7 φωτογραφίες, 7 μικροδιηγήματα

0
238

Λένε ότι μια φωτογραφία είναι σαν χίλιες λέξεις. Αλλά ποιες λέξεις; 7 μικροδιηγήματα (<1000 λέξεις) από τους Συνεργούς, εμπνευσμένα από κάποια φωτογραφία.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Ο έρωτας του κυρ Θανάση

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι 1.jpg

Όσοι τον γνώριζαν ήξεραν πόσο περίεργος ήταν ο κυρ Θανάσης. Κοινό μυστικό στο χωριό η ανατριχιαστική συνήθεια που ‘χε από παιδί. Μόνο η Βασιλική δεν ήξερε τι την περίμενε, όταν της έκαναν το συνοικέσιο.

Στην πρώτη συνάντηση που κανονίστηκε απ’ την προξενήτρα, ο γαμπρός κέρδισε τον μέλλοντα πεθερό με την οικονομική του άνεση και την Βασιλική με τους δωρικούς του τρόπους. Έτσι λιγομίλητος κι ήρεμος που ήταν, της φαινόταν όχι ακριβώς ντροπαλός, αλλά κάπως απόκοσμα γοητευτικός. Οι λεπτομέρειες ξεκαθαρίστηκαν άμεσα κι οι πατεράδες τους έσφιξαν τα χέρια. Το σπιτικό τους στήθηκε τόσο γρήγορα που κανείς απ’ το σόι της νύφης δεν πρόλαβε να παραπονεθεί που βρισκόταν ακριβώς δίπλα στα κοιμητήρια. Ναι, ήταν περίεργος άνθρωπος ο Θανάσης. Η Βασιλική, όμως, το κατάλαβε την πρώτη νύχτα του γάμου τους.

Μετά απ’ το μυστήριο και το γλέντι, το νιόπαντρο ζευγάρι βρέθηκε μόνο του. Με γυρισμένη την πλάτη στον άντρα της, η Βασιλική μετρούσε. Σαράντα μικρά κουμπιά απελευθερώθηκαν απ’ τις θηλιές που τα συγκρατούσαν, τόσα ήταν τελικά και τα χρόνια που βρέθηκε να πνίγεται στο πλάι του. Εκείνη ανυπομονούσε να της βγάλει και το μεσοφόρι, να της μιλήσει με χάδια για την παντοτινή τους αγάπη. Εκείνος της ζήτησε να βγουν βόλτα στα μνήματα για να της εξομολογηθεί τον μεγάλο του έρωτα.  

Σαράντα ολόκληρα χρόνια κι ούτε η ίδια ξέρει πώς άντεξε. Στην αρχή κάθε Μεγάλη Παρασκευή, τα τελευταία χρόνια κάθε εννιά του μήνα, ο άντρας της ξαπλωνόταν στο κρεβάτι με το καλό του κουστούμι κι έκανε τον πεθαμένο. Καθόταν η Βασιλική με τις κόρες της στο πλάι του, ερχόταν και καμιά γειτόνισσα για συμπαράσταση κι έκαναν νυχτέρι στον Θανάση. Πότε βούρκωναν κι έλεγαν για τον καλό του χαρακτήρα, πότε γελούσαν και μοιράζονταν αναμνήσεις, πότε σιωπούσαν κι έκλαιγαν γι’ αυτό που τις είχε βρει. Με τα χέρια σταυρωμένα κι ανέκφραστος ο Θανάσης, γεμάτος χαρά που τον μοιρολογούσαν κάθε φορά και καλύτερα, έμοιαζε στα μάτια της Βασιλικής γελοία απόκοσμος.

Όπως κάθε μέρα, έτσι και στην τελευταία πρόβα του θανάτου του, οι γυναίκες σηκώθηκαν κι έτρεξαν στις δουλειές τους κατά τις έξι το πρωί. Μόνο που ο Θανάσης δεν ξύπνησε για τη συνηθισμένη βόλτα στο καφενείο. Αργά τ’ απόγευμα πήρε χαμπάρι η μικρή του κόρη ότι για πρώτη φορά είχε πιάσει τόπο το ξενύχτι. Στην κηδεία του δεν έκλαψε κανείς. Η Βασιλική και τα κορίτσια μετά βίας συγκρατούσαν τα γέλια τους.

~~~~~~~~~~

Το διήγημα έγραψε η Κάππα Τζέι

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Μπουμμ

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι 3.jpg

Ακόμη και τώρα, τόσα χρόνια μετά, δε μπορώ να πω ψέματα στον εαυτό μου και να ισχυριστώ πως δεν γνώριζα πως αυτό το παιδί μια μέρα θα σκότωνε κόσμο.

Γαζωμένος με δυναμίτη, στα δεκαεφτά του χρόνια, μπούκαρε στο σταθμό του μετρό και πήρε μαζί του στην κόλαση άλλους εξήντα τρεις ανθρώπους· μεταξύ αυτών και μικρά παιδιά.

Τρέμω στην σκέψη πως έχω βάλει κι εγώ το χεράκι μου σ’ όλο αυτό.

*

Του άρεσαν τα καρτούν, και μάλιστα τα παλιά· αυτά με τα οποία είχα μεγαλώσει κι εγώ. Τα σύγχρονα, με τα ρομπότ και τα τέρατα, του φαινόντουσαν πολύ βίαια, είχε γράψει σε μια έκθεσή του. Ήταν μαθητής μου, στην έκτη τάξη του δημοτικού. Αρχέτυπο προβληματικού μαθητή, όπως λέει και το μάνιουαλ.

Μετανάστης από ξένη χώρα. Την μητέρα του την βίασαν και την σκότωσαν μπροστά στα μάτια του. Μια μέρα, ο πατέρας του τον φόρτωσε μαζί με την μικρότερη του αδερφή σε μία βάρκα για να περάσουν την θάλασσα. Τους είδε να πνίγονται. Κατέληξε για κάποια χρόνια να στεγνώνει σε μια αποθήκη ψυχών σε ξερονήσι.

«Γιατί δεν παίζεις με τα άλλα παιδάκια», τον ρώτησα μια μέρα.

«Δε με παίζει, Δάσκαλε. Τα παιδιά δε με παίζει».

«Παίζουν. Τα παιδιά δεν με παίζουν. Πληθυντικός αριθμός. Πολλά παιδιά», του είχα απαντήσει.

(Ηλίθιε! Το παιδί σου γύμνωνε την ψυχή του, κι εσύ του μιλούσες για την γραμματική.)

Ένα πρόγραμμα που ούτε καλά κατάλαβα πως και τι. Το παιδί βρέθηκε στην πόλη μου, σε μια ανάδοχη οικογένεια. Κάποιο πρόγραμμα για τους μετανάστες από τον Ο.Η.Ε. που πλήρωνε καλά λεφτά.

(Ούτε τζάμπα δεν το ήθελε κανείς.)

Μικρό το σχολείο μας. Δέκα χρόνια μας λέγανε πως κάποια στιγμή θα μετακομίζαμε, θα συγχωνευόμασταν με άλλα δημοτικά· όλα μαζί, νοικοκυρεμένα.

Έσκασε κι αυτό από το πουθενά. Σπαστά ελληνικά με το ζόρι· ό,τι είχε καταφέρει να πιάσει στον καταυλισμό. Μαζί με κάποια αγγλικά, συνεννοούμασταν κάπως.

Τι έκανα μαζί του όλη τη χρονιά; Καλή ερώτηση. Ακόμη και τώρα δε ξέρω ν’ απαντήσω. Δημιουργική απασχόληση; Να, κάτσε εδώ και μην ενοχλείς τα άλλα παιδιά. Τι; Αυτή η λέξη; Θα πει χοντρός. «Ευτραφής» είναι ο χοντρός. Πετσί και κόκαλο αυτό, το έπιασε με την πρώτη. «Γεμάτο κοιλιά», μου είπε στα αγγλικά κι έτριψε το στομάχι του. Ναι, σωστά, του είχα απαντήσει. «Μου αρέσει γίνω χοντρό», είχε πει.

Κατά καιρούς έριχνε ξύλο. Πολύ ξύλο. Όσο πετσί και κόκαλο, τόσο βαρύ το χέρι του. Κύριε, το ξένο χτύπησε τον Κωστάκη. Κύριε, ο λάθρο κλότσησε την Αννούλα. Κύριε, το ζαβό είπε κακιά λέξη. Κύριε, κύριε, κύριε, κύριε, κύριε…

Κύριε, τι θα γίνει με το ξένο; ρωτούσανε οι γονείς. Φέρανε τους λάθρο με τα παιδιά μας, δάσκαλε. Εμβόλια έχει κάνει; Είναι χριστιανός; Προχθές δάγκωσε τον γιό του οδοντίατρου. Τι θα γίνει μ’ αυτό το πράγμα;

Μετά τις γιορτές των Χριστουγέννων τα πράγματα είχαν κάπως ηρεμήσει. Τα παιδιά είχανε μάθει και κρατούσαν αποστάσεις. Κι αυτό το ίδιο. Όλη την ώρα ζωγράφιζε· στο θρανίο, στα βιβλία, στα τετράδια, στη σάκα, στα παπούτσια του, στα χέρια και τους καρπούς του. Τι ζωγραφίζεις; Ρωτούσα. «Μπουμμμ», έκανε με τα χέρια του μια μεγάλη χειρονομία, σαν κάτι να σκάει και να μεγαλώνει και να μεγαλώνει και να μεγαλώνει.

«Μπράβο», του έλεγα και συνέχιζα το μάθημα. Είχα ύλη να βγάλω.

*

Καρναβάλια. Μπαλνταφάν για τα παιδιά. Τους είχα προτείνει να ντυθούν αυτό που θα ήθελαν να γίνουν όταν μεγαλώσουν. Νοσοκόμες, γιατροί, νίντζα, ιππότες, φαντάσματα, νεράιδες, σουπεργούμαν, πόκεμον· όλα τα κλασσικά. Έβγαζα φωτογραφίες για να τυπώσουμε μερικές στον εκτυπωτή και να τις κρεμάσουμε στον πίνακα ανακοινώσεων.

Αυτός ξεχώριζε από μακριά. Υπήρχε ένας κύκλος κενού τριγύρω του όπου δε πλησίαζε κανείς. Δε φορούσε κάποια στολή· μόνο τα κουρέλια που του είχαν δώσει από διάφορους εράνους. Πουκαμισάκι με κοντό παντελονάκι με τιράντες· παραδίπλα είχε πεταμένο ένα μπουφάν μεγάλο σαν πάπλωμα.

«Εσύ», τον είχα ρωτήσει, «τι έχεις ντυθεί;» του χαμογέλασα με το κινητό έτοιμο στο χέρι.

Έβγαλε από την τσέπη του μια χειροβομβίδα. Πλαστική, φτηνιάρικη. Έκανε μια γκριμάτσα.

«Βγάλε φώτο!» μου είπε.

Την έβγαλα και συνέχισα χωρίς να δώσω πολύ σημασία. Κάτι στο βλέμμα του με είχε τρομάξει και κατέβασα ένα πέπλο λήθης πάνω στα μάτια μου για να αντέξω.

Πέρασε ο καιρός κι έφτασε το τέλος της χρονιάς. Πήραν τα απολυτήριά τους και τα πουλάκια μου πέταξαν για το γυμνάσιο. Αυτό, άγνωστο για που· δεν είχαν αποφασίσει ακόμα.

*

Χθες, μετά από καιρό, ξανάκουσα το όνομά του στις ειδήσεις. Τα σχολεία, κι όλες οι λοιπές υπηρεσίες παραμένουν κλειστές. Τα πάντα είναι σε γενικό συναγερμό μετά το χτύπημα.

Κάθομαι στο σπίτι με τον υπολογιστή να μου ζεσταίνει τα μπούτια. Έχω ανοίξει και χαζεύω τις παλιές φωτογραφίες από το πάρτι.

Να τος. Να με κοιτάζει με αυτά τα μάτια του. Μάτια γερασμένα κρυμμένα πίσω από παιδικό προσωπάκι.

Μπουμμμ!

~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Το διήγημα έγραψε ο Περικλής Πασχίδης

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι 2.jpg

«Μερικές φορές το πάντα κρατάει μόνο μια στιγμή».

«Αυτό είναι το πρώτο πράγμα που σου έρχεται στο μυαλό όταν βλέπεις αυτή την εικόνα;»

Η Αλίνα στριμωγμένη στο θεραπευτικό ντιβάνι, κοιτάζει  ονειροπόλα την εικόνα που της δείχνει ο Κύριος Θεοφίλου.

«Τι άλλο θα μπορούσα να σας πω; Είναι το πρώτο πράγμα που μου΄ρχεται στο μυαλό όταν βλέπω έναν λαγό και ένα μικρό κορίτσι σε μια εικόνα.

Άλλωστε λαγός και κορίτσι είναι πάντα η Αλίκη στη χώρα των Θαυμάτων.

Όσο για την αλληγορία του μύθου ας είναι καλά ο Λούης Κάρολ κι η κάμπια πάνω στο μανιτάρι που κάπνιζε ναργιλέ».

«Παρακαλώ συγκεντρώσου στις λεπτομέρειες», είπε σοβαρά ο κύριος Θ και σημείωσε κάτι με ένταση, στο μπλοκ που είχε στα πόδια του.

« Δεν νομίζω πως θέλω να μιλήσω γι΄αυτό».  Είπε ευγενικά η Αλίνα κι άλλαξε πλευρό.

«Παρακαλώ ας επιστρέψουμε στην εικόνα», την επανέφερε με σταθερότητα  ο κύριος Θ στη θεραπευτική διεργασία.

«Ναι ! μοιάζει σαν να είναι σε κάποιο από ΄κείνα τα πανηγύρια των Αμερικανών αγροτών, που βραβεύουν ζώα κάθε είδους με έπαθλα κάποια φράγκα . Γι΄αυτό θες ν΄ακούσεις;»

« Δεν χρειάζομαι ν΄ακούσω, εκτός κι αν χρειάζεσαι να πεις».

«Λοιπόν αυτό το ζωντανό μοιάζει με τον Οράτιο. Σκύλο του ζήτησα, ένα κουνέλι, από έναν άσχετο συνάδελφο του που είχε κουνέλια, μου΄φερε.

Κι όχι τίποτ΄άλλο , η μάνα μου νόμιζε πως ήτανε πετ κι αυτό έγινε ένα θηρίο, μεγαλύτερο απ΄το ζωντανό της εικόνας και σκέτη κουραδομηχανή.

Η μάνα μου φρίκαρε.  Σε ελάχιστες μέρες ήταν τεράστιο.   Το έβγαλε στο μπαλκόνι μέσα στο συρμάτινο κλουβί του.  Μόνο μερικές μέρες, γιατί λες και το φουσκώνανε , έγινε τέρας, φαί και  σκατό.  Απίστευτη σκατοπαραγωγή.

Κάθε μέρα, όταν γύριζε από τη δουλειά στο σπίτι, πριν βγάλει καλά- καλά παπούτσια, είχε πάρει στα χέρια τη χλωρίνη.

Μετά το κλουβί πήγε στην αυλή πάνω σε τέσσερα τούβλα κι ένα βράδυ, κατέβηκε μια αλεπού απ΄το βουνό και του έφαγε τα πόδια .

Το κατατραυμάτισε. Σοκαρίστηκα όταν το είδα το πρωί με δεμένα  με επιδέσμους,πόδια.

Το φουκαριάρικο. Πόσο πονούσε!»

Έφερε τα χέρια στην κοιλιά της και την αγκάλιασε μεζεμένη σ΄ένα μικρό κουβάρι.

«Πόσο πονούσε», άρχισε να κινείται ρυθμικά μπρος πίσω, σχεδόν αυτιστικά.

«Πόσο πονούσε, πόσο πονούσε, πονούσε, πονάω, πονάω, πονάωω».

Άρχισε να χτυπιέται και να βγάζει αφρούς απ΄το στόμα . Ούρα και εμετός, λέρωσαν το θεραπευτικό ντιβάνι  στο γραφείο του Ψυχαναλυτή κου Θεοφίλου.

Αποδεικνύοντας για μια ακόμη φορά, την αλάνθαστη χρήση των τέστ θεματικής αντίληψης , στα πλαίσια της ψυχομετρίας, ως διαγνωστικό μέσο στην Ψυχαναλυτική μέθοδο που εφάρμοζε.

«Τελικά είμαι πολύ καλός!» . Μονολόγησε στο  καθρέφτη του, καθώς έφτιαχνε το γιακά του πουκαμίσου του, πριν ξεκινήσει για το σπίτι.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Το διήγημα έγραψε η ΛΥΚΑΙΑ

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Ο παλιάτσος της θλίψης

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι OIP-1.jpg

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Ο παλιάτσος ερχόταν στο χωριό πάντα τις πρώτες μέρες της Άνοιξης, όταν το φεγγάρι γέμιζε ανάποδα και μπέρδευε τα χρώματα του ουρανού με αυτά της θλίψης. Φόραγε ρούχα του άλλου κόσμου και με κουδούνια κρεμασμένα, σκόρπαγε μια μουσική που όμοια της κανείς δεν είχε ξανά ακούσει. Δεν τον πλησίαζαν οι χωριανοί τον άντρα, τους τρόμαζε η σκιά του που έτρεχε εμπρός του με τα άκρα της να σκορπίζουν στον αέρα σαν του Διονύσου κόρες. Ποτέ δεν τους εμίλησε ,λέξη καμιά δεν είχαν ακούσει από το στόμα του να βγαίνει.

Όλοι τους ξέρανε από χρόνια την ιστορία του και τι γύρευε τέτοιες μέρες στο χωριό. Για έναν έρωτα ερχόταν, παλιό και μαγεμένο. Από αυτούς που αφηγούνται οι ακοίμητοι στις ψυχές, τις άγριες ώρες του ξημερώματος ,σαν σβήνει ο νους και το σώμα μετά από ένα γερό μεθύσι, πεθυμώντας χωρίς αναπαμό μιαν αγκαλιά.

Μια γυναίκα που σκόρπισαν οι στάχτες της στα βουνά και έγιναν άνεμος από εκείνους που αλλάζουν τα σώματα σαν τα αγγίζουν, τον είχε μιαν αυγή σφιχτά με πάθος αγκαλιάσει. Δεν είδε ποτέ ξανά από τότε την μορφή της μα ούτε και τον εαυτό του αντίκρισε άλλοτε, μετά από αυτό το αντάμωμα. Ντύθηκε με κουρέλια και βάλθηκε να ψάχνει τρόπο να βρεθεί κοντά της.

Σαν έκανε την διαδρομή του μέσα από όλο το χωριό, ανέβαινε στα υψώματα. Ποτέ του δεν κρύφτηκε, ποτέ δεν πήγε από παράδρομο. Πάντα εκεί, πάντα με βήμα ζαλισμένο και άγριο να σκορπίζει τον πόνο του μπας και κάποιος τον συντρέξει.

Σαν έφτανε στο ξέφωτο του χωριού έβγαζε τα ρούχα του, τα κουδούνια ,έκοβε με μαχαίρι δίκοπο την βαριά σκιά του και χόρευε με μάτια σαλεμένα πλάι στους αροδαμούς. Τραγούδαγε και χόρευε μέχρι να σβήσει το τελευταίο άστρο από τον ουρανό. Πάλι στην σιωπή, πάλι αμοναχός του και πριν το χάραμα έδινε μια και με δύο πήδους στον αέρα έσκιζε τον ουρανό, γινόταν ένα με τα πουλιά και χανόταν μέχρι την επόμενη Άνοιξη.

Αυτή την χρονιά όμως οι αροδανοί δεν είχαν βγει. Το φεγγάρι δεν γέμιζε με τίποτα. Φωτιά είχε κάψει τον τόπο από άκρη σε άκρη. Φωτιά ανθρώπινη, να γίνει ο χώρος αχανής και στέρφος, να στηθεί διάδρομος για τα σιδερένιά πουλιά ,όπως τα έλεγαν οι γέροι του χωριού ,που θα τους κατακτούσαν.

Ο παλιάτσος βρέθηκε πάλι στο ξέφωτο όπως κάθε χρόνο. Έβγαλε τα ρούχα του, πέταξε χάμω τα κουδούνια του, έκοψε την σκιά του και στάθηκε να αρχίσει τον χορό. Μα το χώμα λάσπη είχε γίνει. Κλαδί δεν υπήρχε να πιαστεί .

Στάθηκε ακίνητος και άρχισε να τραγουδάει με λυγμούς για όλα όσα χαθήκαν και εκείνης της γυναίκας το χάδι που δεν θα έβρισκε πια ποτέ. Και τον ακούσανε οι χωρικοί και τον συγχωρέσαν τον παλιάτσο.

Και εκείνος χάθηκε με έναν λυγμό, πέφτοντας σε γκρεμό βαθύ που άνοιξε κάτω απ΄τα πόδια του από τους αναστεναγμούς του. Και έμεινε ένα τραγούδι γραμμένο σε γλώσσα ανθρώπινη επάνω στην σκιά του ,χαραγμένο με το μαχαίρι του από τα δικά της χέρια.

«Παλιάτσοι ήρθαν σκιανοί στον τόπο μου απόψε
χορό να στήσουν τραγικό στ΄αροδαμού το χώμα

Μα είν το ξημέρωμα βαθύ, αργεί πολύ η δύση
και η μέρα μόνη ξενυχτά μέχρι το φως να σβήσει

Έρχεσαι εδώ ή χάνεσαι; Τρελάθηκε η πυξίδα και
της καρδιάς μου η ρωγμή πασχίζει μια αγίδα.

Να περπατήσω είν αργά και να σταθώ πονάω
μα σαν σε συλλογίζομαι τον χρόνο σταματάω

Την στράτα παίρνω να σε βρω ,το μάταιο να λύσω
και στων ποδιών την χάρη σου να ρθω να προσκυνήσω

Να προσκυνήσω τους τρελούς και τους ονειροπόλους
όσους αγγίξαν ουρανό και χάθηκαν από όλους

Στο στέρνο φέρνω μου πουλιά, σιμά σου να τ΄αφήσω
να αντιλαλήσουν έρωτα και αντάρες στο κορμί σου

Μες τα βουνά τα άγρια θα χάσω το μυαλό μου
να λέω μόνος με λυγμό για το παράπονο μου

Μη με μακραίνεις μάτια μου ,τρελός εγώ δεν είμαι
παλιάτσος μόνο και ληστής ,μες στην ζωή μου μείνε.

Πετώ ψηλά και χάνομαι, κοιτώ μακριά λυπούμαι
για ονομής σου στο γκρεμό να πέσω δεν φοβούμαι.”

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Το διήγημα έγραψε η Αγγελική Κουντουράκη.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Κρυφά ταλέντα

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι 5-1024x1024.jpg

Η Εβίτα κι ο Όσκαρ παντρεύτηκαν από έρωτα, σε μια εποχή που οι περισσότεροι κοιτούσαν το συμφέρον τους. Συνήθιζαν να λένε ότι είχαν τύχη βουνό που συναντήθηκαν και πάλεψαν μέχρι το τέλος αγαπημένοι. Το μόνο που λαχταρούσαν ήταν να γεμίσει το σπίτι τους παιδιά. Η ζωή δεν τους έκανε ακριβώς το χατίρι.

Τον ονόμασαν Βενιαμίν κι ο ερχομός του ήταν το μεγαλύτερο δώρο. Το τρίτο τους παιδί, το πρώτο που γεννήθηκε ζωντανό. Όταν ο γιατρός διαπίστωσε ότι πάσχει από γιγαντισμό, η χαρά τους στιγμιαία ξεφούσκωσε σαν μπαλόνι που δραπετεύει απ’ τα χέρια πριν το δέσεις. Βρήκαν, όμως, τη δύναμη και στάθηκαν στο ύψος των περιστάσεων. Του πρόσφεραν τα πάντα, ενώ κοιτούσαν μ’ ευγνωμοσύνη κι ελπίδα τα ψηλά ταβάνια του σπιτιού τους.

Ο Βενιαμίν στα δέκα του ήταν ήδη εκατόν εβδομήντα τρία εκατοστά και περνούσε κατά πολύ τους δικούς του. «Κοίτα τον, λες κι ανέβηκαν και τ’ άλλα δυο στους ώμους του!» παρατήρησε μια μέρα ο Όσκαρ και ξέσπασε σε ανακουφιστικά γέλια, ενώ αγκάλιασε τον γιο του λίγο πιο πάνω απ’ το γόνατο. Μπροστά στο χαριτωμένο θέαμα η Εβίτα χαμογέλασε, καθώς σκεφτόταν ότι το σπίτι τους ήταν γεμάτο με αγάπη μέχρι πάνω.

Στα δώδεκά του ο Βενιαμίν πήρε την απόφαση να σταματήσει τα μαθήματα κατ’ οίκον και να γίνει μαριονετίστας. Οι γονείς του όχι μόνο δεν τον εμπόδισαν, αλλά υποσχέθηκαν να τον στηρίξουν με όποιο τρόπο μπορούσαν. Αν τους ρωτούσες πώς άντεξαν, θα σου ‘λεγαν πως έκαναν ό,τι θα ‘κανε κάθε γονιός. Κι όμως, θυσίασαν τα πάντα γι’ αυτό το παιδί. Στερήθηκαν τους φίλους και την οικογένειά τους, έχασαν το σπίτι τους, βρέθηκαν να ταξιδεύουν συνέχεια. Έτσι έγινε διάσημος ο Βενιαμίν σ’ όλο τον κόσμο κι αυτοί καμάρωναν κρυφά.

Λόγω της ασθένειάς του χάθηκε νωρίς. Έμεινε στην ιστορία ως ο πιο μυστηριώδης καλλιτέχνης με τις πιο ρεαλιστικές μαριονέτες. Ακόμα κι όταν πέθανε, κανείς δεν ήξερε να μοιραστεί κάποια πληροφορία για την καταγωγή ή την οικογένειά του. Στην κηδεία του εμφανίστηκαν πολλοί θαυμαστές, ούτε ένας συγγενής. Απορίας άξιο ποιος κανόνισε τις λεπτομέρειες. Κανείς δεν μπόρεσε να μάθει το όνομα του κατασκευαστή που εμπιστεύτηκε στα χέρια του τις δύο κούκλες που τον έκαναν θρύλο. Επίσης αξιοπερίεργο, αυτές οι μαριονέτες δε βρέθηκαν ποτέ.

«Το μόνο μου παράπονο είναι ότι δεν έπαιξε ποτέ στο δρόμο, όλο σε θέατρα έδινε παραστάσεις!» σχολίασε ένοχα ένα απόγευμα ο Όσκαρ, καθώς συμπλήρωνε τσάι στο φλιτζάνι της γυναίκας του.

«Ήταν τεράστιος καλλιτέχνης τ’ αγόρι μας, Όσκαρ. Πόσο καιρό είπαμε πρέπει να κρυβόμαστε για να μη μας αναγνωρίσει κανείς; Έσκασα ‘δω μέσα.»

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Το διήγημα έγραψε η Κάππα Τζέι

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Η εκδίκηση της Σελήνης

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι OIP-1.jpg

……………………………………

Αλυχτούσε τις νύχτες σαν δαρμένο σκυλί. Θρηνούσε την χαμένη του παιδικότητα.
Σαν ξεδιάντροπα του άλλαξε την φύση, ο Θειος του,”που να μην έβρει η ψυχή του αναπαμό” .
Ξέχασε πως είναι τ΄αδελφού του τ΄αγόρι και στης παραφροσύνης του την αδίστακτη λύσσα, σύλησε της φύσης του τα άγια.
Από τότε η εσωτερική του διαμάχη δεν σταμάτησε.
Δεν στάθηκε η ψυχή του σε γιατάκι.
Δεν ξεκουράστηκε σε εικόνισμα προσευχής.
Μόνο γύριζε τα βράδια στο κοιμητήρι του χωριού. Άλλοτε γονατιστός στα τέσσερα, αλλοπαρμένο σκυλί, γαύγιζε στο σκοτάδι για συγχώρεση κι άλλοτε μισότρελος χοροπηδούσε και χτυπούσε τα πόδια του, σ΄έναν ιδιότυπο δικό του πυρρίχιο , προσφορά στα κόκκαλα των προγόνων του, στο χώμα τους , που ανάσαινε –βαριά- τις νύχτες.
Στον τρελό χορό του, ζητούσε λευτεριά από το βάσανο της μνήμης , ανάπαυση, συγχώρεση.
Βαριά την είχε πάρει την κατάσταση!
Ο παππά Ανέστης, στην ευλογία της εξομολόγησης, τον συγχώρεσε.
Η μάνα του, στο μοιρολόγι της, τον συγχώρεσε.
Αυτός, τον εαυτό του, πότε!
Ποτέ δεν συγχώρεσε τα μικρά του χέρια, που δεν άρπαξαν του πατέρα την καραμπίνα, που ήταν κρεμασμένη στον τοίχο μαζί με την φυσιγγιοθήκη, να σκοτώσουν τον αίτιο.
Κανείς δεν το΄μαθε , μέχρι που έγινε της παντρειάς. Κανείς δεν κατάλαβε , ούτε η μάνα του, που δεν μπορούσε να δικαιολογήσει το βρεγμένο του στρώμα τις νύχτες, μέχρι τα 12 χρόνια του.
Κι όταν τον ξυλοφόρτωσε καλά καλά και τον θερμοπαρακάλεσε, κοιτώντας το σκοτάδι στα μάτια του, να της πει τι φοβάται, δάγκωσε το μπράτσο του με πείσμα και δεν μίλησε.
Δεν μίλησε. Μέχρι που μεγάλωσε και κατέβηκε στην χώρα για σχολείο και δουλειά.
Δεν μίλησε μέχρι που συνάντησε την Ευανθία.
Οι μακριές τις κοτσίδες, τα ματοτσίνορα, τα χείλια της, τον τάραξαν, κι ας ήταν στον ναό του Αγίου Παύλου, Κυριακή στην λειτουργιά.
Χάθηκε στον έρωτά της . Όταν ο παπά Γιάννης, λειτουργός του ναού και συγχωριανός, του μίλησε γι΄αυτήν, γύρισε στο χωριό κλαίγοντας, στις μάνας του την ποδιά , να ομολογήσει τα ανομολόγητα.
Δεν μπορούσε να την πάρει. ΄Αντρας δεν ήταν!
Μάταια προσπάθησε να τον παρηγορήσει η μάνα του πως, λόγο δεν είχε να φοβάται πια.
Εκείνος που έπρεπε να ντρέπεται για τις πράξεις του, ο Θείος, είναι από χρόνια συγχωρεμένος και κανείς άλλος δεν ξέρει.
Ακόμα κι ο πατέρας συγχωρέθηκε, χωρίς ποτέ να μάθει. Στην αγκαλιά της τον παρηγορούσε πως, δεν ήξερε κανείς το μυστικό του.
Εκείνος της ‘μολόγησε, αρκετό του ήταν, που ήξερε ατός του.
Εκείνος , δεν μπόρεσε να μιλήσει για τη φρίκη, τον τρόμο όταν , μ΄ αίματα στο παιδικό παντελονάκι, έμεινε κρυμμένος κάτω απ΄τ΄άχυρο στον σταύλο.
Τίποτα δεν είπε!
Μα κάθε που δέχονταν επίσκεψή του Θείου, μόνου ή με την φαμίλια του, το φοβισμένο παιδί κρύβονταν στην σοφίτα. Πως είχε μαθήματα τάχα και δεν μπορούσε να αργήσει απ΄την δουλειά του σχολειού.
Την επομένη, ξυπνούσε σε βρεμένο στρώμα , με της μάνας τις φωνές και τα παράπονα, για το παράταιρο της κατάστασης, στην ηλικία του.
Όταν ο αίτιος πέθανε, κρυφά την ίδια νύχτα, ξέφυγε απ΄το σπίτι των γονιών ,ίδιος σκιά, μπουσουλώντας στα βάτα-κατατρυπημένος, έφτασε στο κοιμητήριο.
Με τεράστια ηδονή, κατούρησε το φρεσκοσκαμμένο τάφο του Θειου του, χωρίς τύψεις.
Χωρίς καμιά ενοχή. Έτσι έπρεπε. Έτσι του άξιζε! Ήταν το λιγότερο που μπορούσε να κάνει.
Σαράντα μέρες, έρποντας και καταγρατζουνισμένος, κατουρούσε τον φρεσκοσκαμμένο τάφο, κι όταν ο μαρμαράς, έντυσε το μνήμα με μάρμαρο, συνέχισε να κατουράει μέσα στο καντήλι, αντί νερό, στο λάδι.
Η μικρή αυτή εκδίκηση, δεν υπήρξε αρκετή να ξεπλύνει τον πόνο της παραβίασης.
Τώρα, αιτία η Ευανθία, χάθηκε απ΄την δουλειά και την εκκλησιά της χώρας.
Και στο χωριό κρυμμένος στην σοφίτα, ολημερίς παραμιλούσε, για την ελλειπή εκδίκηση.
Η τρέλα του πόνου του, έκρινε πως δεν ήταν αρκετή, να τον σκοτώσει έπρεπε .
Να τον σκοτώσει εκείνος, να μην πεθάνει από άλλη αιτία, παρά θύμα της εκδίκησής του.
Όσο περνούσε ο καιρός, τόσο –ισχνός-γυρνούσε την νύχτα στα μνήματα, με σαλεμένο λογικό και στο μυαλό την καταστροφή.
Δεν έτρωγε, δεν κοιμόταν, δεν ησύχαζε.
Πως να εκδικηθεί κανείς, έναν, από χρόνια πεθαμένο;
«Τα κόκαλά του να ξεθάψω! Θα τα ρίξω στα σκυλιά. Έτσι του πρέπει. Να μην βρει το σκήνωμα του αναπαμό μήτε σ’ ετούτονε τον κόσμο, μήτε στον άλλον».
Νύχτα. Ο καιρός θυμωμένος , έφτυνε χοντρές ψιχάλες και βρυχόταν έναν τσουχτερό βοριά.
Βγήκε ήσυχα απ’ το πατρικό του, όπως τότε, που εκδικούνταν τον τάφο του βιαστή του, με το ανοσιούργημα των ούρων του.
Κρυμμένος στις σκιές, μούσκεμα και παγωμένος, έφτασε, στα τυφλά, στο μνήμα!
Η βαριά που έσερνε, τον κούρασε και κάθισε στην ταφόπλακα να ξαποστάσει.
Το ουρλιαχτό ενός λύκου, σκέπασε την φασαρία του αγέρα .
Μεθυσμένος, υποδέχονταν την μισοκρυμμένη, από την συννεφιά σελήνη!
Θυμήθηκε, ποτέ δεν ξέχασε, τον αδελφό του πατέρα του στο σταύλο, ανάμεσα στο σανό-σαν ζώο-σαν…
Δεν μπόρεσε να γυρίσει τους δείκτες της μνήμης πιο πίσω. Δεν ήθελε.
Με Ηράκλεια δύναμη, σήκωσε την τεράστια βαριά και κατάφερε ένα δυνατό χτύπημα στην μέση της ταφόπλακας.
Το ουρλιαχτό του λύκου έσκισε το σκοτάδι, σαν πιο κοντά να ήταν.
Πιο κοντά το σκοτάδι, που σαλός, βούλιαξε μέσα του.
Έπεσε στα γόνατα και με ταχύτητα απάλλαξε το μνήμα απ’ το μάρμαρο.
Στα τέσσερα, με τα νύχια άρχισε να σκάβει το νωπό απ’τη βροχή χώμα.
Τρελός, πυρετικά, έσκαβε στα τέσσερα, σαν σκυλί που ξεθάβει κόκαλα .
Το ουρλιαχτό του λύκου ακούστηκε πιο κοντά.
Στα γόνατα, άρχισε να ουρλιάζει δυνατά, να αλυχτά και να ουρλιάζει σαν λύκος.
Ένας απ΄ την αγέλη!
Τα δόντια που μπηχθήκαν βαθιά στο λαιμό του, του έδωσαν έναν οξύ διαπεραστικό πόνο.
Πριν προλάβει να κουνηθεί, το μεγαλόσωμο ζώο, τον τίναξε-πούπουλο- στον αέρα.
Πέφτοντας και κρατώντας τον ξεσκισμένο του λαιμό, το μόνο που κατάφερε να δει πριν προσγειωθεί, ελαφρύ φτερό, ήταν το άδειο μνήμα και το φυματικό χρώμα της Σελήνης που χάνονταν πίσω απ’ τα πυκνά σύννεφα!

~~~~~~~~~~~~~~~~~

Το διήγημα έγραψε η ΛΥΚΑΙΑ.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Το χέρι του θεού

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι OIP-2.jpg

Το αριστερό πόδι του Έντμοντ είχε τυλιχτεί γύρω απ’ το σκαμπό σαν το φίδι που παραμόνευε την Εύα. Το δεξί ίσα που ακουμπούσε στο πάτωμα λες και ήταν χορευτής μπαλέτου. Είχε κολλήσει το στήθος του στον πάγκο του μπαρ σα να εξαρτιόταν η επιβίωσή του απ’ τη λερωμένη του επιφάνεια. Τα δάχτυλά του κολλημένα στο ποτήρι όπως τα πόδια του χταποδιού πάνω σε βράχο. Τελείωνε ήδη το δεύτερο μπουκάλι ουίσκι, όταν ξεκίνησε η φασαρία στο πιο απομονωμένο τραπέζι του μαγαζιού.

Ο Έντμοντ δε θορυβήθηκε ιδιαίτερα. Ήταν χαμένος από ώρα στον καυγά που γινόταν στο κεφάλι του. Από περιέργεια έκανε να γυρίσει και να ρίξει μια ματιά. Τα θολωμένα μάτια του δεν κατάφεραν να εστιάσουν στο βάθος του μπαρ κι έτσι έχαναν τη βίαιη χορογραφία των εκνευρισμένων θαμώνων. Το μουδιασμένο βλέμμα του κόλλησε στον απέναντι τοίχο κι έμεινε να θαυμάζει τα ψηλά κτίρια της κεντρικής ασπρόμαυρης φωτογραφίας. Ξεφύσηξε λες κι έσβηνε κεριά σε τούρτα γενεθλίων κι ευχήθηκε να μπορούσε να πηδήξει από την κορυφή ενός ουρανοξύστη και να τελείωνε.

Πάνω που αναρωτιόταν ποιο είναι το ψηλότερο κτίσμα στην κακόφημη περιοχή που βρέθηκε, αισθάνθηκε ένα στακάτο χτύπημα στο παπούτσι του. Έστρεψε το βαρύ του κεφάλι αργά στο πάτωμα και σήκωσε βαριεστημένα το όπλο που κόντεψε να του χαλάσει την ισορροπία. Χαμογέλασε στραβά. Αλλαγή σχεδίου. Δε θα χρειαζόταν καν να περπατήσει. Το ζύγισε με κόπο και του φάνηκε ότι ήταν τόσο βαρύ όσο κι η ψυχή του. Κοίταξε το είδωλό του στον καθρέφτη απέναντί του. Σήκωσε το χέρι και το ακούμπησε στον κρόταφό όσο πιο σταθερά μπορούσε. Τη στιγμή που πατούσε τη σκανδάλη, κάποιος προσγειώθηκε άτσαλα πάνω του κι αστόχησε.

Τρεις βδομάδες μετά, η μυρωδιά από το διαμέρισμα της κυρίας Έντνα ανάγκασε τους γείτονες να ειδοποιήσουν την αστυνομία. Την βρήκαν βυθισμένη στην καρέκλα του γραφείου της σαν την είχε πάρει ο ύπνος. Με μια σφαίρα σφηνωμένη στο μέτωπο. Η τελευταία φράση στο ημερολόγιό της είχε την ίδια ημερομηνία με την πρώτη αποτυχημένη απόπειρα του Έντμοντ. 
«Αν μ’ αγαπά ο Θεός, θα βρει τρόπο να με λυτρώσει».

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Το διήγημα έγραψε η Κάππα Τζέι.