Το σώσπιτο

0
160

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι %CE%A7%CF%89%CF%81%CE%AF%CF%82-%CF%84%CE%AF%CF%84%CE%BB%CE%BF.png

Ήταν κατακαλόκαιρο και είπαμε με τον Λάκη να πάμε στο χωριό του μιας και τα λεφτά δε μας έφταναν για διακοπές αλλού. Στην Κύπρο είναι πάντα καλοκαίρι, αλλά τον Ιούλιο είναι «κατακαλόκαιρο», δεν ανασαίνεις από τη ζέστη. Στα δέκα χρόνια που γνωριζόμασταν, δεν είχαμε πάει ποτέ στην Κύπρο, και σκεφτήκαμε ότι φέτος ήταν μια καλή ευκαιρία.

Στην Κύπρο λοιπόν, όπως μου εξήγησε ο Λάκης τα σπίτια τα παραδοσιακά είναι χτισμένα με τα δωμάτια χωριστά. Άλλο κτίσμα το μαγερκό, άλλο το δίχωρο, άλλο το σώσπιτο, άλλο ο καμπινές κι άλλο ο ηλιακός. Κι αυτό γιατί τα έχτιζαν σιγά σιγά τα σπίτια οι άνθρωποι. Όπως σιγά σιγά έχτιζαν και τις ζωές τους. Πρώτα ένα κεραμίδι να βάλουν το κεφάλι τους από κάτω και μετά η επέκταση. Και η επέκταση ερχόταν αργά και σταθερά, χωρίς παρεμβολές και αποκλίσεις. Πέτρα, πέτρα. Ένα, ένα. Αλλά το καθένα χωριστά.

Μπήκαμε στο ξερό χωράφι με το φιατάκι μας. Τα δωμάτια ήταν τοποθετημένα το ένα δίπλα στο άλλο και η προέκταση του ηλιακού είχε τρεις καμάρες. Ο ηλιακός είχε μια στέγη εξωτερική μ’ ένα τραπέζι από κάτω, εκεί έκανε η μάνα του σχεδόν όλες τις δουλειές, εκεί έτρωγαν εκεί έστρωναν και κοιμούνταν όταν η ζέστη πύκνωνε.

Μαγερκό

Μπήκαμε μέσα στο δροσερό δωμάτιο. Η μάνα του καθόταν στην καρέκλα με το ματωμένο μαχαίρι στο χέρι και βαριανάσαινε. Στην λεκάνη δίπλα της είχε μέσα το κεφάλι από το γουρούνι. Μόλις είδε τον Λάκη ταράχτηκε, σηκώθηκε και τον αγκάλιασε.

«Άχου, γιατί δε μου ’πες ότι εν’ να ’ρτεις γιε μου;»

Κοίταξε πίσω και είδε κι εμένα.

«Καλησπέρα, καλώς ορίσατε, κοπιάστε», είπε σκουπίζοντας τα χέρια της στην ποδιά της. Της χαμογέλασα ενώ προσπαθούσα να πάρω το βλέμμα μου από το αποκεφαλισμένο ζώο. Ψηλή γυναίκα, μελαχρινή, με ζεστή φωνή. Διακριτική παρουσία που με έκανε να σκεφτώ ότι έμοιαζε με τον Λάκη.

Κάτσαμε για κάμποση ώρα. Δε μιλούσε πολύ όμως χαμογελούσε με το βλέμμα χαμηλά. Μας έδειξε πού να πάμε να βολευτούμε, μας ρώτησε αν θέλουμε καφέ, αν θα πάμε για μπάνιο στη θάλασσα, πώς είναι η ζωή στην Ελλάδα κι αν είμαι «καλαμαράς».

Πίσω της σα να με κοιτούσε το ζώο όση ώρα καθόμασταν, είχε το μισό κεφάλι του έξω και το μισό μέσα σε μια πισίνα από αίμα και τα μάτια του ανοιχτά. Στην άλλη λεκάνη δίπλα της είχε ένα μάτσο σέσκουλα, ντομάτες, ψωμιά και χαλούμια.

«Αυτό το νεκρό ζώο θα το φάμε;» τον ρώτησα πηγαίνοντας εκεί που μας έδειξε η μάνα του να αφήσουμε τα πράγματα. «Το έσφαξαν εδώ, δεν ξέρω ποιο κομμάτι θα μαγειρέψει».

Η σφαή του σσιοίρου ήταν μια τελετουργική διαδικασία, ένα γεγονός στο οποίο έπαιρναν μέρος αρκετοί φίλοι και γείτονες από το χωριό. Η οικογένεια που θα “έσφαζε” φρόντιζε δυο, τρεις μέρες πριν να γίνει γνωστό σ’ όλο το χωριό. Ο νοικοκύρης καλούσε κόσμο να παραστεί στην τελετή και επί τη ευκαιρία έστηναν κι ένα μικρό γλέντι με ζιβανία και μεζέδες.

 ~~{}~~

Δίχωρο 

Μπαίνοντας αριστερά ήταν ένα μεταλλικό κρεβάτι και στα δεξιά ένα τραπέζι στρωμένο με άσπρο κεντητό τραπεζομάντιλο. Στους τοίχους υφαντές μαντηλιές και κάδρα. Με πήγε σε μια τάβλα που πάνω είχε ένα στρώμα.

Αφήσαμε τα πράγματά μας και τότε είδαμε από την πίσω πόρτα που ήταν ανοιχτή τον πατέρα του στην πίσω αυλή να κοπανάει με ένα τσεκούρι. Ο Λάκης βγήκε έξω φωνάζοντάς του.

Ο πατέρας του τον μισοκοίταξε, τυφλωμένος από τον απογευματινό ήλιο. Τον αγκάλιασε και του χτύπησε την πλάτη. Μου έδωσε κι εμένα το χέρι.

Κάτω από την ελιά μπροστά του, το χώμα είχε ποτίσει με αίμα. Ένας γάντζος και μια τροχαλία κρέμονταν από το κλαδί. Ο πατέρας του φορούσε γαλότσες, τζιν και ήταν γυμνός από τη μέση και πάνω. Το βλέμμα μου είχε κολλήσει στα χέρια του. Ήταν παράξενο το πόσο μεγάλες ήταν οι παλάμες του σε σχέση με το υπόλοιπο σώμα του. Έκανα εικόνα το βασανιστήριο που θα πέρασε το ζωντανό στα χέρια αυτά.

«Έχομεν πολλές δουλειές», είπε και πήρε το λάστιχο να καταβρέξει το αίμα. «Εγίνηκεν γλέντι εψές», έλεγε και κατέβρεχε. «Ήρθε ούλον το χωρκό, εμεθύσαν ούλοι. Ευτυχώς το εζαλίσαμε και το ρίξαμε χαμέ, εκόψαμέν του τον λαιμόν αλλά δεν επρολάβαμε να το μοιράσουμε. Εσύραμέν το τζαμέ στο σώσπιτο, για να μην το πιάει η πυρά».

Ο ήλιος και η μυρωδιά από το νωπό αίμα με ζάλιζαν. Χωρίς καλά καλά να το καταλάβουμε ο πατέρας του μας έχωσε στα χέρια από ένα τσεκούρι. Ο Λάκης με κοίταξε σα να μου λέει πως τίποτα δεν μπορεί να γίνει τώρα.

«Θκιο ππαλιές να σκίσουμε τα ξύλα και μετά πάμε πίσω να αποκάμουμε το ζώο».

Δεν ξέραμε ούτε να «σκίζουμε ξύλα», ούτε να «αποκάμουμε ζώα». Κι ο πατέρας του το ήξερε. Δεν μπορεί να μην το ήξερε. Πήραμε όμως τα τσεκούρια κι αρχίσαμε να βαράμε όπου μας έδειχνε. Ρίχναμε κάτι άστοχες, τα τσεκούρια πιάνονταν στις σχισμές των ξύλων και δεν μπορούσαμε να τα βγάλουμε εύκολα.

«Πήγες στην Αθήνα και άφηκές με δαμέ με τις γυναίκες», είπε ο πατέρας του. «Αφράτεψες τζαμέ στα ξένα; Εγίνηκες βούτυρος;», φώναξε και τον χτύπησε στην πλάτη ενώ ο Λάκης προσπαθούσε να μαζέψει από κάτω τα λίγα ξύλα που είχε κόψει.

Με την χεριά που του έδωσε, και καθώς ο Λάκης κράταγε ψηλά το τσεκούρι έτοιμος να ρίξει την επόμενη, κοπάνησε με φόρα το μέτωπό του στο πίσω μέρος του τσεκουριού. Ούρλιαξε από τον πόνο, πέταξα κι εγώ στο χώμα το τσεκούρι μου και πλησίασα να δω τι έγινε. Γονάτισε κάτω, κρατούσε το κεφάλι του. Γονάτισα κι εγώ, έπιασα με την παλάμη μου την δική του πάνω στο μέτωπό του και προσπάθησα να του ανοίξω τα δάχτυλα για να δω το χτύπημα. Ο πατέρας του ατάραχος, μας κοιτούσε και τους δυο με τα χείλια του σουφρωμένα.

«Σου πα, βάστα το γερά μωρέ το τσεκούρι», του λέει κι ο Λάκης ούτε που σήκωσε το βλέμμα του από το χώμα. «Έλα, ‘εν έσιει τίποτε, πάμε πίσω για το ζώο». Είπε κι έφυγε για το σώσπιτο.

Από νωρίς τα ξημερώματα όλη η οικογένεια και αρκετοί συγγενείς είναι στο πόδι για τη μεγάλη θυσία. Στήνεται το καμίνι πάνω ο οποίο τοποθετείται το «χαρτζί» γεμάτο νερό, για  το μάδημα και το ξέπλυμα του χοίρου. Ετοιμάζεται η δουκάνη πάνω στην οποία τοποθετείται ο σφαγμένος χοίρος και φέρνουν κοντά τις χοιρόπετρες, αλάτι, λεμόνια και κιτρόμηλα.

 ~~{}~~

Σώσπιτο

Σηκωθήκαμε από το χώμα κι οι δυο μετά από λίγο. Ο Λάκης δε μιλούσε. Δεν ήξερα αν πονούσε ακόμα. Το μέτωπό του είχε μια τεράστια κοκκινίλα και είχε φουσκώσει για να κάνει καρούμπαλο. Κοιταχτήκαμε στα μάτια εκείνη τη στιγμή και νομίζω πως ήταν η μόνη στιγμή σε όλο το ταξίδι. Ο πατέρας του είχε μπει μέσα στο σώσπιτο κι ήμασταν μόνοι εκεί έξω κάτω από τον καυτό ήλιο.

Σήκωσα το χέρι μου και θέλησα να τον χαϊδέψω όπως θα έκανα οποιαδήποτε άλλη στιγμή σε οποιοδήποτε άλλο μέρος. Εκείνος όμως μόλις κατάλαβε το χέρι μου στα μαλλιά του μου το έσπρωξε.

«Είσαι με τα καλά σου;», φώναξε. «Όχι τέτοια εδώ. Πάμε μέσα να δούμε τι θα κάνουμε», είπε.

Τον ακολούθησα στο σώσπιτο όπου μόλις μπήκαμε είδαμε τον πατέρα του να τεμαχίζει το πόδι από το γουρούνι πάνω σε ένα τεράστιο ξύλο. Το σώσπιτο, όπως έμαθα, ήταν εκεί που φυλούσαν τα τρόφιμα και τα ρούχα. Ένας χώρος γεμάτος παλιά έπιπλα που πλέον χρησιμοποιούνταν σαν αποθήκη. Η μάνα του είχε και τον αργαλειό της εκεί μέσα και καμιά φορά κλεινόταν εκεί για να κεντήσει.

Το πόδι του γουρουνιού με την οπλή κρεμόταν έξω από το ξύλο που το είχε ακουμπήσει ο πατέρας του Λάκη. Πίσω του πάνω στον πάγκο πλαστικές σακκούλες με κομματιασμένα μέλη του σώματος του ζώου. Αίμα παντού. Ένας καταψύκτης ανοιχτός άχνιζε κρύο αέρα.

«Του κόβω τα κότσια τώρα και μετά θέλω να μου το βαστάτε γερά για τον λαιμόν και το στήθος». Σήκωνε τον μπαλτά και του έριχνε με μανία. Κομματάκια από κόκκαλα εκτοξεύονταν δεξιά κι αριστερά.

Ήθελα να πιστεύω ότι ο Λάκης θα βρει μια δικαιολογία για να φύγουμε επιτέλους. Όμως δεν το έκανε. Κάτσαμε εκεί μέχρι που νύχτωσε να ακούμε τον πατέρα του να εξηγεί με λεπτομέρεια τη διαδικασία. Τον κοιτούσαμε να πίνει ζιβανία και να κοπανάει το ζώο μια δεξιά, μια αριστερά και να γελάει δυνατά όταν κανένα κομμάτι του έπεφτε κάτω. Ο Λάκης φαινόταν να έχει ξεχάσει ποιος ήταν έξω από αυτό το σφαγείο. Κοιτούσε τον πατέρα του στα μάτια κι ούτε που τον ένοιαζε που το καρούμπαλο στο κεφάλι του φούσκωνε.

O πατέρας κοπάναγε κι ο Λάκης κοιτούσε. Ο πατέρας ζητούσε κάποιο εργαλείο κι ο Λάκης έτρεχε να του το φέρει. Ο πατέρας έλεγε ιστορίες για κυνήγια και σφαγές κι ο Λάκης άκουγε. Και σε κάθε κοπάνημα τρανταζόταν, αλλά δεν έφευγε.

Ήταν σαν να είχαν μείνει οι δυο τους. Το δωμάτιο είχε γεμίσει από τις παρουσίες τους. Εγώ είχα κάτσει σε μια γωνιά, με την ανάμνηση του Λάκη που ήξερα στην Αθήνα, του Λάκη που θαύμαζα όταν μιλούσε, του Λάκη με τα πολύχρωμα πουλόβερ. Καθόμουν μόνος και περίμενα να τελειώσει η διαδικασία του τεμαχισμού. Νεφραμιά, λαιμός, ποδαράκια, κοιλιά, μπούτια και τέλος μια γερή στο στήθος.

Άπειρα είναι τα τραγελαφικά περιστατικά που αφηγούνται οι παλιοί με αρνητικό πρωταγωνιστή το ίδιο το ζώο. Ιδιαίτερα όταν ο εκτελεστής του ήταν άπειρος ή ακόμη και άτυχος, του ξέφευγε το ζώο κι έτρεχε μισοσφαγμένο, πανικόβλητο με το μαχαίρι πολλές φορές να κρέμεται από το λαιμό του και ξοπίσω του ένα σωρό άνθρωποι να προσπαθούν να το πιάσουν.

 ~~{}~~

Ηλιακός

Το βράδυ κάτσαμε να φάμε στον ηλιακό, χοιρινό σούπα. Παρόλο που ήταν κατακαλόκαιρο η σούπα τραβιόταν με ευχαρίστηση.  Η νύχτα ήταν τόσο γλυκιά, μόνο τα τριζόνια ακούγονταν που τραγουδούσαν πάνω στις λεμονιές του κήπου και τα κουτάλια μας που χτυπούσαν στα πιάτα.

Φάγαμε αργά, ένα ένα τα πιάτα που έβγαζε η μάνα του και η αδερφή του από το μαγερκό. Τσουγκρίζαμε τα ποτήρια και ο πατέρας του, αναψοκοκκινισμένος, έλεγε ιστορίες για τον Λάκη όταν ήταν παιδί. Για το πως έφευγε τρέχοντας και κρυβόταν μέχρι την άλλη μέρα όταν μαζεύονταν όλοι στο σπίτι τους για τη σφαγή. Και μετά τις έτρωγε κιόλας για να μάθει να μη φεύγει. Ο Λάκης γύριζε προς το μέρος μου και μου εξηγούσε όσα δεν καταλάβαινα από την Κυπριακή διάλεκτο.

Ο πατέρας του έλεγε ιστορίες από τα ζώα λαβωμένα που ξέφευγαν τη σφαγή και οι χωριανοί έτρεχαν να τα πιάσουν. Λίγα άκουγα. Το μυαλό μου πήγε στην εικόνα του Λάκη την πρώτη μέρα που είχε έρθει από την Κύπρο στην Αθήνα. Χαμογέλασα με τις συνδέσεις που έκανε το μυαλό μου.

Σηκωθήκαμε να μαζέψουμε το τραπέζι για να στρώσουμε να κοιμηθούμε όλοι έξω. Δεν είχε μείνει ίχνος από τη σφαγή που είχε γίνει νωρίτερα.

Με την ολοκλήρωση της σφαγής, ακολουθούσε πολύωρο καθάρισμα του σφαγίου με ζεματιστό νερό.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Το διήγημα έγραψε η Ηρώ Παππά, στο πλαίσιο του συνεργείου δημιουργικής γραφής