάρχουν αρμονικά.

«Ξέχασα να ταΐσω τη γάτα μου!» αναφώνησε η Ελπίδα καθώς πετούσαν πάνω από τις τίγρεις «Δεν βιάζεστε, έτσι;»

Κανείς δεν έφερε αντίρρηση κι έτσι πάρκαραν τα πόνυ με αναμμένα αλάρμ έξω από ένα δίπατο σπίτι με άσπρα παράθυρα και πράσινα παντζούρια. Η Αμαλία και ο Θέμης μπήκαν μέσα και εξερεύνησαν το φιλόξενο καθιστικό, τη λαχταριστή κουζίνα, το γαλήνιο υπνοδωμάτιο στο πάνω πάτωμα, το μυρωδάτο μπάνιο και τη μεγαλειώδη βιβλιοθήκη. Μια γάτα με φωτεινό κόκκινο τρίχωμα το έσκασε από το υπνοδωμάτιο κι έτρεξε στην κουζίνα όπου η Ελπίδα της γέμιζε το πιατάκι με φαγητό. Το όνομα στο πιατάκι διάβαζε Αγάπη.

Όσο η γάτα έτρωγε η Αμαλία έκανε να τη χαϊδέψει αλλά εκείνη μαζεύτηκε. Κοίταξε την Ελπίδα ανήσυχα.

«Θα έρθει εκείνη» της είπε «Ελάτε να φάμε!»

Τους σέρβιρε από το σουφλέ που ψηνόταν στο φούρνο. Κάθε μπουκιά είχε διαφορετική γεύση, μία από σουφλέ μακαρόνια, μία μπριζόλα με πατάτες, μια ψητά λαχανικά και σαλάτες. Όσο κι αν έτρωγαν το ταψί δεν άδειαζε και όσο κι αν έπιναν τα ποτήρια τους δεν άδειαζαν. Όταν χόρτασαν, την ευχαρίστησαν και ετοιμάστηκαν να φύγουν.

Η Αμαλία κοιτάχτηκε με την κόκκινη γάτα στα μάτια, υπήρχαν μόνο αυτή κι εκείνη. Η γάτα τότε σκαρφάλωσε στα πόδια της και απλώθηκε πάνω στο στήθος της για μια τεράστια αγκαλιά. Η Αμαλία έκλεισε τα μάτια της και την αγκάλιασε. Ένιωσε το απαλό της τρίχωμα στο μάγουλο της και την πλημμύρισε ένα ζεστό χαρούμενο συναίσθημα· βρισκόταν σπίτι.

«Πρέπει να την αφήσεις τώρα» της είπε η Ελπίδα απαλά βλέποντας τη γάτα να πασχίζει να απελευθερωθεί.

Η Αμαλία την άφησε απρόθυμα και στράφηκε προς το Θέμη που πισωπάτησε.

«Είμαι αλλεργικός» τους είπε και η Ελπίδα γέλασε και τίναξε τα φτερά της να πετάξει. Η γάτα καβάλησε τη Φένια-πόνυ και όλοι μαζί πέταξαν προς το παλιό βουνό.

«Εγώ θα μείνω εδώ» τους είπε η Φένια-πόνυ «Εδώ ανήκω»

«Εγώ θα γυρίσω αμέσως» είπε ο Θέμης κι έσπευσε να χωθεί στο τούνελ.

«Πάρε αυτό το κόκκινο πουλόβερ» είπε η Ελπίδα και του το έδωσε «Ξέρω ότι τώρα είσαι αλλεργικός, όμως το πουλόβερ θα σε συντροφεύει όπως θες στη ζωή σου»

Ο Θέμης το πήρε σκεπτικός και χάθηκε στο τούνελ της επιστροφής.

«Σ’ εσένα» είπε και στράφηκε στην Αμαλία «θα δώσω αυτό το κουτί με τις σοκολάτες που δεν τελειώνουν»

«Μα κι εγώ θέλω να μείνω εδώ!» διαμαρτυρήθηκε εκείνη.

«Δεν μπορείς να μείνεις εδώ» χαμογέλασε η άλλη «Μπορείς όμως, να πάρεις ένα κομμάτι αυτού το κόσμου μαζί σου και να το κάνεις δικό σου»

Με δάκρυα από αλατισμένη καραμέλα η Αμαλία πλησίασε το τούνελ.

«Πουλόβερ;» ρώτησε.

«Το φοράς μέσα σου!»

Στην άκρη του τούνελ ο Βαγγέλης τους περίμενε εναγωνίως.

«Λοιπόν; Πώς ήταν;»

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Το διήγημα έγραψε η Αναστασία Φ, στο πλαίσιο του Συνεργείου Δημιουργικής Γραφής

Προηγούμενο άρθροΟμερτά
Επόμενο άρθροΝαφθαλίνη
Avatar
Γράφω μόνο τα βράδια, όταν όλοι κοιμούνται και η πόλη ησυχάζει. Είμαι επιρρεπής στους εθισμούς, αλλά πίνω μόνο κρασί –μετά τη δύση του ηλίου- και όλο σκέφτομαι ότι πρέπει να κόψω το κάπνισμα. (Προσθήκη, 12 χρόνια μετά. Το έκοψα το κάπνισμα).