Ο δρόμος που πήρα

0
882

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι Bresson-1968.png

«Οι δύο σημαντικότερες μέρες της ζωής σου είναι η μέρα που γεννήθηκες και η μέρα που μαθαίνεις γιατί». 
Μαρκ Τουέιν

“Σε κάποιο τόπο θα το λέω μετά από καιρό
Αναστενάζοντας χρόνια και χρόνια μετά:
Πως σ’ ένα δάσος ήταν ένα σταυροδρόμι, κι εγώ –
Πήρα τον δρόμο τον λιγότερο πεπατημένο, κι αυτό
Έκανε όλη τη διαφορά.”

Ο δρόμος που δεν πήρα, Ρόμπερτ Φροστ
(μτφ Δάφνη Χρονοπούλου)

~~~~~~~~~~~~~~~~~

Υπάρχει ένα ψυχιατρικό ανέκδοτο που λέει: «Δεν είναι κακό να μιλάς στον εαυτό σου. Το πρόβλημα αρχίζει όταν ο εαυτός σου απαντάει».

Κι όμως… Υπάρχει μια εσώτερη φωνή που πρέπει ν’ ακούμε. Μας μιλάει κωδικοποιημένα. Πολύ συχνά στον ύπνο μας, με τα όνειρα. Αλλά και με κρυφά σινιάλα· μια μυρωδιά στον δρόμο, που θα σου θυμίσει τις παλιές μέρες στο νησί. Ο αριθμός μιας πινακίδας ή μπορεί να είναι η ώρα στο κινητό σου, που αν προσέξεις καλύτερα θα καταλάβεις ότι είναι μια σημαντική ημερομηνία της ζωής σου.

Μας δίνει σινιάλα ο εσώτερος εαυτός. Κι αν δεν ακούσεις αυτά τα πρώτα, συνεχίζει με πιο ισχυρά, αποτυπώνει τη φωνή του στο σώμα σου, στο δέρμα σου, στο μυαλό σου. Αν δεν ακούσεις ούτε κι αυτά…

Αν δεν ακούς τον εαυτό σου, θα τον χάσεις.

~~{}~~

Ο υποφαινόμενος, αιθεροβάμων κι ονειροπαρμένος εκ γενετής, πάντα άκουγε τι του έλεγαν τα όνειρα, τα σύννεφα, τα νυχτοπούλια (με προτίμηση στους γκιόνηδες), και τα έντομα (πάντα θ’ απλώσω το χέρι μου αν δω λιβελούλα).

Έτσι πιστεύω ότι ανακάλυψα αυτή τη δική μου δεύτερη σημαντικότερη μέρα, έτσι βρήκα τον δρόμο μου.

Ήμουν είκοσι έξι χρονών. Μετά από ένα τρίμηνο ταξίδι στην Ιταλία και στην Γαλλία, όπου ξόδεψα τις οικονομίες δύο χρόνων, επέστρεψα στο πατρικό μου –κι αυτό ήταν μεγάλη ήττα.

Η κατάθλιψη με γυρόφερνε. Δεν είχα λεφτά, δεν είχα μέλλον (ούτε παρόν), δεν είχα έρωτα, δεν είχα τίποτα. Μόνο μερικά τετράδια όπου είχα γράψει εκατοντάδες παραληρηματικές σελίδες για ένα μυθιστόρημα (Αδάμ, ο τελευταίος άνθρωπος).

Έπεσα να κοιμηθώ στο εφηβικό μου κρεβάτι, με τα αυτοκόλλητα των Metallica και των Floyd. Ένιωθα ότι είχα φτάσει στο τέρμα της διαδρομής· τόσο γρήγορα.

Δεν θυμάμαι τι όνειρο είδα. Δεν θυμάμαι τι μου είπε η εσώτερη φωνή. Όμως ποτέ δεν θα ξεχάσω εκείνη τη μέρα, εκείνη την Αφύπνιση.

Άνοιξα τα μάτια, ανακάθισα στο κρεβάτι και είπα: «Βρήκα τον δρόμο μου!»

Έτσι απλά είχα περάσει απ’ το αδιέξοδο και την κατάθλιψη στον δρόμο που ακολουθώ όλη μου τη ζωή. Εκείνη την ημέρα ο εσώτερος εαυτός είπε: «Είσαι γεννημένος για να γράφεις».

Η αλήθεια είναι ότι αυτή τη φράση μου την είχε πει ο Ιάκωβος Καμπανέλλης λίγες βδομάδες πριν φύγω για Γαλλία. Όμως δεν το είχα πιστέψει ακόμα. Κι αν δεν πιστεύεις εσύ, κανείς δεν μπορεί να σε πείσει. Χρειάστηκε να περιπλανηθώ μόνος μου στην έρημο και να πεθάνω, για να μπορέσω να φωτιστώ (αυτά τα λέω αλληγορικά, μη με σταυρώσετε).

~~{}~~

Ο εσώτερος εαυτός. Αν θέλετε πείτε το Υποσυνείδητο, Θεό, Μούσα, Σύμπαν, Αρμονία. Δεν έχει σημασία πώς το λέμε, σημασία έχει να το ακούμε. Αν δεν ακούς τι σου λέει αυτό το μέσα σου, τότε θα ζεις μόνο για το έξω σου. Αν δεν χαράζεις τον δρόμο σου έτσι όπως σου λέει ο εαυτός σου, τότε θα ζεις τη ζωή που σου ορίζουν οι άλλοι.

Να βρεις τον δρόμο σου δεν σημαίνει να βρεις τον προορισμό, σημαίνει να βρεις τον τρόπο, την πίστη και τη δύναμη να συνεχίζεις. Πού θα φτάσεις δεν έχει καμιά σημασία -μας το ‘πε ο Καβάφης.

Δεν θα είναι δρόμος στρωμένος μόνο με λουλούδια, σπάνια συμβαίνει, κι αλήθεια δεν είναι καλό. Θα αποτύχεις, αλλά θα πρέπει να ’σαι περήφανος για τις αποτυχίες σου.

Οι αποτυχίες είναι το δεύτερο σημαντικότερο κομμάτι της διαδρομής σου, μόνο έτσι βελτιώνεσαι. Ποιο είναι το πιο σημαντικό; Μετά από κάθε αποτυχία να χαμογελάς (μη βρίζεις) και να συνεχίζεις με το κεφάλι ψηλά· απέτυχες επειδή έκανες αυτό που αγαπάς. Σήκω πάλι, τίναξε τη σκόνη από πάνω σου, ξεκίνα να σφυρίζεις… και συνέχισε.

«Και τι θα καταφέρω έτσι;» ρωτάει ένα κομμάτι του εαυτού μου. «Θα γίνω πλούσιος, διάσημος, ένδοξος, τι;»

Μου απαντάω: «Θα ζήσεις μια ζωή γεμάτη με το νόημα που εσύ της έδωσες· θα περπατήσεις τον δικό σου δρόμο».

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Η φωτογραφία είναι του Ανρί Καρτιέ Μπρεσόν.