Ομερτά

0
364

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι R-3-1024x724.jpg

Άνοιξε τον εβένινο υγραντήρα που είχε στο δεξί συρτάρι του γραφείου του και πήρε ένα από τα πούρα Cohiba, που κάπνιζε μόνο σε αντίστοιχες περιπτώσεις. Δεν ήταν προληπτικός, αλλά όταν έδινε εντολές σαν την αποψινή, έκανε τα πάντα με καθορισμένη σειρά· μια ιεροτελεστία, λες και κρινόταν η έκβαση κάθε επιχείρησης από τη λεπτομέρεια και της παραμικρής του κίνησης. Έκοψε το καπάκι του πούρου με την γκιλοτίνα, και κάθισε στην πολυθρόνα απέναντι από το γραφείο. Άναψε ένα μακρύ σπίρτο και με την άκρη της φλόγας του, άρχισε να καίει το πόδι του πούρου ομοιόμορφα, καθώς το περιέστρεφε αργά στα δάχτυλα του. Μόλις ψήθηκε καλά, πήρε μια απαλή ρουφηξιά, το γύρισε, και ξεφύσησε αργά τον καπνό προς το πόδι του πούρου. «Άναψε όπως πρέπει» σκέφτηκε, «θα πάνε όλα καλά, χωρίς αναποδιές και μαλακίες…» Συνέχισε να ρουφάει, ώσπου μια απαλή και κρεμώδης γεύση, κατέκλυσε τον ουρανίσκο του. Απολάμβανε κάθε ρουφηξιά. Για λίγο δεν σκεφτόταν τίποτα άλλο· ήταν μόνο αυτός και το πούρο.

Η μελωδία από τη σύνθεση του Νίνο Ρότα για την ταινία “Ο Νονός”, έσπασε τη μονότονη σιωπή του δωματίου. Το άκουσμα του κομματιού που είχε επιλέξει για ήχο κλήσης, ήταν το τελευταίο μέρος της προκαθορισμένης ιεροτελεστίας. Σήκωσε το κινητό του, περιμένοντας να ακούσει ότι όλα ήταν έτοιμα και να δώσει την επιβεβαιωτική εντολή.

«Έχουμε προθερμάνει τον φούρνο και το ψάρι είναι έτοιμο για ψήσιμο. Προχωράμε;»

«Το ψήνετε κανονικά. Και αφού το σερβίρετε, να καθαρίσετε».

Έκλεισε το τηλέφωνο, έβγαλε την κάρτα SIM από τη συσκευή, άναψε άλλο ένα σπίρτο και άρχισε να την καίει. Μόλις άρχισε να λιώνει, σηκώθηκε και την πέταξε στο τζάκι, αφήνοντας τη φωτιά να την αποτελειώσει. Βγήκε από το γραφείο του, και ανέβηκε στο υπνοδωμάτιο του εξάχρονου γιου του. Άνοιξε την πόρτα και πήγε αργά πάνω από το προσκεφάλι του για να αφουγκραστεί την ανάσα του. Το παιδί κοιμόταν ήσυχο. Το φίλησε χωρίς να το ξυπνήσει. Όταν βγήκε από το παιδικό δωμάτιο, επέστρεψε στο γραφείο, πήρε το σαρανταπεντάρι πιστόλι από το συρτάρι του και πήγε στο καθιστικό που τον περίμεναν οι σωματοφύλακές του. Έδωσε διαταγή να φέρουν το αυτοκίνητο και να ετοιμαστούνε για να πάνε στις αποθήκες στην Παλλήνη. Το ραντεβού ήταν σε δύο ώρες.

*

Ο Σάκης Σκλήρης, ο επονομαζόμενος στην πιάτσα και «Σκληρός», ήταν χρόνια στο κουρμπέτι. Ξεκίνησε σαν μέλος της συμμορίας του Μπάμπη Χρηστίδη, ενός από τους μεγάλους βαρόνους της νύχτας στα μέσα της δεκαετίας του 1990. Εκβιασμοί, εκφοβισμοί, ξυλοδαρμοί, ήταν οι καθημερινές του ασχολίες. Στις συμπλοκές δεν είχε κανέναν ενδοιασμό και δεν κολλούσε πουθενά. Δεν ένιωθε ούτε φόβο, ούτε οίκτο για κανέναν. Γρήγορα ο Χρηστίδης είδε το ταλέντο του και τον προήγαγε σε πρωτοπαλίκαρο του. Για χρόνια ήταν η σκιά του και τον συνόδευε παντού, ώσπου έγινε το νούμερο 2 στην ιεραρχία.

Δεν υπήρχε άρθρο του ποινικού κώδικα που δεν είχε παραβεί ο Σκληρός. Χιλιάδες οι σελίδες των δικογραφιών που είχαν μέσα το όνομά του και τον αναμείγνυαν σε απάτες, απαγωγές και φόνους, είτε ως δράστη, είτε ως ηθικό αυτουργό. Κι όμως, δεν ενοχοποιήθηκε για οτιδήποτε τον κατηγορούσαν. Όσες υποθέσεις προχωρούσαν και έφταναν στην αίθουσα του δικαστηρίου, στην ετυμηγορία τους κατάφερνε να αθωωθεί λόγω έλλειψης επαρκών στοιχείων ή αμφιβολιών.

Όλα αυτά μέχρι το 2007, και το δικαστήριο για την ένοπλη ληστεία στο υποκατάστημα της Αποταμιευτικής τράπεζας στη Λάρισα, με λεία 700.000 ευρώ – τη μεγαλύτερη σε ύψος τραπεζική ληστεία στα Ελληνικά χρονικά. Ήταν μια επιχείρηση που οργάνωσε κατ’ εντολήν Χρηστίδη. Η διευθύντρια της τράπεζας που ο Σκληρός είχε δέσει με χειροπέδες σε ένα σώμα καλοριφέρ επειδή έφερνε αντιρρήσεις και δεν έμενε ήρεμη κατά τη διάρκεια της ληστείας, τον αναγνώρισε ως έναν από τους δράστες. Ο Σκληρός δεν έδωσε πληροφορίες για κανέναν συνεργό του, ούτε ενέπλεξε τον Χρηστίδη και την οργάνωση τους, όσο και αν η αστυνομία υποψιαζόταν ότι συνδέονταν. Παρά τις όποιες έρευνες, τα χρήματα της ληστείας δεν βρέθηκαν. Καταδικάστηκε σε κάθειρξη δώδεκα ετών.

Ο Σκληρός έγινε τρόφιμος του γενικού καταστήματος κράτησης Δομοκού. Η φυλακή δεν άλλαξε τις ευθύνες και τις δραστηριότητες του, παρά μόνο τους τρόπους που έδινε τις εντολές στην υπόλοιπη ομάδα και την επικοινωνία με τον Χρηστίδη. Κωδικά ονόματα και συνθηματικά αντικατέστησαν τις απ’ ευθείας διαταγές, ενώ οι συνομιλίες γίνονταν στα καρτοτηλέφωνα με τηλεκάρτες κατά τον προαυλισμό αντί της χρήσης κινητών και συναντήσεων σε ασφαλή μέρη με τα υπόλοιπα μέλη της συμμορίας. Οι δουλειές επεκτάθηκαν πέρα από την προστασία και τους εκβιασμούς, και στη συμμετοχή στο μετοχικό κεφάλαιο νυχτερινών μαγαζιών για ξέπλυμα, ενώ στήθηκε ένα δίκτυο διακίνησης ναρκωτικών και μαστροπείας.

Όταν ξέσπασε πόλεμος μεταξύ των μεγάλων της νύχτας, ο Χρηστίδης ήταν ένα από τα πρώτα θύματα. Εκτελέστηκε έξω από ένα από τα νυχτερινά μαγαζιά που είχε ως βιτρίνα. Η πιάτσα βούιξε πως τον Χρηστίδη τον έφαγε ο «Ελβετός». Οι δυο τους ήταν ορκισμένοι εχθροί, και ο Χρηστίδης είχε εισχωρήσει πολύ στις δραστηριότητές του. «Ποιος άλλος να ήταν;» αναρωτιόνταν στην πιάτσα. Ο Ελβετός δεν το παραδέχτηκε ποτέ, αν και είχε το μεγαλύτερο όφελος από το ξεπάστρεμα του Χρηστίδη. Ο Σκληρός ανέλαβε τα ηνία μέσα από τη φυλακή· κανείς από την οργάνωση δεν αμφισβήτησε ότι ήταν η φυσική συνέχεια του Χρηστίδη. Κατά τη διάρκεια του πολέμου μεταξύ των φατριών έγιναν πολλές ανακατατάξεις, αλλά ο Σκληρός κατάφερε να δικαιολογήσει το όνομα του και να διατηρήσει την προστασία και τις υπόλοιπες μπίζνες στις περιοχές που ήλεγχε ο Χρηστίδης.

Μετά από αρκετά χτυπήματα, βρέθηκε η αφορμή για να επέλθει η εκεχειρία. Ο Απόστολος Κώνστας, ένας συνταξιούχος Εκαμίτης που είχε τη δική του μικρή οργάνωση και φαινομενικά λειτουργούσε πυροσβεστικά στις διαμάχες με τις γνωριμίες και τις προσβάσεις που είχε σε όλες τις ομάδες, προσπάθησε να κερδίσει μεγαλύτερη επιρροή και νέες περιοχές προστασίας, δίνοντας πληροφορίες για τις δουλειές των ανταγωνιστών του στους πρώην συναδέλφους του. Πίστευε ότι οι πράξεις του δεν θα μαθαίνονταν. Ο νόμος της σιωπής, η «Ομερτά», στο συνδικάτο του εγκλήματος είναι νόμος απαράβατος. Αν κάποιος τον παραβεί, δεν μένει ατιμώρητος. Οι μεγάλοι πάγωσαν τον πόλεμο και με εντολή του Γιάννη Χιωτάκη, του παλιότερου και ισχυρότερου από τους νονούς της νύχτας, εκτελέστηκε ο Κώνστας με παραδειγματικό τρόπο. Το πτώμα του πρώην Εκαμίτη βρέθηκε σε έναν κάδο σκουπιδιών κοντά στο αστυνομικό τμήμα όπου υπηρετούσε όταν ήταν εν ενεργεία, με εκατό μαχαιριές σε όλο του το σώμα, και με τη γλώσσα του κομμένη και σφηνωμένη στον λαιμό. Μετά από τη στυγερή δολοφονία του Κώνστα, ο πόλεμος σταμάτησε οριστικά, η πίτα ξαναμοιράστηκε και οι μπίζνες συνεχίστηκαν σαν άλλοτε.

Τελικά ο Σκληρός, έμεινε στη φυλακή για εφτά χρόνια. Πλασματικά μεροκάματα για τη μείωση της ποινής του και ένας νόμος για την αποσυμφόρηση των φυλακών, τον έβγαλαν νωρίτερα από την αρχική ποινή των δώδεκα χρόνων κάθειρξης. Όταν αποφυλακίστηκε, συμφιλιώθηκε και τυπικά με τον Ελβετό, και έγινε ο κυρίαρχος στα βόρεια προάστια και σε πολλές συνοικίες του κέντρου. Ο Σκληρός εδραιώθηκε στην πιάτσα, και έκτοτε θεωρούταν ως ένας από τους μεγάλους νονούς της νύχτας.

*

«Άγρια δολοφονία συνέβη πριν από λίγο στο Γκάζι, στη συμβολή των οδών Πλούτωνος και Περσεφόνης, με θύμα έναν 58χρονο. Σύμφωνα με τις πρώτες πληροφορίες που έρχονται από τη ΓΑΔΑ, πρόκειται για τον Δήμο Τζέκο ή «Ελβετό» όπως αλλιώς ήταν γνωστός, επιχειρηματία και ιδιοκτήτη νυχτερινών κέντρων. Όπως βλέπετε και στο βίντεο που εξασφαλίσαμε, λίγα λεπτά πριν τη δολοφονία, οι δυο δράστες επέβαιναν σε μια μηχανή τύπου σκούτερ, ενώ είχαν καλυμμένα τα χαρακτηριστικά τους. Ο οδηγός φορούσε κράνος, ενώ ο συνεπιβάτης του κουκούλα φουλ φέις. Όταν ο Τζέκος βγήκε από την πολυκατοικία όπου διατηρεί εταιρεία εισαγωγών-εξαγωγών, οι δυο δράστες τον πλησίασαν με το σκούτερ και σταμάτησαν μπροστά του. Σύμφωνα με αυτόπτες μάρτυρες, ο αναβάτης με την κουκούλα φουλ φέις κατέβηκε και πυροβόλησε τον επιχειρηματία χρησιμοποιώντας πιστόλι με σιγαστήρα. Στο σημείο βρέθηκαν περισσότεροι από είκοσι κάλυκες, ενώ εφτά σφαίρες χτύπησαν τον Δήμο Τζέκο στο στήθος και στο κεφάλι, τραυματίζοντας τον θανάσιμα.

Ο Τζέκος ήταν οπλισμένος με ένα εννιάρι πιστόλι, αλλά δεν πρόλαβε να το χρησιμοποιήσει. Η αστυνομία μιλάει για πληρωμένο συμβόλαιο θανάτου, με τους δράστες να είναι το πιθανότερο επαγγελματίες εκτελεστές, χωρίς να αποκλείει την ύπαρξη κι άλλων συνεργών. Η δολοφονία φέρεται να σχετίζεται με το λεγόμενο συνδικάτο του εγκλήματος, καθώς το θύμα είχε απασχολήσει ξανά τις αρχές στο παρελθόν. Οι πρώτες εκτιμήσεις από τα κεντρικά της ΓΑΔΑ για το κίνητρο της δολοφονίας, είναι ξεκαθάρισμα λογαριασμών μεταξύ συμμοριών της νύχτας, ενώ είναι πολύ νωρίς για να μιλήσουμε για τον ηθικό αυτουργό. Η αστυνομία έχει περισυλλέξει το κινητό του θύματος ώστε να ελέγξει αν υπήρχαν ύποπτες συνομιλίες ή απειλές, ενώ θα παραπέμψει το υλικό από τις κάμερες των παραπλήσιων καταστημάτων στο εγκληματολογικό ώστε να οδηγηθούν στα ίχνη των δολοφόνων. Αν έχουμε καινούριες πληροφορίες για το θύμα ή για τους δολοφόνους, θα σας ενημερώσουμε με νέο, έκτακτο δελτίο».

*

Ήταν γνωστό στην πιάτσα ότι ο Ελβετός είχε αδυναμία στις ωραίες γυναίκες. Η πληροφορία από έναν σωματοφύλακα που έδιωξε από την ομάδα του, ότι πήγαινε τουλάχιστον δυο φορές την εβδομάδα σε ένα από τα γραφεία του χωρίς συνοδεία, για να συναντιέται με μια νεαρή υπάλληλο που είχε γίνει ερωμένη του, δεν μπορούσε να μείνει ανεκμετάλλευτη. Ο Σκληρός είχε συμφιλιωθεί και συνεργαζόταν εδώ και χρόνια με τον Ελβετό, καθώς είχαν επεκταθεί στο λαθρεμπόριο τσιγάρων, αποκομίζοντας τεράστια κέρδη. Η προοπτική να διπλασιάσει τα κέρδη του, μένοντας μόνος του σε μια δουλειά που είχε μάθει όλα όσα μπορούσε από τον Τζέκο και να εκδικηθεί και τον θάνατο του Χρηστίδη, τον έκανε να μην διστάσει και να δράσει αναλόγως. Εξάλλου όπως έλεγε και ο μέντορας του, ο Χρηστίδης: «Οι φιλίες στη νύχτα, είναι στην πραγματικότητα λυκοφιλίες. Αν παρουσιαστεί η κατάλληλη ευκαιρία, όλα επαναπροσδιορίζονται».

Ο Βασίλης Τσίλης, πρώην συγκρατούμενος και άτομο της απόλυτης εμπιστοσύνης του Σκληρού, ανέλαβε να παρακολουθεί τον Ελβετό. Νοίκιασε μια γκαρσονιέρα απέναντι από τα γραφεία της επιχείρησης του Τζέκου, με ένα παράθυρο που είχε οπτική επαφή με την είσοδο της πολυκατοικίας επί της οδού Περσεφόνης. Όταν ο Ελβετός εμφανιζόταν, το μοτίβο ήταν το ίδιο. Η ερωμένη του θα ήταν ήδη στο γραφείο, θα έμεναν μαζί για καμιά ώρα, ενώ θα έφευγε πρώτα εκείνη και μετά από λίγα λεπτά και ο Τζέκος.

Ο Σκληρός προσέλαβε για να εκτελέσουν το συμβόλαιο θανάτου, δυο Ρουμάνους επαγγελματίες. Έφτασαν τρεις μέρες νωρίτερα από την ημερομηνία που θα γινόταν το χτύπημα, αεροπορικώς στη Θεσσαλονίκη. Από εκεί κατέβηκαν με το τρένο στην Αθήνα, και έμειναν σε ένα Airbnb στα νότια προάστια που είχε ένας φίλος του Τσίλη, που δεν ρωτούσε τίποτα -και ούτε τον ένοιαζε- όταν έπαιρνε το κατάλληλο χαρτζιλίκι. Οι Ρουμάνοι πληρώθηκαν προκαταβολικά μέσω σκοτεινού διαδικτύου πέντε μπιτκόιν. Άλλα τόσα θα έπαιρναν μετά το χτύπημα. Ο Τσίλης είχε προμηθευτεί αρκετές κάρτες SIM για τα κινητά με πλαστά στοιχεία, δηλώνοντας τες σε ανύπαρκτα πρόσωπα. Ένα μηχανάκι σκούτερ είχε κλαπεί εδώ και μέρες και ήταν κρυμμένο σε ασφαλές μέρος, ενώ ετοιμάστηκε και ένα ζευγάρι πλαστές πινακίδες κυκλοφορίας.

Όταν έφτασε η ώρα του χτυπήματος ο Τσίλης επιβεβαίωσε ότι ο Τζέκος είχε φτάσει στα γραφεία του. Ενημέρωσε τον Σκληρό και εκείνος έδωσε την εντολή να προχωρήσουν όπως είχαν σχεδιάσει. Οι τσιλιαδόροι στις παρακείμενες γειτονιές επιβεβαίωσαν ότι όλα ήταν καλά και δεν υπήρχε οτιδήποτε ύποπτο. Οι δυο εκτελεστές πήραν εντολή να είναι έτοιμοι. Όταν η ερωμένη του Τζέκου βγήκε και απομακρύνθηκε από την πολυκατοικία, οι Ρουμάνοι ξεκίνησαν με το μηχανάκι προς τη συμβολή των οδών Πλούτωνος και Περσεφόνης. Όταν εμφανίστηκε ο Ελβετός, ο οδηγός σταμάτησε μπροστά του και έβαλε το χέρι στην εσωτερική τσέπη του τζάκετ του, πιάνοντας το πιστόλι του ώστε να είναι σε ετοιμότητα, σε περίπτωση που θα χρειαζόταν να το χρησιμοποιήσει. Ο συνεπιβάτης με την φουλ φέις κατέβηκε από το μηχανάκι και με το όπλο του άρχισε να τον πυροβολεί, προτού ο Τζέκος προλάβει να αντιδράσει. Με τις πρώτες σφαίρες ήταν ήδη νεκρός, αλλά ο εκτελεστής του πήγε πάνω από το σώμα που κείτονταν στο πεζοδρόμιο αιμόφυρτο και έριξε άλλες δυο στο κεφάλι. Ανέβηκε πάλι πάνω στο μηχανάκι και απομακρύνθηκαν από τον τόπο του εγκλήματος.

Οι δυο Ρουμάνοι κινήθηκαν προς τα δυτικά προάστια. Σε μια απομονωμένη αλάνα, βρήκαν το αυτοκίνητο που είχε αφήσει ο Τσίλης και θα χρησιμοποιούσαν σαν δεύτερο μέσο διαφυγής. Έβαλαν φωτιά στο μηχανάκι, και ακολούθησαν την αποθηκευμένη διεύθυνση στο GPS του αυτοκινήτου, φτάνοντας κοντά στην εθνική οδό. Εκεί ξεφορτώθηκαν και το αυτοκίνητο. Ένα φορτηγό που εκτελούσε μεταφορές εμπορευμάτων με κατεύθυνση τη Θεσσαλονίκη, πέρασε από το σημείο συνάντησης και τους πήρε μαζί του. Οι δυο Ρουμάνοι θα προσγειώνονταν στο Βουκουρέστι μετά από εικοσιτέσσερις ώρες.

Ο Τσίλης, αφού είδε ότι όλα έγιναν σύμφωνα με το σχέδιο, επιβεβαίωσε τη διαφυγή των Ρουμάνων και αμέσως μετά κατέστρεψε όλες τις κάρτες SIM. Εξαφάνισε ό,τι άλλο θα μπορούσε να σχετίζεται με το χτύπημα στον Τζέκο, κλείδωσε την γκαρσονιέρα και έφυγε με το αυτοκίνητο του που ήταν παρκαρισμένο λίγα τετράγωνα πιο κάτω, εκτός των σημείων που είχε αποκλείσει η αστυνομία, με κατεύθυνση την Παλλήνη.

*

Στην Παλλήνη ο Σκληρός είχε μια μεγάλη έκταση με αποθήκες Logistics που ανήκαν σε μια εταιρεία που είχε συστήσει. Εκεί θα συναντιόταν με τον Γιάννη Χιωτάκη, τον παλιότερο και πιο ισχυρό από τους μεγάλους της νύχτας, για να επιβεβαιώσουν το ξεκίνημα της συνεργασίας τους. Ο Σκληρός ήξερε πως μετά από ένα τέτοιο χτύπημα, θα μπορούσε να ξεκινήσει μεγάλος πόλεμος για τις δουλειές του Τζέκου. Πολλοί θα ήταν αυτοί που θα ήθελαν μερίδιο από την πίτα, και ιδίως οι μεγάλοι. Γνωρίζοντας ότι ο Χιωτάκης θα επωφελούταν περισσότερο από όλους από την εκτέλεση του Ελβετού, τον προσέγγισε πριν από το χτύπημα και του πρότεινε συνεργασία. Ο Χιωτάκης, που ήξερε να αρπάζει όποια ευκαιρία εμφανιζόταν, συμφώνησε αμέσως, ενώ έδωσε και αρκετές πληροφορίες για τον Τζέκο. Έτσι δώσανε τα χέρια και μοιράσανε δουλειές και περιοχές. Μαζί δεν θα ήταν εύκολος αντίπαλος για κανέναν στην πιάτσα.

Ο Σκληρός όταν έφτασε στις αποθήκες, και όσο περίμενε τον Χιωτάκη, μίλησε με ανθρώπους του στη ΓΑΔΑ, προσπαθώντας να μάθει πληροφορίες για το τι ήξερε η αστυνομία. Την υπόθεση την είχε αναλάβει ο Γιώργος Τρίμμης· έμπειρος αστυνόμος που είχε ερευνήσει κι άλλες δολοφονίες που σχετίζονταν με τη νύχτα. Επίσης έμαθε πως το όνομα του αναφέρθηκε ώστε να κληθεί για κατάθεση. Ήξερε πως αυτή ήταν η πάγια τακτική της αστυνομίας σε τέτοιες περιπτώσεις· να καλούνε όσους σχετίζονται με τη νύχτα και είχαν απασχολήσει τις αρχές στο παρελθόν.

Ο Χιωτάκης κατέφθασε στις αποθήκες του Σκληρού, με το θωρακισμένο αμάξι και την ένοπλη συνοδεία του. Οι δυο τους ανέβηκαν στο διευθυντικό γραφείο, για να συζητήσουν, ενώ οι σωματοφύλακές τους περίμεναν απ’ έξω.

«Πάντως έχεις αρχίδια. Μπράβο ρε Σκλήρη. Ο δικός σου θα καμάρωνε. Πήρες την εκδίκηση σου».

Ο Σκληρός χαμογέλασε. «Είχε έρθει η ώρα του καριόλη. Όντως το χρώσταγα και στον Χρηστίδη, κι ας πέρασαν χρόνια».

Ο Χιωτάκης έβγαλε από την τσέπη του δυο πούρα Montecristo.

«Ξέρω ότι σου αρέσουν τα πούρα, όπως αρέσανε και στον Χρηστίδη. Κάποτε είχα ακούσει ότι πήραν το όνομα τους από ένα βιβλίο, όπου αυτός ο Μόντε Χρίστος -πως τον έλεγαν- έψαχνε εκδίκηση. Είναι το κατάλληλο για να καπνίσουμε απόψε».

Ο Χιωτάκης άναψε τα πούρα με τον αναπτήρα του. Το γρήγορο άναμμα του πούρου, άφησε μια πικρή γεύση στο στόμα του Σκληρού. «Δεν ήταν στιγμή για ιεροτελεστίες», σκέφτηκε και επικεντρώθηκε σε όσα είχαν να μιλήσουν σχετικά με τις επόμενες κινήσεις τους.

«Έμαθα από έναν δικό μου μέσα στη ΓΑΔΑ, πως ανέλαβε την υπόθεση ο Τρίμμης. Σίγουρα θα με καλέσουν για κατάθεση. Μπορεί να καλέσουνε και εσένα».

«Ας την ανέλαβε όποιος θέλει ρε Σκληρέ. Κι ας μας καλέσουνε. Τι μας νοιάζει; Η δουλειά ήταν καθαρή. Εμείς θα συνεχίσουμε κανονικά με όσα έχουμε κανονίσει».

Ο Σκληρός συμφώνησε κουνώντας το κεφάλι του. Ο Χιωτάκης σηκώθηκε και άρχισε να περπατάει μέσα στο γραφείο, ενώ συνέχισε να μιλάει:

«Η φύση δεν αγαπάει το κενό Σκληρέ. Ο Ελβετός σήμερα μας αποχαιρέτησε, και η οργάνωσή του έμεινε ακέφαλη. Κανένας μέσα στην ομάδα του δεν έχει την επιρροή για να ηγηθεί ή τα αρχίδια για να επιβληθεί. Μαλάκες είναι χωρίς τον Τζέκο. Μυαλό κανένας, μόνο μπράτσα και σιδερικά. Θα ψάχνονται για μέρες… Και θα δεις, θα καταλήξουν να δουλεύουν για εμάς. Αύριο κιόλας, θα πρέπει να στείλουμε τους δικούς μας σε όλα τα μαγαζιά που εισέπραττε προστασία ο Τζέκος. Θα ενημερώσουν ότι τώρα θα πληρώνουν εμάς. Αν κάποιος τολμήσει να μας κουνηθεί, θα του κόψουμε τον κώλο».

«Ας το τολμήσει κανένας μαλάκας, και τον φάγαμε».

Ο Σκληρός σηκώθηκε και έσφιξε το χέρι του Χιωτάκη. Όλα πήγαιναν σύμφωνα με το σχέδιο. Η συμμαχία τους θα έφερνε νέες ισορροπίες.

Το επόμενο πρωί ο αστυνόμος Τρίμμης τηλεφώνησε στον Σκληρό και του ζήτησε να περάσει από τη ΓΑΔΑ για κατάθεση. «Δεν πιστεύω να περιμένεις να σου φέρω και κλήτευση, έτσι Σκλήρη; Θα σε περιμένω για να μιλήσουμε».

*

«Δεν περίμενα ότι θα σε συναντήσω έτσι ρε Τρίμμη… Πως τα φέρνει η ρημάδα η ζωή, έ; Και όσο δεν γουστάρω τους μπάτσους, σε έχω εδώ μπροστά μου, μαζί με όλους αυτούς τους ρουφιάνους γύρω μου και δεν μπορώ ούτε να σας φτύσω. Πόσο δίκιο είχε ο Χρηστίδης… Δεν υπάρχουν φιλίες στη νύχτα. Μόνο λυκοφιλίες. Εντάξει, εγώ τα ξεκίνησα όλα, που έφαγα τον Ελβετό, αλλά πήγαινε γυρεύοντας ο πούστης. Και εγώ δεν ρουφιανεύω ρε Τρίμμη… αλλά κανείς δεν ήξερε για το αμάξι μου πέρα από τους σωματοφύλακες μου. Αυτοί και ο Χιωτάκης, όταν μπήκε μαζί μου για να μιλήσουμε την πρώτη φορά… Πρέπει να το πρόσεξε ο παλιοκαριόλης. Αυτός θα κέρδιζε τα περισσότερα. Τελικά είναι μεγάλη λέρα. Και δεν σεβάστηκε ούτε τον γιο μου ρε Τρίμμη… Δεν ανακατεύουμε τις οικογένειες εμείς. Κι αυτός κοίτα τι πήγε και έκανε… Εγώ μπορώ και τα ξέρω όλα…  Άντε να βρεις την άκρη και εσύ τώρα. Τι με κοιτάς έτσι; Ακόμα με φοβάσαι; Άντε τελείωνε… η αυλαία έπεσε…»

Ο αστυνόμος Τρίμμης παρατηρούσε τον τόπο του εγκλήματος. Κοιτούσε τον Σκληρό  που στεκόταν ασάλευτος στον τοίχο του προαυλίου.

«Ακόμα να έρθει η σήμανση για τα αποτυπώματα;» αναρωτήθηκε απευθυνόμενος σε έναν από τους συναδέλφους του. Εκείνος ανασήκωσε τους ώμους του, δηλώνοντας άγνοια.

«Κοίτα πόσο άγρια φάτσα έχει ακόμα και τώρα. Και έτσι όπως κοιτάει, νιώθω σαν να με καρφώνει με τα μάτια του».

Ο Τρίμμης πήγε πάνω από το πτώμα του Σκληρού που ακουμπούσε στον τοίχο και του έκλεισε τα μάτια.

«Και νεκρός, είναι σκληρό καρύδι», σκέφτηκε.

«Φέρτε ρε ένα σεντόνι να τον σκεπάσουμε! Δεν θέλω να παίζει το πτώμα στα κανάλια!»

*

«Εν ψυχρώ δολοφονία συνέβη σήμερα το πρωί, έξω από το 15ο δημοτικό σχολείο στην Αγία Παρασκευή με θύμα έναν 48χρονο επιχειρηματία, ενώ από θαύμα δεν θρηνήσαμε και άλλα θύματα. Πρόκειται για τον Σάκη Σκλήρη, γνωστός στη νύχτα και με το προσωνύμιο «Σκληρός». Ήταν 8.15, όταν ο Σκλήρης πήγε να αφήσει τον 6χρονο γιο του που φοιτά στο δημοτικό της περιοχής. Όταν το παιδί μπήκε στο σχολείο, ο Σκλήρης ετοιμάστηκε να αποχωρήσει.

Σύμφωνα με τα μέχρι στιγμής στοιχεία από την έρευνα στον τόπο της δολοφονίας, ένα αυτοκίνητο μάρκας Ford με δυο επιβάτες, απέκλεισε τη Mercedes του 48χρονου, για να μην μπορεί να ξεκινήσει. Ένα μηχανάκι με άλλους δυο επιβαίνοντες σταμάτησε από τη μεριά του συνοδηγού. Αφού ανοίξανε την πόρτα της Mercedes, τον γάζωσαν με αυτόματα Καλάσνικοφ. Το θύμα προσπάθησε να βγει για να γλιτώσει, όμως είχε τραυματιστεί βαριά. Σύρθηκε για λίγα μέτρα έξω από το αυτοκίνητο του, όπου και κατέληξε.

Στην αστυνομία πιστεύουν ότι οι δράστες είναι επαγγελματίες εκτελεστές, και ότι πρόκειται για ένα ακριβό συμβόλαιο θανάτου. Φαίνεται πως ήξεραν τις διαδρομές του Σκλήρη, αλλά και ότι το αυτοκίνητο του θύματος ήταν θωρακισμένο. Οι δολοφόνοι εκμεταλλεύτηκαν τον αργό χρόνο αυτόματου κλειδώματος των πορτών, για να χτυπήσουν. Γι αυτό άνοιξαν την πόρτα πριν γαζώσουν με σφαίρες το εσωτερικό του, ώστε να είναι σίγουροι ότι θα τραυματίσουν θανάσιμα το θύμα. Η δολοφονία του Σάκη Σκλήρη, φέρεται να συνδέεται και με την εκτέλεση του Δήμου Τζέκου πριν από λίγες μέρες στο Γκάζι. Η αστυνομία δεν αποκλείει να έχει ξεκινήσει ένας νέος γύρος εκτελέσεων και χτυπημάτων που συνδέονται με τον ανταγωνισμό συμμοριών που δραστηριοποιούνται στη νύχτα. Πάντως όπως επισημαίνει και ο αστυνομικός μας συντάκτης, αντίστοιχες δολοφονίες  μένουν ανεξιχνίαστες, καθώς στη νύχτα ισχύει ο νόμος της σιωπής, η «Ομερτά».

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Το διήγημα έγραψε ο Γιάννης Κεφαλάς, στο πλαίσιο του Συνεργείου Δημιουργικής Γραφής.

Προηγούμενο άρθροΟ δρόμος που πήρα
Επόμενο άρθροΤο μαγικό βουνό
Avatar
Γράφω μόνο τα βράδια, όταν όλοι κοιμούνται και η πόλη ησυχάζει. Είμαι επιρρεπής στους εθισμούς, αλλά πίνω μόνο κρασί –μετά τη δύση του ηλίου- και όλο σκέφτομαι ότι πρέπει να κόψω το κάπνισμα. (Προσθήκη, 12 χρόνια μετά. Το έκοψα το κάπνισμα).